01 ΑΠΡΙΛΗ 2006

Για τις εσωτερικές εξελίξεις (θέσεις)

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Πολλές και σημαντικές οι εξελίξεις που μεσολάβησαν από τότε που πραγματοποιήθηκε η προηγούμενη Συνδιάσκεψη της οργάνωσής μας. Οι πιο σπουδαίες και καθοριστικές απ’ αυτές συντελέστηκαν στο διεθνές πλαίσιο. Οι επιπτώσεις τους όμως, όπως ήταν φυσικό, έφτασαν μέχρι τη γειτονιά μας και δεν άφησαν ανεπηρέαστη ούτε τη χώρα μας. Το γεγονός ότι κάνουμε τώρα την 6η συνδιάσκεψή μας σε καμιά περίπτωση δεν σημαίνει ότι η οργάνωσή μας δεν παρακολούθησε, δεν ανέλυσε, δεν εκτίμησε αυτές τις εξελίξεις και τις όποιες αλλαγές ή ανατροπές αυτές συνεπάγονταν. Δεν ήταν λίγες οι φορές που κυρίως τα διεθνή δεδομένα, αλλά και τα εσωτερικά, εξελίσσονταν με τόσο δραματικό και οδυνηρό τρόπο για τους λαούς (μεταξύ αυτών και του δικού μας) που, στην κυριολεξία, σήμαναν συναγερμό. Ήταν τόσα τα σήματα κινδύνου που άναψε η επιθετικότητα του ιμπεριαλισμού και η αχαλίνωτη ληστρική διάθεση του κεφαλαίου που ουκ ολίγες φορές μας υποχρέωσαν σε άτυπες έκτακτες «συνδιασκέψεις».

Ήταν τόσες οι προκλήσεις για τους λαούς και άλλες τόσες οι απειλές σε βάρος τους, που συνέχεια, όλα αυτά τα χρόνια κρατούσαν κι εμάς σε εγρήγορση και επιφυλακή, ιδιαίτερα όσον αφορά την απόφαση και τον προσανατολισμό μας να συμβάλουμε στην οικοδόμηση αριστερού και κομμουνιστικού κινήματος στη χώρα μας.

Ήρθε λοιπόν ο καιρός να συνοψίσουμε και να συγκεντρώσουμε τις εκτιμήσεις μας για τη διεθνή και εσωτερική κατάσταση. Κυρίως όμως ήρθε η ώρα να συζητήσουμε και να αποφασίσουμε ΣΥΛΛΟΓΙΚΑ, ΣΥΝΟΛΙΚΑ τα καθήκοντα και τους στόχους μας για την ισχυροποίηση της οργάνωσής μας με γνώμονα και μπούσουλα την ανάπτυξη κινήματος, την ισχυροποίηση των λαϊκών αντιστάσεων, την οικοδόμηση μιας καινούργιας πραγματικής Αριστεράς.

 

ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ ΑΝΑΚΑΤΑΤΑΞΕΙΣ ΤΗΣ ΠΕΡΙΟΔΟΥ 2003-2004

Με τις εκλογές του Μάρτη 2004 πραγματοποιήθηκε στη χώρα μια αλλαγή φρουράς. Μετά από την περίφημη εικοσαετία ΠΑΣΟΚ, τα ηνία της κυβερνητικής εξουσίας πήρε η ΝΔ του Καραμανλή. Λίγους μόλις μήνες πριν την εναλλαγή των αστικών κομμάτων στην κυβέρνηση είχε προηγηθεί η απομάκρυνση του Σημίτη απ’ την ηγεσία του ΠΑΣΟΚ για να προωθηθεί στην αρχηγία ο Γ. Παπανδρέου.

 

Πώς και γιατί φτάσαμε έως σήμερα

¦ Με αρκετή ασφάλεια σήμερα πια, που έχει περάσει τόσος καιρός απ’ τις εξελίξεις που αναφέρουμε, μπορούμε να πούμε ότι το σημιτικό ΠΑΣΟΚ ούτε ήθελε ούτε μπορούσε να δώσει τη μάχη ενάντια στη φθορά που είχε υποστεί, προκειμένου να διατηρηθεί στην εξουσία. Ήταν τέτοια η κατάσταση που είχε περιέλθει που δεν μπόρεσε να καταβάλει την ύστατη προσπάθεια, προκειμένου να περιορίσει την έκταση της ήττας. Ουσιαστικά, έπεσε πετώντας λευκή πετσέτα.

Τι είχε λοιπόν μεσολαβήσει τα τρία-τέσσερα προηγούμενα χρόνια, μετά το 2000, που οδήγησε το ΠΑΣΟΚ να αγκομαχάει και να φθάσει παραμονές των εκλογών του 2004 να δείχνει ότι έμεινε χωρίς καύσιμα;

Το ερώτημα, βέβαια, μοιάζει και λίγο ρητορικό, γιατί είναι σ’ όλους μας γνωστό ότι μεσολάβησαν πολλά σημαντικά και καθοριστικά για την πορεία των διεθνών εξελίξεων και τον αντίχτυπό τους στην περιοχή μας. Τα θυμίζουμε επιγραμματικά: εκλογή Μπους, 11η Σεπτέμβρη 2001, εισβολή στο Αφγανιστάν, εισβολή και κατοχή του Ιράκ.

Και πώς επέδρασαν όλα αυτά για να οδηγηθεί το ΠΑΣΟΚ και η ομάδα Σημίτη στο να σηκώσουν τα χέρια; Πέραν, φυσικά, των επιπτώσεων της φθοράς και του τιμήματος που κατέβαλε για τη μεγάλης διάρκειας αντιλαϊκή του πολιτική, τις οποίες και δεν υποτιμούμε.

Όπως όλοι θυμόμαστε, η επισημοποίηση της ουσιαστικής παραίτησης της ομάδας Σημίτη ήρθε με την εσπευσμένη και γεμάτη ρίσκα, όπως αποδείχτηκε, απόσυρση Σημίτη, τον οποίο διαδέχθηκε, όπως διαδέχθηκε, ο Γ. Παπανδρέου.

> Κι όμως το ΠΑΣΟΚ, μέχρι ας πούμε το 2000, είχε δείξει μια αξιοθαύμαστη ικανότητα να μεταλλάσσεται και να μετακυλιέται προς όλο και συντηρητικές και δεξιές κατευθύνσεις. Επέδειξε μια δυνατότητα να απορροφά κραδασμούς και τριγμούς που προκαλούνταν απ’ τις σταδιακές του μετατοπίσεις στη συνεχή του προσπάθεια να εξισορροπεί τις πολλαπλές εξαρτήσεις απ’ τη Δύση, να ευθυγραμμίζεται με τα ιμπεριαλιστικά σχέδια, να ικανοποιεί τις ολοένα αυξημένες απαιτήσεις του ξένου και ντόπιου κεφαλαίου. Επίσης, ένα απ’ τα ισχυρά του ατού ήταν η ευχέρεια που εμφάνιζε να χωνεύει τις κατά περιόδους έντονες λαϊκές αντιδράσεις που προκαλούσε η αντιλαϊκή του πολιτική.

Για να έχουμε ένα μέτρο όσων αναφέρουμε, δεν έχουμε παρά να θυμηθούμε το πώς συμπεριφέρθηκε αυτό το κόμμα το 1985, το 1989, το 1993, το 1996 και το 1999. Στιγμές και περιόδους που είχε δοκιμαστεί αρκετά.

Φυσικά, όπως κατ’ επανάληψη έχουμε εξηγήσει, δεν είχε ούτε το κοκαλάκι της νυχτερίδας ούτε κάποιο μαγικό ραβδί για να τα καταφέρνει.

Αξιοποίησε στο έπακρο την αδυναμία του λαϊκού κινήματος, τη χρεοκοπημένη ρεφορμιστική Αριστερά, την απουσία αξιόπιστης εναλλακτικής αντιπολιτευτικής λύσης στο πλαίσιο του αστικού μπλοκ. Εκμεταλλεύτηκε και χώνεψε παραδόσεις του λαϊκού κινήματος και της Αριστεράς στη χώρα μας στο πλαίσιο μιας σοσιαλδημοκρατικής καρικατούρας, που μπορεί σε άλλες χώρες της Δύσης να είχαν φθαρεί, αλλά στην Ελλάδα συνέχιζαν να έχουν την αξία τους. Και δεν αναφερόμαστε μόνο στο περίφημο «αντιδεξιό σύνδρομο». Κατάφερε να αξιοποιήσει στο έπακρο τα στηρίγματα που του παρείχαν τα νέα τζάκια, που αργά αλλά σταθερά κατόρθωσε το ίδιο να ευνοήσει και να δημιουργήσει.

Έκφραση όλων αυτών των δυνατοτήτων, κάτι σαν το κερασάκι στην τούρτα, ήταν και η πρωτοφανέρωτη για όλα τα μεταπολιτευτικά χρόνια στήριξη που απολάμβανε ιδιαίτερα την οκταετία 1996-2004 η ομάδα Σημίτη και η πολιτική της απ’ τα λεγόμενα ΜΜΕ. Αν και δεν πρέπει να μας διαφεύγει ότι, παρά την όλη φιλολογία, οι βασικές βοήθειες για το πολιτικό προσωπικό της άρχουσας τάξης έρχονταν αφενός απ’ τα ιμπεριαλιστικά κέντρα (στρατιωτικο-οικονομικά) αλλά και απ’ τις βασικές και ισχυρές μερίδες του ξένου και ντόπιου κεφαλαίου.

Ωστόσο, όπως είπαμε, τα πρώτα σημάδια «κούρασης» και λαχανιάσματος της ηγετικής ομάδας του ΠΑΣΟΚ φάνηκαν το 2000, όπου το ΠΑΣΟΚ ναι μεν ξανακέρδισε τις εκλογές, αλλά οριακά και με φήμες περί νοθείας να αιωρούνται, έστω για μικρό διάστημα, και να θέλουν να σκιάσουν την αδιαμφισβήτητη νέα επιτυχία του ΠΑΣΟΚ.

Είναι γεγονός ότι και μετά το 2000 έγιναν αρκετές κινήσεις «ανανέωσης» του ΠΑΣΟΚ στην προσπάθειά του να ανταποκριθεί στις ραγδαίες τότε εξελίξεις. Τα σχέδια Χρυσοχοϊδη, οι διακηρύξεις του Γ. Παπανδρέου, οι διάφορες παρεμβάσεις Λαλιώτη, ήταν απόπειρες προσαρμογής, οι οποίες όμως, όπως φάνηκε ήδη απ’ το 2003, έμειναν ανολοκλήρωτες και περισσότερο έμοιαζαν σαν σπασμωδικές κινήσεις. Όπως επίσης, το διάστημα αυτό εμφανίστηκαν κινήσεις απ’ το παρασκήνιο που είχαν χαρακτήρα χτυπήματος κάτω απ’ τη μέση, με κορυφαίες αυτές που ζήσαμε με τη σκανδαλολογία για τα «φρουτάκια» που έφτασαν να εμπλέκουν μέχρι και τον πρόεδρο της Δημοκρατίας.

Κινήσεις που ολοκληρώθηκαν λίγο πριν τις εκλογές στις 7 Μάρτη με την υπόθεση Πάχτα, που έφτασε να φαίνεται κάτι σαν το τελικό χτύπημα, που στράφηκε συνολικά ενάντια στο ΠΑΣΟΚ.

 

Το ΠΑΣΟΚ στη μέγγενη των ενδοϊμπεριαλιστικών αντιθέσεων

¦ Το βασικό πρόβλημα, ωστόσο, που αντιμετώπισε το ΠΑΣΟΚ αλλά και το σύνολο της άρχουσας τάξης μετά το 2000, και ιδιαίτερα μετά την 11η Σεπτέμβρη, συνίστατο στο ότι κλήθηκε να αντιμετωπίσει, για πρώτη φορά τόσο έντονα μετά τη μεταπολίτευση, τη σοβαρή όξυνση της αντίθεσης ανάμεσα στις ΗΠΑ και την Ευρώπη με αφορμή την εισβολή στο Ιράκ και όχι μόνο.

Για πρώτη ίσως φορά μπήκαν και συνεχίζουν να μπαίνουν σοβαρά διλήμματα που οδηγούσαν αναγκαστικά σε σοβαρές αποφάσεις και επιλογές, οι οποίες είχαν αναμφίβολα περισσότερο κόστος από προηγούμενες δεκαετίες, όπου η άρχουσα τάξη έφερνε σε πέρας με επιτυχία την προσπάθεια εξισορρόπησης των εξαρτήσεων.

Μπορούμε, αβίαστα, να πούμε πια ότι η ομάδα Σημίτη αλλά και το ΠΑΣΟΚ στο σύνολό του, κατά κάποιο τρόπο εξαντλήθηκε και οδηγήθηκε σε αδιέξοδο κάτω από το βάρος αυτής της κόντρας, την οποία επιπλέον βίωσε με ένταση και απ’ την έστω χωρίς αρμοδιότητες θέση της προεδρίας της ΕΕ τους κρίσιμους έξι πρώτους μήνες του 2003. Δεν πρέπει να είναι συμπτωματικό το γεγονός ότι η ομάδα Σημίτη και ο ίδιος ο Σημίτης δείχνουν να θέλουν να αποτραβηχτούν, φανερά τουλάχιστον, απ’ την άνοιξη του 2003, περίοδο που ιδιαίτερα έντονα άνοιξε η φιλολογία για διαδοχή του Σημίτη.

Φάνηκε ότι η ηγετική ομάδα του ΠΑΣΟΚ κατέρρεε υπό την πίεση των τάσεων που διαμορφώνονταν στις ΗΠΑ αλλά και την Ευρώπη.

Τάσεις που απέκλιναν και φάνηκε σαν να είχαν βάλει αυτή την ομάδα στο κρεβάτι του Προκρούστη και που η μία τέντωνε απ’ τη μια και η άλλη απ’ την ανάποδη. Είχε φανεί τα χρόνια μετά το 2000 ότι η ηγετική αυτή ομάδα, παρά τις ομολογούμενες φιλότιμες προσπάθειες να ικανοποιήσει και τις δυο αυτές αντίθετες τάσεις, δημιουργούσε δυσαρέσκειες και προς τη μια και προς την άλλη. Και τα τότε γεγονότα μαρτυρούσαν, για όποιον ήθελε να βλέπει, ότι οι δυσαρέσκειες εκφράζονταν πρακτικά.

Δυσαρέσκειες από τις ΗΠΑ, που δεν εκδηλώθηκαν μόνο απ’ τις απανωτές ματαιώσεις της επίσκεψης Πάουελ, αλλά είχαν εμφανιστεί από νωρίτερα, στο περιθώριο της όλης μεθόδευσης για την εξάρθρωση της «17Ν». Κυρίως, όμως, εκφράστηκαν την περίοδο των επιλογών ΠΑΣΟΚ να συνταχθεί με την ας πούμε «παλιά Ευρώπη», έστω και στην ουρά της, την εποχή που η Ελλάδα πλημμύριζε από εκατοντάδες χιλιάδες διαδηλωτές που διαμαρτύρονταν ενάντια στην εγκληματική πολιτική της υπερδύναμης.

Δυσαρέσκειες όμως και πιέσεις εκδηλώθηκαν και απ’ τη μεριά των ισχυρών της Ευρώπης, κυρίως στο επίπεδο που είχαν τις δυνατότητες να τις εκδηλώσουν.

Στο επίπεδο της οικονομικής πολιτικής, όπου με κάθε τρόπο «απαιτούνταν» η αύξηση της έντασης της επίθεσης του κεφαλαίου. Πιέσεις που εκείνη την εποχή –πριν το 2003- είχαν ίσως επισκιαστεί απ’ την όλη ατμόσφαιρα της αμερικάνικης επιθετικότητας αλλά στη συνέχεια, και κυρίως μετά το 2004, όταν ανέλαβε ο Καραμανλής και η ΝΔ, φαίνονταν ακόμα πιο καθαρά.

Δυσαρέσκειες και πιέσεις που απέρρεαν απ’ το ότι οι ισχυροί της Ευρώπης, προκειμένου να ανταγωνιστούν τις ΗΠΑ και να αρθούν στο ύψος των περιστάσεων μετά την 11η Σεπτέμβρη, αποφάσισαν γρήγορα να ξεδιπλώσουν μια ακόμη πιο άγρια επίθεση στην εργατική τάξη και το λαό, τόσο στο εσωτερικό τους όσο και κυρίως στην περιφέρεια της ΕΕ. Πιέσεις, που όλο και απλωνόταν μετά την επιλογή της ευρείας διεύρυνσής της. Επίθεση που και η Ελλάδα ήταν επίσης υποχρεωμένη να ακολουθήσει, όχι μόνο από σεβασμό στις υποχρεώσεις που έβαζε η ΕΕ αλλά και από εσωτερικές ανάγκες της ντόπιας άρχουσας τάξης.

 

Οι αναντιστοιχίες του ΠΑΣΟΚ

¦ Φάνηκε όμως πως το όλο ΠΑΣΟΚικό οικοδόμημα, έτσι όπως είχε φτάσει μέχρι το 2000, δεν ήταν πια τόσο ευέλικτο και εύπλαστο για να ανταποκριθεί στους νέους, ιδιαίτερα έντονους ρυθμούς έντασης της επίθεσης. Εμφάνιζε σημάδια δυνάμεων αδράνειας, τα οποία εκδηλώθηκαν ιδιαίτερα τη περίοδο του ασφαλιστικού, όπου η όλη απόπειρα αφαίρεσης των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων υπονομεύτηκε και μέσα απ’ το ίδιο το ΠΑΣΟΚ. Ανεξάρτητα αν μετά το πρώτο φιάσκο και την πρώτη ήττα έγιναν επιτυχημένες απόπειρες για να σωθεί η «αξιοπρέπεια» της αντιασφαλιστικής επίθεσης. Οι τότε εξελίξεις έκαναν φανερή την ανάγκη για την άρχουσα τάξη να κινηθεί σε πιο «καθαρές» λύσεις στο επίπεδο της διακυβέρνησης της χώρας. Σκέφτεστε να είχαμε επανάληψη του σκηνικού του ασφαλιστικού με την κατάργηση του 8ωρου ή με την προώθηση της άρσης της μονιμότητας στις ΔΕΚΟ; Αυτό φάνταζε σαν εφιάλτης για την άρχουσα τάξη, που ήθελε πάση θυσία ανοιχτό το δρόμο της επίθεσης και της παραπέρα ανατροπής του συσχετισμού σε βάρος της εργατικής τάξης.

 

Η αντίδραση ΠΑΣΟΚ και τα όριά της

¦ Το ΠΑΣΟΚ βέβαια και ιδιαίτερα η ομάδα Σημίτη, δεν παραιτήθηκε και δεν σήκωσε τα χέρια, όπως ξαναναφέραμε με την πρώτη. Το πάλεψε το διάστημα μετά το 2000 να «ανανεωθεί», να απαλλαγεί απ’ τα βαρίδια και να παραμείνει στο κέντρο των εξελίξεων. Η τελευταία και πιο σοβαρή προσπάθεια «ανανέωσης» που παρουσίασε το διάστημα αυτό, και που δεν έμεινε σε διακηρύξεις αλλά πέρασε στην πράξη, ήταν η απόφαση για απομάκρυνση Σημίτη και τοποθέτηση στην αρχηγία του Γ. Παπανδρέου. Τώρα, βέβαια, τι είδους «ανανέωση» είναι αυτή που ξαναφέρνει στο προσκήνιο τα παραδοσιακά τζάκια είναι κάτι που το προσπερνάμε, μιας και γνωρίζουμε με τι είδους άρχουσα τάξη έχουμε να κάνουμε. Είναι, αν θέλετε, προέκταση μιας άλλης «ανανέωσης» που είχε κάνει η ΝΔ, απομακρύνοντας τους Εβερτ και λοιπούς για να επιστρέψει κι αυτή στα τζάκια με τον ανιψιό Καραμανλή. Άλλωστε, μην μας διαφεύγει ότι στα 31 χρόνια μεταπολίτευσης, μόνο τα 11 απ’ αυτά κινήθηκαν σ’ επίπεδο κυβερνητικών λύσεων έξω απ’ τα τζάκια. Και μάλιστα δεν είχαν και την καλύτερη κατάληξη.

Πολλά γράφτηκαν και ακούστηκαν τότε για το παρασκήνιο της αλλαγής Σημίτη – Παπανδρέου. Εμείς βέβαια δεν έχουμε δυνατότητα να ελέγχουμε τα διάφορα σενάρια. Άλλωστε, δεν έχουν τόση σημασία το αν ο Σημίτης υποχρεώθηκε σε παραίτηση, αν του υπέδειξαν τον Παπανδρέου και πώς. Την κύρια πολιτική πλευρά, έτσι όπως εμείς την εισπράξαμε, την καταθέσαμε. Σαν κίνηση μπροστά σε αδιέξοδο είχε τα όριά της, παρ’ όλο που ήθελε να στείλει μηνύματα προς διάφορα κέντρα ότι το ΠΑΣΟΚ μπορεί να γίνει πιο ευέλικτο και να συνεχίσει να υπηρετεί αποτελεσματικά το σύστημα και τον ιμπεριαλισμό.

Ήταν και είναι σαφές ότι σαν κίνηση κυρίως απευθυνόταν στους αμερικάνους ιμπεριαλιστές, με τους οποίους είχαν προηγηθεί αρκετές κόντρες. Ήταν μια κίνηση σ’ ανώτερο επίπεδο, συνέχεια της πρωτοβουλίας Σημίτη να τελειώσει το Λαλιώτη. Ήταν μια κίνηση που, πάντα στη γραμμή της εξισορρόπησης και «πατάμε σε δύο βάρκες», δημιούργησε ευνοϊκότερο πεδίο παρέμβασης και ανάμιξης των αμερικάνων ιμπεριαλιστών όχι μόνο στις υποθέσεις του ΠΑΣΟΚ αλλά στο όλο αστικό κυρίαρχο πλέγμα και μπλοκ. Άλλωστε, το ότι η όλη εναλλαγή έβλεπε κυρίως προς Ουάσιγκτον και ήθελε να αναλάβει δεσμεύσεις απέναντι στις ΗΠΑ φάνηκε καθαρά με τη μετέπειτα στάση Παπανδρέου απέναντι στο σχέδιο Ανάν που, σημειωτέον, δεν δυσαρεστούσε ούτε τους ισχυρούς της «παλιάς Ευρώπης».

Πέραν όμως του μηνύματος προς ΗΠΑ, η όλη κίνηση στόχευε να εμπεδώσει ένα κλίμα προς κάθε κατεύθυνση και προς το λαό πως το ΠΑΣΟΚ τα «αλλάζει όλα». Ότι συντελείται περίπου μια «παρθενογένεση» που δεν θα έχει σχέση με το παρελθόν. Έκφραση αυτού ήταν και το ότι ο Σημίτης, στην κυριολεξία, σαν να χάθηκε από προσώπου γης. Σαν να άνοιξε η γη και να τον κατάπιε. Όλη η φιλολογία των τότε ημερών, προεκλογικά, διατυμπανίζει ότι οικοδομείται γρήγορα ένα εντελώς καινούργιο κόμμα από πάνω ίσαμε κάτω. Επιλέγεται μια ολόκληρη προεκλογική καμπάνια στηριγμένη στο ότι το ΠΑΣΟΚ έχει ξεκόψει εντελώς με την προηγούμενη οχταετία και δεν ξέρει τίποτα για την ταμπακέρα! Η όλη υπόθεση ξεφτίζει και φαντάζει σαν τρικ που δεν πείθει ούτε τους ίδιους, και πολύ περισσότερο το λαό. Το σίγουρο είναι ότι γύρισε μπούμερανγκ και χτύπησε τους ίδιους, όπως έδειξαν τα εκλογικά αποτελέσματα. Ουσιαστικά μ’ αυτή την επιλογή της καινούργιας ηγετικής ομάδας του ΠΑΣΟΚ δικαιώνονταν όσοι έριχναν τα βέλη τους στην οχταετία και δίνονταν επιχειρήματα κυρίως στη ΝΔ.

Πολλοί, τότε αλλά και σήμερα, μιλούν για «αυτοκτονία» του ΠΑΣΟΚ. Είναι πάνω κάτω οι ίδιοι που θεωρούσαν και θεωρούν ότι η χώρα δεν αντέχει γενικά λύση Δεξιάς όπως αυτή της ΝΔ. Είναι αυτοί που θεωρούν ότι η λύση της ΝΔ εκτός από αναγκαστική είναι και προσωρινή. Όλα αυτά βέβαια είναι τελείως σχετικά και σίγουρα, σε μεγάλο βαθμό, απηχούν ευσεβείς πόθους μιας σειράς παρατρεχάμενων του όλου εικοσαετούς οικοδομήματος ΠΑΣΟΚ που ανδρώθηκε, άπλωσε και ρίζωσε για τα καλά. Εμείς, για να πούμε την άποψή μας, θα επαναλάβουμε ότι το ΠΑΣΟΚ απέδειξε ότι δεν μπορούσε, ανεξάρτητα αν ήθελε και τι. Οπότε, δεν έμενε και τίποτα άλλο να υλοποιηθεί απ’ αυτό που οικοδομούνταν συστηματικά όλα τα προηγούμενα χρόνια. Εναλλαγή με το να έρθει στα πράγματα το άλλο μεγάλο κόμμα του συστήματος. Δεν είναι άλλωστε η πρώτη φορά που οι ευσεβείς πόθοι για συνολική αλλαγή του όλου πολιτικού σκηνικού μέσα από κυβερνήσεις συνεργασίας, εμφάνιση νέων κομμάτων, μένουν φαντασιώσεις.

Ούτε φυσικά αποδεχόμαστε ότι το ΠΑΣΟΚ έκανε κόλπο, αυτοαποσύρθηκε, για να βγάλει η ΝΔ τα κάστανα από τη φωτιά, να φθαρεί και να επανέλθει «φρέσκο» και «ανανεωμένο».

Εμείς βρισκόμαστε πολύ μακριά από τέτοιες «εξηγήσεις». Και απέναντι σ’ όσους ισχυρίζονται ότι η ΝΔ απέκτησε μύρια όσα προβλήματα τώρα που έγινε κυβέρνηση, έχουμε να συμπληρώσουμε τα πολλά προβλήματα απέκτησε και το ΠΑΣΟΚ έτσι όπως βρέθηκε στην αντιπολίτευση.

 

Η αλλαγή της σκυτάλης και οι πολιτικές εξελίξεις που δρομολόγησε

Το σύστημα στη χώρα μας, ανεξάρτητα τι φαντασιώνεται ο καθένας από τη σκοπιά του, ξαναεμπιστεύθηκε τη ΝΔ του Καραμανλή γιατί έτσι πορεύεται την τελευταία τριακονταετία. Γιατί αυτό το μοντέλο διαχείρισης έχει επιλέξει. Όντως, μπορεί η ΝΔ να μην ήταν καθ’ όλα έτοιμη να κυβερνήσει. Άλλωστε, ποιο αστικό κόμμα εξουσίας είναι ποτέ καθ’ όλα έτοιμο να κυβερνήσει, ιδιαίτερα όταν έχει μείνει στην απ’ έξω, που λένε, πάνω από μια δεκαετία; Το ΠΑΣΟΚ του 1981 δηλαδή, έστω και κάτω από πολύ διαφορετικές συνθήκες, ήταν έτοιμο να κυβερνήσει; Ή για να μην πάμε τόσο μακριά, το σημιτικό ΠΑΣΟΚ, παρ’ όλο που σπρώχτηκε με τα μπούνια να αναλάβει, ήταν έτοιμο να κυβερνήσει;

Δεν χρειάστηκε κι αυτό τον «αμερικάνο» και τον «γερμανό» του για να του «μάθουν» πώς να κυβερνάει; Την ίδια περίοδο «εκμάθησης» θα περάσει και η ΝΔ.

¦ Ας γίνουμε όμως πιο συγκεκριμένοι! Όντως η ΝΔ, από τότε που ανέλαβε, βρέθηκε, όχι μόνο για λογαριασμό της αλλά και για λογαριασμό του συνόλου της άρχουσας τάξης, μπροστά σε πολλές εκκρεμότητες (για να το πούμε ευγενικά).

Υπάρχει, βέβαια, μια γενικότερη ρευστότητα και μεταβατικότητα, που είναι σαφές ότι εμποδίζει την άρχουσα τάξη να πάρει πιο σαφείς κατευθύνσεις. Πασχίζει για τη φάση που περνάμε να είναι «μέσα σ’ όλα» και να «μην δυσαρεστήσει κανέναν ισχυρό».

Ωστόσο, στην πράξη τα πράγματα έχουν τη δική τους δυναμική. Μετά το πρώτο ταξίδι Καραμανλή στην Ουάσινγκτον, αλλά κυρίως μετά την ανακίνηση του ζητήματος της Π.Γ.Δ.Μ. από τις ΗΠΑ και την επίσκεψη Μολυβιάτη στην Ουάσινγκτον, το τροπάρι διαφοροποιήθηκε και όλο και πιο συχνά είχαμε δηλώσεις ότι η Ελλάδα είναι στρατηγικός σύμμαχος των ΗΠΑ και ότι συμφωνεί απόλυτα με τις «αντιτρομοκρατικές» επιδιώξεις τους. Ωστόσο, στην πράξη, παρ’ όλες τις ταλαντεύσεις της, η ΝΔ δεν έφτασε να ανατρέψει την στάση της χώρας σε σχέση με το Ιράκ, και «κρύφτηκε» πίσω από τους ισχυρούς της Ευρώπης που συνέχιζαν για τους δικούς τους λόγους να κρατούν τις αποστάσεις τους απ’ τις ΗΠΑ. Απ’ την άλλη, έκανε ορισμένες βασικές κινήσεις επίδειξης καλής θέλησης στις ΗΠΑ, όπως η αγορά των F-16, που σίγουρα δυσαρέστησε τους υπόλοιπους Ευρωπαίους ιμπεριαλιστές.

Σαφές μειονέκτημά της το ότι βρισκόταν αντιμέτωπη μ’ ένα ολόκληρο καθεστώς ΠΑΣΟΚ που αργά ή γρήγορα θα πέρναγε στην «αντεπίθεση» μετά την πρώτη ζάλη. Και μάλιστα, χωρίς η ίδια να έχει οικοδομήσει ακόμη τους δικούς της μηχανισμούς. Το ατού που είχε στα χέρια της ήταν το πολύ ικανοποιητικό εκλογικό ποσοστό, ιδιαίτερα συγκρινόμενο μ’ αυτό του ΠΑΣΟΚ, το οποίο όμως από μόνο του δεν είναι αρκετό για να διασφαλίσει προοπτική ως κυβέρνηση. Πιο σημαντικό όμως πλεονέκτημα για τη ΝΔ ήταν η κατάσταση του λαϊκού κινήματος, το οποίο βρισκόταν και συνεχίζει να βρίσκεται στο περιθώριο, παρά τη λυσσασμένη επίθεση που επρόκειτο να δεχτεί.

Είναι αλήθεια πως τους πρώτους μήνες του 2004 μέχρι και το τέλος της Ολυμπιάδας η ΝΔ είχε την πολυτέλεια και την άνεση «να τρώει, που λένε, από τα έτοιμα». Η αντιπολίτευση ζαλισμένη, ο λαός εγκλωβισμένος, η «ομοψυχία» να θριαμβεύει, ενόψει Ολυμπιακών αγώνων. Ήταν πράγματι έντονη εκείνο το διάστημα η περιρρέουσα αίσθηση ότι η ΝΔ είναι αρκετά ισχυρή, που έφτασε για να σκεπάσει την αμφιλεγόμενη και αντιφατική στάση της απέναντι στο σχέδιο Ανάν. Το τότε κλίμα δεν άφησε άμεσα να φανούν οι συνέπειες απ’ αυτή τη στάση της, που σε ένα βαθμό εκτιμήθηκε σαν προσπάθεια της Δεξιάς να μην έρθει σε σύγκρουση με το λαϊκό αίσθημα στην Ελλάδα και τους ελληνοκύπριους.

Είναι οι πρώτοι μήνες που η ΝΔ δεν έχει ακόμα ξεδιπλώσει το σύνολο της πολιτικής της, δεν έχει φανερώσει τις επιλογές της. Πολλοί θεώρησαν αυτή τη στάση και σαν «φωτισμένη» τακτική για να μην ξαναπάθει ότι η ΝΔ επί Μητσοτάκη. Άλλοι το πήγαν πιο μακριά και προσπάθησαν να περάσουν το μήνυμα ότι η ΝΔ έχει «ανανεωθεί» και «εκσυγχρονιστεί», γι’ αυτό και θα πορευτεί αποφεύγοντας ακρότητες και οξύνσεις. Θυμηθείτε τη φιλολογία περί «ήπιας προσαρμογής» πασπαλισμένες με αρκετή δόση «κάθαρσης» και «αποκατάστασης της διαφάνειας» που δεν ήταν παρά τα πρώτα μηνύματά της προς διάφορες κατευθύνσεις αλλά και προς το ΠΑΣΟΚ ότι τώρα που είναι κυβέρνηση πρέπει να της δοθούν περιθώρια και να της αφεθεί χώρος να στήσει τον δικό της μηχανισμό, να φτιάξει τα δικά της ερείσματα.

Επί της ουσίας το προφίλ των πρώτων μηνών δεν ήταν τόσο αποτέλεσμα ισχύος και σιγουριάς. Αλλά περισσότερο αναγκαστική κατάληξη μιας πορείας προσαρμογής που την είχε αναμφίβολα ανάγκη σαν καινούριο κόμμα στην κυβέρνηση.

Στο ίδιο διάστημα εμφανίζονται τα πρώτα συννεφάκια να αρχίζουν να σκιάζουν την ικανοποίηση ή την ανακούφιση από το «πετυχημένο» τέλος της Ολυμπιάδας.

Κάποιες άτονες πρωτοβουλίες της ΝΔ να αρχίσει να αμφισβητεί τον χώρο του ΠΑΣΟΚ και να διεκδικεί για λογαριασμό της τους μηχανισμούς με την απειλή της κάθαρσης και της διαφάνειας, δεν στέφονται με επιτυχία και τις αφήνει στην μέση. Την ίδια εποχή, τα οικονομικά κέντρα εντός και εκτός Ελλάδας (ιδιαίτερα στην Ευρώπη) δεν πρέπει να αισθάνονται και πολύ ικανοποιημένα από τους ρυθμούς προώθησης της άγριας επίθεσης για λογαριασμό του κεφαλαίου. Όλο και πιο έντονα ζητούν από την κυβέρνηση «να κυβερνήσει», να πάρει πρωτοβουλίες.

Εμφανίζονται τα πρώτα γερά χωσίματα της Ευρώπης, με άξονα τον βασικό μέτοχο. Εκεί όμως που τα σύννεφα πύκνωσαν απότομα, ήταν όταν ξαναεμφανίστηκε από το «πουθενά» το ζήτημα της ονομασίας της ΠΓΔΜ με πρωτοβουλία των ΗΠΑ. Που σωστά ερμηνεύτηκε σαν τα «Ιμια» που όφειλαν οι Αμερικάνοι για να περάσουν τα μηνύματά τους στη νέα κυβέρνηση. Τηρουμένων, βέβαια, των αναλογιών. Και από τότε η ΝΔ, είπε το «δικό» της «ευχαριστώ» και που με την πολιτική της από κει και πέρα έδειξε ότι όχι μόνο «ευχαριστεί» «αλλά και θα πάρει»!

 

Η ΝΔ προσαρμόζεται

Στο διεθνές επίπεδο, λοιπόν, μπορούμε αβίαστα να πούμε ότι μετά την επανεκλογή Μπους αλλά και την «αμαχητί» παράδοση του Γκορ, η ΝΔ γαντζώνεται φανερά από τον ισχυρό, την αμερικάνικη υπερδύναμη. Και αποφασίζει να γεμίσει τα όποια κενά είχαν απομείνει από τις πολιτικές τριβές επί Σημίτη με τις ΗΠΑ. Για να καλύψει δε, τα κενά που άφηνε αυτή η φανερά αμερικανόστροφη πολιτική της και στην προσπάθειά της να εξισορροπήσει, αφήνει στην άκρη τις «ήπιες αναπροσαρμογές» και συντάσσεται με το πανευρωπαϊκό «νέο πνεύμα» της άγριας επίθεσης. Μέσα από νομοθετήματα και ρυθμίσεις, μέσα σε λίγους μήνες, ανοίγει τον δρόμο στην πιο άγρια καπιταλιστική επίθεση, που γνώρισε η χώρα από εκείνες τις μαύρες μέρες του ‘85 και του ’90-’91.

Με αυτή την πολιτική, ελπίζει ταυτόχρονα να ικανοποιήσει τα ντόπια οικονομικά κέντρα εξουσίας, να αποκτήσει την στήριξή τους που τα προηγούμενα χρόνια έδιναν φυσιολογικά στο ΠΑΣΟΚ. Μέσα σε λίγους μήνες, η ΝΔ, διαμηνύει προς το κατεστημένο ότι είναι ικανή να διευκολύνει την άγρια καπιταλιστική εξόρμηση, χωρίς βαρίδια, αγκυλώσεις, αντιδράσεις από τα έσω, θέλοντας να κάνει σαφές ότι είναι η «καθαρή λύση» που απαιτεί το σύστημα. Και το κάνει πράξη, χωρίς να δεχθεί σοβαρές λαϊκές αντιστάσεις.

Δεν συμφωνούμε ότι με τις επιλογές της αυτές η ΝΔ συμπεριφέρεται συνειδητά σαν παρένθεση, να περάσει ό,τι περάσει και να παραδώσει σε άλλη κυβερνητική λύση. Το αν θα καταλήξει εκεί ή όχι, είναι πρόωρο να το εκτιμήσουμε. Στην πραγματικότητα και ανεξάρτητα από το αν θα το πετύχει, επιδιώκει να φτιάξει μονιμότερα και ουσιαστικότερα στηρίγματα που θα την κρατήσουν προοπτικά στο κέντρο των εξελίξεων.

Ωστόσο, οφείλουμε να αναγνωρίσουμε ότι με την σκληρή της πολιτική, με τη στροφή της προς ΗΠΑ, με την διάθεσή της να φτιάξει τους μηχανισμούς της, τροποποιεί αρκετά τα δεδομένα και προκαλεί αλυσιδωτές αντιδράσεις, άσχετα αν αυτές ακόμα δεν φαίνονται στο επίπεδο του κινήματος.

Αν αφήσουμε για άλλο κεφάλαιο τις επιπτώσεις στα λεγόμενα εθνικά θέματα, θα εντοπίζαμε τις αντιδράσεις αφενός από Ευρώπη μεριά (βλ. Αλμούνια) αλλά και την «αφύπνιση» του όλου συστήματος ΠΑΣΟΚ που με τις ιδιαίτερες προσβάσεις του και στα ΜΜΕ, έχει σηκώσει μπόλικο κουρνιαχτό και έχει φτιάξει ένα κλίμα που ωστόσο πρέπει να αξιολογηθεί, νηφάλια και όχι με βιαστικά και εύκολα συμπεράσματα.

Η κυβέρνηση λοιπόν αυτή την εποχή, υφίσταται τις συνέπειες ενός συνεχούς «ανταγωνισμού» σε ενδοαστικά πλαίσια, με τον λαό να βρίσκεται δυστυχώς στο περιθώριο. Δέχεται επίσης πολλά χτυπήματα στο γήπεδο που η ίδια θέλησε να παίξει προηγούμενα. Σκάνδαλα, διαφάνεια κ.λπ. Το βέβαιο είναι ότι το «σύστημα ΠΑΣΟΚ» που λέμε αλυχτάει προκειμένου να διασώσει στηρίγματα για μελλοντικές εξελίξεις.

Πρόβλημα για τη ΝΔ αλλά και το ΠΑΣΟΚ, είναι το πώς θα χειριστούν και πως θα διασκεδάσουν τις δυσαρέσκειες που εκδηλώνει η ΕΕ απέναντι στη χώρα με διάφορους τρόπους και ευκαιρίες. Ποια είναι όμως η βάση αυτής της δυσαρέσκειας;

Αν κρίνουμε πάλι από τις αντιδράσεις της ΝΔ, καταλαβαίνουμε ότι αφορούν τις απαιτήσεις των ισχυρών της Ευρώπης να κινηθεί και η χώρα μας πιο αποφασιστικά στον αστερισμό της άγριας επίθεσης του κεφαλαίου και της άρσης των όποιων εμποδίων στην ελεύθερη και απροσχημάτιστη δράση του. Η απαίτηση της Ευρώπης είναι να μπουν στην άκρη οι όποιες ενδοαστικές κόντρες και διαμάχες, όπως και οι αιτιάσεις ότι η Ελλάδα πρέπει να «εξαιρεθεί» ορισμένων δεσμεύσεων και να βαδίσουν όλοι ενωμένοι στην κατεύθυνση «τα δίνουμε όλα για το κεφάλαιο».

Μέχρι στιγμής, αυτό που έχει φανεί είναι ότι η ΝΔ δείχνει να έχει πάρει το μήνυμα και να προσαρμόζεται ανάλογα. Την απασχολεί βέβαια η φθορά της, αλλά και η τροφοδότηση τάσεων στην αντιπολίτευση που θέλουν να δηλώσουν «φιλολαϊκό παρών», που όμως, όσο δεν περνάνε μέσα στο λαό με την εκδήλωση μαζικών αντιστάσεων, θεωρεί ότι θα ξεπεράσει τον κάβο.

Είναι γεγονός ότι η πολιτική της Δεξιάς, έχει επηρεάσει σαφώς και τις εξελίξεις στο πλαίσιο της λεγόμενης αντιπολίτευσης. Κυρίως την έχει υποχρεώσει να τροποποιήσει πολλά από εκείνα περί «ανανέωσης», «εκσυγχρονισμού» που συνέχιζε να διαλαλεί τους πρώτους μήνες που ανέλαβε ο Παπανδρέου κατά τους πρώτους μήνες που πήρε η ΝΔ την κυβερνητική εξουσία. Η αντιπολίτευση με ένα τρόπο ιδιαίτερο και ιδιόμορφο, αντιμετωπίζει δίλημμα να επιστρέψει σε πιο κλασικές «αντιδεξιές» πρακτικές με ό,τι αυτό συνεπάγεται. Είναι πολύ συζητήσιμο αν αυτή η καρικατούρα «αναβίωσης» του «παλιού» ΠΑΣΟΚ που μπορεί να περιλαμβάνει μέχρι και «νοσταλγία Σημίτη» μπορεί να ανεβάσει τις μετοχές του ΠΑΣΟΚ στο λαϊκό αίσθημα. Πολύ περισσότερο, που με αυτή την «αναβίωση» δεν προσεγγίζει τις απαιτήσεις των κέντρων εξουσίας.

Ωστόσο, όλα όσα αναφέραμε, μπορεί να είναι και η κορυφή του παγόβουνου. Τα πιο ουσιαστικά και ενδιαφέροντα, ίσως έχουν να κάνουν με την επανεμφάνιση Σημίτη, που φυσικά αποτελεί κατά βάση πρόβλημα του ΠΑΣΟΚ και του Γ. Παπανδρέου, αλλά είναι και μια ένδειξη των διλημμάτων που αντιμετωπίζει η άρχουσα τάξη στο σύνολό της.

Τι ζητάει λοιπόν ο Σημίτης επί της ουσίας; Ανεξάρτητα του τρόπου που διάλεξε (το βιβλίο δηλαδή) για να βγει ξανά στο προσκήνιο!!

Δουλεύει μόνο για τον εαυτό του και την υστεροφημία του; Ή λειτουργεί για λογαριασμό κέντρων, και ποιών; Μήπως η βάρκα «μπαντάρει» αρκετά τελευταία προς τους Αμερικάνους και η παρουσία του Σημίτη έχει σαν στόχο να φέρει ισορροπία; Μήπως η επανεμφάνιση Σημίτη είναι μια ακόμα ένδειξη της έντονης ανάμιξης ευρωπαϊκών ιμπεριαλιστικών κέντρων στα πολιτικά πράγματα της χώρας που δεν είναι βέβαια ανεξάρτητη της πορείας των ενδοϊμπεριαλιστικών αντιθέσεων που εξελίσσονται διεθνώς και στην περιοχή;

Ίσως να είναι μια ακόμα ένδειξη της έξωθεν ευρωπαϊκής δυσαρέσκειας που αναφέραμε και που φιλοδοξεί να συνδυαστεί με εσωτερικές εκφράσεις.

Μα μπορεί κάποιοι να αντιτείνουν ότι ο Σημίτης είναι καμένο χαρτί, για να δομηθεί ξανά γύρω του κάποιο κέντρο, ευρωπαϊκών προσανατολισμών. Εμείς δεν είμαστε τόσο απόλυτοι. Αν έχουν έτσι τα πράγματα, τότε δεν προσθέτουν πονοκεφάλους μόνο στον Γ. Παπανδρέου, αλλά και στη ΝΔ που έχει και την ευθύνη της αμερικανόστροφης πορείας. Ακόμα όμως είμαστε στην «αρχή». Και είναι πρόωρο να απαιτούμε να υπάρξει πλήρες ξεκαθάρισμα των πιθανών μελλοντικών πολιτικών εξελίξεων και γιατί όχι, ανακατατάξεων.

Συμπερασματικά, δεν θα πρέπει να παρασυρθούμε και να θεωρούμε ότι το κλίμα που διαμορφώνεται έχει ενιαίο κέντρο και καθοδήγηση που στοχεύει στην ανατροπή της κυβέρνησης. Μάλλον έχουμε να κάνουμε με πρωτοβουλίες κέντρων, όχι αναγκαστικά ενιαίων που στοχεύουν σε επανατοποθέτηση των σχέσεών τους μεταξύ τους, με τους ιμπεριαλιστές και την κυβέρνηση. Ίσως και «ανασχηματισμένη» προκειμένου να γίνει ακόμα πιο «ευέλικτη» και πιο «προσαρμοστική». Για αυτό και παρουσιάζονται «μπλεγμένα» τα πράγματα, με πισωγυρίσματα.

Αν συνεχίσουμε ωστόσο σε αυτό το μοτίβο, υπάρχει ο κίνδυνος να αποπροσανατολιστούμε. Αυτό που μετράει για μας και φυσικά για τον λαό, είναι ότι βρίσκεται αντιμέτωπος με μύρια όσα προβλήματα, που η κυβέρνηση με την πολιτική της είναι προορισμένη να του τα οξύνει, προς όφελος του κατεστημένου. Και δε φτάνει αυτό αλλά οι συνθήκες είναι τέτοιες που η αντιπολίτευση με την όλη της στάση, αντί να σκάβει τον λάκκο της κυβέρνησης, στην ουσία συνεχίζει να της προσφέρει βοήθειες, συντασσόμενη με την όλη πολιτική του συστήματος.

Αλλά για τα καθήκοντα των κομμουνιστών και των προοδευτικών αγωνιστών θα μιλήσουμε σε άλλο κεφάλαιο.

 

Η ΕΝΤΑΞΗ ΣΤΗΝ ΟΝΕ ΚΑΙ ΟΙ ΕΠΙΠΤΩΣΕΙΣ ΤΗΣ

 

¦ Είναι ιδιαίτερα εντυπωσιακό το πόσο γρήγορα ξέφτισε ο μύθος ότι η ένταξη στην ΟΝΕ και η υιοθέτηση του ευρώ, που επισημοποιήθηκε το 2000, θα έφερνε «ευημερία» και «ισχύ» για την χώρα. Δεν ήταν και τόσο εύκολο να προβλέψουμε ότι οι εκτιμήσεις που είχαμε κάνει στην προηγούμενη Συνδιάσκεψη το ’98, αλλά και την περίοδο ’99-2000, για το τί θα σήμαινε η ένταξη στην ΟΝΕ για τον λαό και την χώρα, θα επαληθεύονταν στο ακέραιο, λίγα μόλις, χρόνια μετά.

Δεν σκοπεύουμε να επεκταθούμε ξανά στους λόγους που παρά τους άνισους όρους σε βάρος της χώρας, έσπρωχναν την ντόπια άρχουσα τάξη να γίνει μέλος της ΕΟΚ παλιότερα, της ΕΕ στη συνέχεια και στην ΟΝΕ πιο πρόσφατα, ούτε στους λόγους που οι ισχυροί της Ευρώπης αποφάσισαν να εντάξουν την Ελλάδα στο «κλαμπ των ισχυρών».

Ήταν μια σειρά γεωστρατηγικοί, πολιτικοί και οικονομικοί λόγοι που επέβαλλαν και στις δυο πλευρές την τότε εξέλιξη, και που φυσικά δεν είχαν καμιά σχέση με το ότι δήθεν η Ελλάδα είχε φτάσει να αλλάζει χαρακτηριστικά και να μεταμορφώνεται σε μια χώρα καθ’ όλα ισχυρή και ανεπτυγμένη που θα μπορούσε επί ίσοις όροις και από τα μέσα να ανταγωνιστεί και να «συνεργαστεί» στο πλαίσιο του σκληρού πυρήνα της ΕΕ. Η άρχουσα τάξη της χώρας παρά τις αποπροσανατολιστικές της εξορμήσεις για να αποκοιμίζει τον λαό, παρά τα λογιστικά τρικ, μέσα από τα οποία δήθεν φαίνονταν ότι η χώρα πλησίαζε τα στάνταρ που έβαζαν οι ισχυροί της Ευρώπης, δεν μπόρεσε να κρύψει ότι η χώρα και πριν μπει και αφού μπήκε, παρέμενε μια χώρα εξαρτημένη, ανάμεσα στην δεύτερη και τρίτη ταχύτητα των χωρών της Ευρώπης.

Άλλωστε, μην ξεχνάμε το ότι το άλλοθι και η δικαιολογία της άρχουσας τάξης για την πολιτική της άγριας επίθεσης στους εργαζόμενους και την εργατική τάξη, ήταν «να προλάβουμε το τρένο» που τρέχει πιο γρήγορα από την χώρα. Να «γίνουμε ανταγωνιστικοί» να «μην μείνουμε άλλο πίσω».

Ούτε να ξεχνάμε ότι η επιμονή της άρχουσας τάξης και των εκπροσώπων της, να μιλάνε για «μονόδρομο» δεν ήταν παρά μια έμμεση αναγνώριση, ότι πρόκειται για μια αναγκαστική επιλογή με έντονα τα χαρακτηριστικά του βιασμού των καταστάσεων.

Ένα βιασμός, για τον οποίον δεν ισχύει η κατά τα άλλα, χυδαία διαπίστωση «αφού δεν μπορείς να τον αποφύγεις απόλαυσέ τον» Δεν ισχύει τουλάχιστον για τον λαό. Γιατί όσον αφορά την άρχουσα τάξη, παρά τα προβλήματα και τις αντιφάσεις που συνειδητά αποφάσισε να φορτωθεί, απόλαυσε και απολαμβάνει αρκετά οφέλη από την ένταξη στην ΕΕ και την ΟΝΕ.

 

Η χώρα «ευημερεί», ο λαός της στενάζει

¦ Θα ήταν μεγάλη κοινοτοπία να πούμε ότι στα χρόνια που μεσολάβησαν από την περίοδο ’98-2000 έως σήμερα, η θέση των εργαζόμενων και του λαού έχει επιδεινωθεί ραγδαία σε όλους τους τομείς της κοινωνικής και οικονομικής ζωής.

Το τραγικό στην όλη ιστορία είναι ότι όχι μόνο για το σύστημα και τους εκφραστές του αλλά και για μια σειρά «ριζοσπαστικούς» και «αριστερούς» χώρους (που δεν τους περιορίζουμε στον χώρο του ΣΥΝ), θεωρούν αυτή την επιδείνωση, σαν ένα «φυσιολογικό» τίμημα, που πρέπει να «αποδεχθούμε» μιας και «κατά τα άλλα» η «χώρα ωφελήθηκε».

Κατ’ αρχάς λοιπόν η χώρα «αναπτύχθηκε», έγινε ισχυρή και αναβαθμίστηκε. Εγινε πιο «ασφαλής» αφού πλέον ανήκει «κάπου» και δεν βρίσκεται πλέον μοναχή και έρμη. Βρίσκεται μέσα στα κέντρα των αποφάσεων κα συνομιλεί ισότιμα με τους ισχυρούς. Εχει αντίβαρα και δεν είναι πλέον έρμαιο στις διαθέσεις των ΗΠΑ και μπορεί να διεκδικεί από καλύτερες θέσεις, λύσεις ευνοϊκές για τα λεγόμενα εθνικά θέματα. Η παράκρουση δηλαδή σε όλο της το μεγαλείο. Η χώρα να «ευημερεί», αλλά η πλειοψηφία των κατοίκων της να βρίσκεται ολοένα και σε πιο δεινή θέση.

Εμείς αντίθετα που εξετάζουμε τα ζητήματα από ταξική σκοπιά, δεν μπορούμε να κρίνουμε τα ζητήματα από την σκοπιά της άρχουσας τάξης. Τα δικά μας κριτήρια είναι διαφορετικά. Και θεωρούμε ότι η ένταξη στην ΟΝΕ και η υιοθέτηση του ευρώ, σε συνδυασμό με το σύνολο των δεσμεύσεων για τη χώρα που απορρέουν από την ένταξη στην ΕΕ, έχουν παίξει σημαντικό ρόλο στην όξυνση και διόγκωση των προβλημάτων που αντιμετωπίζει ο λαός.

Είμαστε από αυτούς που πασχίζουμε σταθερά να ευνοήσουμε στην χώρα ένα συνειδητό αντιιμπεριαλιστικό κίνημα που όχι μόνο θα εκτιμήσει και θα αξιολογήσει σωστά τις συνέπειες από την χρόνια εξάρτηση της χώρας από τους διάφορους στρατιωτικούς και οικονομικούς, ιμπεριαλιστικούς συνασπισμούς αλλά και θα διαμορφώσει στην πορεία, προοπτική απαλλαγής από αυτές τις εξαρτήσεις.

Κάτω από αυτό το πρίσμα λοιπόν, ανοίγουμε στο περιθώριο αυτής της Συνδιάσκεψης, αλλά και στη συνέχεια το ζήτημα της προοπτικής μιας άλλης, σοσιαλιστικής κοινωνίας, το ζήτημα ενός άλλου δρόμου που κατά τη γνώμη μας υπάρχει και πρέπει ο λαός μέσα από τη συνολική του πάλη να ανακαλύψει και να βαδίσει. Γιατί κατανοούμε ότι η αποκάλυψη των βαθιά αντιδραστικών χαρακτηριστικών του συστήματος, όσο και ουσιαστική να είναι, οφείλει να συνδέεται με την διαμόρφωση στοιχείων προοπτικής.

Ωστόσο είμαστε απόλυτοι ότι η ανίχνευση στοιχείων προοπτικής, πρέπει να πατάει γερά στα πόδια της. Να πατάει στο σήμερα. Και για να πατάει πρέπει να έχει ξεκάθαρους λογαριασμούς με ό,τι βιώνουμε σήμερα.

Και αυτό που βιώνουμε σήμερα, με την ένταξη στην ΟΝΕ, είναι μια ακόμα πράξη του ίδιου κατά βάση έργου που παίζεται εδώ και πολλές δεκαετίες στη χώρα.

Είναι η «φυσιολογική» επιλογή της άρχουσας τάξης που ήταν και παραμένει εξαρτημένη και αναγκαστική κατάληξη μιας πορείας που συνοψίστηκε στο περίφημο σύνθημα «ανήκουμε στη Δύση», που χαρακτηριστικά διατύπωσε ο «εθνάρχης» θείος, αμέσως μετά την μεταπολίτευση.

Αυτό που μεθοδεύτηκε και υλοποιήθηκε το 2000, ήταν η προσαρμογή στα νέα δεδομένα αλλά ταυτόχρονα και η «ολοκλήρωση» μιας απαρέγκλιτης πορείας του ντόπιου κεφάλαιου, του πλουτοκρατικού κατεστημένου, που δεν έπαψε ποτέ να λειτουργεί, να αναπαράγεται, να δρα υπό την σκέπη, την εποπτεία, την καθοδήγηση, τον ασφυκτικό έλεγχο του ξένου κεφαλαίου και των ιμπεριαλιστών.

Ήταν μια ακόμα επιβεβαίωση ότι το κράτος, οι μηχανισμοί, οι «θεσμοί» τα αστικά κόμματα και οι πάσης φύσης εξουσίες, λειτουργούσαν σαν ενδιάμεσοι και μεσολαβητές της διαπλοκής και της υποταγής του ντόπιου κεφάλαιου στο ξένο και σε στενή αναφορά με τους ανταγωνισμούς στο πλαίσιο των ιμπεριαλιστών.

Ήταν μια ακόμα απόδειξη, ότι όλο το ντόπιο κηφηναριό, βάζει πάνω από όλα τα στενά δικά του ταξικά συμφέροντα, την διασφάλιση της δικής του ισχύος και θέσης, βάζοντας σε δεύτερη και τρίτη μοίρα την όποια ανεξάρτητη κα αυτοδύναμη ανάπτυξη, τις πραγματικές δυνατότητες της χώρας και του λαού, την θέση της στον χάρτη.

Η άρχουσα τάξη ποτέ δεν φάνηκε να διδάσκεται από την ιστορία και πάντα έτρεχε πίσω από τα γεγονότα που οι άλλοι -στους οποίους πάντα πρόθυμα παραδίνονταν- διαμόρφωναν και προκαλούσαν.

Την περίοδο 1980-2000, όχι μόνο παρακολουθούσε αδιάφορα, αλλά ευνόησε με κάθε τρόπο την παραγωγική αποδιάρθρωση της χώρας, την ραγδαία συρρίκνωση της πραγματικής οικονομικής βάσης.

Ποτέ της δεν μπήκε στην ανάγκη να παρουσιάσει και να υλοποιήσει ένα πραγματικά δικό της σχέδιο με το τί παράγει αυτή η χώρα, πού το παράγει και γιατί το παράγει. Ποτέ της δεν διανοήθηκε να αναπτύξει και να διευρύνει τις πραγματικές δυνατότητες της χώρας, του αέρα της, του εδάφους της, της θάλασσάς της, του λαού της. Ποτέ της δεν διανοήθηκε να βάλει τη δική της σφραγίδα και οπτική για τις σχέσεις της με τους υπόλοιπους γειτόνους της και να υλοποιήσει ένα σχέδιο ειρηνικής διευθέτησης και λύσης των προβλημάτων που αντιμετώπιζε κατά καιρούς με αυτούς.

Και ότι κατά καιρούς παρουσίαζε σαν «δικό της σχέδιο» σε σχέση με το τί επενδύει και πού, σε σχέση με το τι εισάγει και τι εξάγει αυτή η χώρα, δεν ήταν τίποτα άλλο από σχέδια και κατευθύνσεις που υπεδείκνυαν και υπαγόρευαν οι «άλλοι» οι «ισχυροί». Η δική της «αρμοδιότητα» μέσω του κράτους και των εκπροσώπων της, περιορίζονταν στο να προσαρμοστεί γρήγορα και αποτελεσματικά. Η «αποφασιστικότητά» της εξαντλούνταν στο να τηρεί αλλά και να διευρύνει τις δεσμεύσεις της απέναντι στους ισχυρούς σε συνδυασμό με την πυγμή της για να κρατάει τον λαό στο περιθώριο και να «τρομοκρατεί» κάθε σκέψη, κάθε προοπτική ενός άλλου δρόμου.

 

Εγκλωβισμός στους μονόδρομους της εξάρτησης

¦ Σήμερα που έχουν περάσει λίγα μόλις χρόνια από την ένταξη στην ΟΝΕ, τα δεδομένα σε σχέση με αυτά που επισημαίνουμε σαν γενικά χαρακτηριστικά της άρχουσας τάξης, της ελληνικής οικονομίας και της κοινωνίας, παρουσιάζονται ακόμα πιο έντονα και ριζωμένα.

Αν «ξύσουμε» λίγο την μπογιά που έχει πέσει από την άρχουσα τάξη για να ωραιοποιήσει την κατάσταση και να παρουσιάσει μια εικονική πραγματικότητα, θα δούμε ότι ζούμε σε μια χώρα κυριολεκτικά δεμένη πισθάγκωνα με ένα σωρό επιπλέον δεσμεύσεις και αιχμαλωσίες σε σχέση με ό,τι είχε οικοδομηθεί τις προηγούμενες δεκαετίες. Το όλο πλαίσιο υποταγής που υφίσταται στην πλάτη του με ένα δραματικό τρόπο ο λαός, η εργατική τάξη, η νεολαία.

Ακόμα και η ίδια η άρχουσα τάξη, έχει απωλέσει, τους ελάχιστους έστω, βαθμούς ελευθερίας κινήσεων που είχε ακόμα και σε αστικά-καπιταλιστικά πλαίσια, προκειμένου όταν έφτανε ο κόμπος στο χτένι, να προχωράει σε μερικές «διορθώσεις» για να αποτρέπει τις κρίσεις ή ακόμα και τις χρεοκοπίες. Δεν είναι μόνο το ευρώ που μετά την έκρηξη του χρηματιστηρίου το ’99, είναι το επόμενο εργαλείο για τη μεταφορά πλούτου στα χέρια των ισχυρών της Ευρώπης αλλά και της ντόπιας άρχουσας τάξης. Η ληστεία και το ξεζούμισμα των πολλών από μια χούφτα ξένους και ντόπιους εκμεταλλευτές έχει γνωρίσει πρωτοφανέρωτες εξάρσεις και απογειώσεις!

Το πιο άμεσο καθήκον που μπαίνει για τους κομμουνιστές είναι το πώς θα ευνοήσουν την αντίσταση σε αυτή τη λαίλαπα. Για αυτό όμως θα μιλήσουμε σε άλλο κεφάλαιο. Ας επισημάνουμε όμως και μια άλλη πλευρά που συνδέεται με την προοπτική της λαϊκής πάλης, με την προοπτική να θελήσει ο λαός να πάρει την τύχη αυτής της χώρας στα χέρια του.

Η πλευρά αυτή, αφορά τι κληρονομιά αφήνει ή δεν αφήνει πίσω της η άρχουσα τάξη, σε σχέση με τις δυνατότητες και τα χαρακτηριστικά της χώρας, προκειμένου να ακολουθηθεί ένας άλλος δρόμος για αυτήν στον βαθμό που οι λαϊκές δυνάμεις διεκδικήσουν αποφασιστικά τον πρώτο λόγο. Οπως όλοι γνωρίζουμε, η σχετικά πιο πρόσφατη ιστορικά στιγμή που οι λαϊκές δυνάμεις βγήκαν επιθετικά στο προσκήνιο, όχι μόνο για να αντισταθούν και να πουν όχι, αλλά για να διεκδικήσουν την κύρια αρμοδιότητα για την πορεία και τις επιλογές της χώρας, για να γίνουν αφέντες στον τόπο τους, ήταν η περίοδος ’40-’50. Από τότε, για λόγους που έχουμε κατ’ επανάληψη εξηγήσει και αφορούν κυρίως στον υποκειμενικό λεγόμενο παράγοντα, οι λαϊκές δυνάμεις, παρ’όλες τις σοβαρές μάχες «χαρακωμάτων» και «οπισθοφυλακής» που έδωσαν, δεν έφτασαν σε ανάλογα επίπεδα ανάπτυξης του κινήματός τους και ωριμότητας ώστε να διεκδικήσουν την πραγματική εξουσία από τους δυνάστες τους.

Μέσα σε όλα αυτά τα χρόνια, η επιτυχία της άρχουσας τάξης, πέραν του να ισχυροποιείται, να εκμεταλλεύεται, να πλουτίζει, να αναπαράγει την κυριαρχία της, είχε κυρίως να κάνει με το ότι κατόρθωσε να επιβάλλει σταδιακά μια περιρρέουσα ατμόσφαιρα, ότι δεν υπάρχει άλλος δρόμος εκτός από τον δικό της. Για να φτάσουμε στο ’89-’90, όπου με πιο ραγδαίο και αποφασιστικό τρόπο, το σύστημα δηλητηρίαζε τη συνείδηση του λαού, διαμορφώνοντας στο κεφάλι του μια αντίληψη του ανέφικτου, του απαγορευτικού οικοδόμησης μιας άλλης κοινωνίας. Δυστυχώς σε αυτή την οπτική, συνειδητά προσχώρησε με τις ιδιαιτερότητές του, ένα μεγάλο κομμάτι της Αριστεράς, μέσα από διάφορες θεωρίες.

Σε σημαντικό βαθμό, ρόλο σε αυτό, έπαιξε και η χρεοκοπία της καρικατούρας του δήθεν άλλου δρόμου που πρέσβευε και με τις όποιες παραλλαγές συνεχίζει να πρεσβεύει, το ρεβιζιονιστικό ΚΚΕ.

Το σίγουρο είναι όσο η σημερινή επίθεση της άρχουσας τάξης, υλοποιείται ανεμπόδιστα, όσο η χώρα αλυσοδένεται από τους ισχυρούς της Ευρώπης, όσο οι στρατιωτικές της εξαρτήσεις και δεσμεύσεις από τις ΗΠΑ ισχυροποιούνται, όχι μόνο επιδεινώνεται άμεσα η θέση των εργαζόμενων, όχι μόνο απειλούμαστε από άμεσους και ορατούς κινδύνους, αλλά υπονομεύεται ακόμα περισσότερο η προοπτική ενός άλλου, ανεξάρτητου δρόμου.

Να βαδίσουμε έναν άλλο δρόμο

¦ Η μόνη άμεση απάντηση θα ήταν η εμφάνιση σοβαρών αντιστάσεων και ανατροπών έστω επιμέρους, της επίθεσης. Οι οποίες πέραν του ότι θα περίσωζαν κάποια δικαιώματα και ελευθερίες, πέραν του ότι ίσως «ανακούφιζαν», θα συντηρούσαν αλλά και θα ανέπτυσσαν την ιδέα ότι μπορεί να ακολουθηθεί ένας άλλος δρόμος. Θα ήταν το λίπασμα, το οξυγόνο για την αναζωογόνηση της προοπτικής της αλλαγής και της ανατροπής.

Στην πραγματικότητα, ο «κόκκινος» συναγερμός για τους κομμουνιστές, τους αριστερούς, τους πρωτοπόρους, έπρεπε να έχει χτυπήσει από καιρό. Αντ’ αυτού, βλέπουμε μια «αφασία» στους κόλπους της Αριστεράς, μια υποτίμηση των δεδομένων και των συνεπειών της επίθεσης. Σε ανάλογο πλαίσιο, έχει αντιμετωπιστεί και η ένταξη στην ΕΟΚ, στην ΕΕ, στην ΟΝΕ. Όχι μόνο υποτιμούνται και γίνονται λάθος αναγνώσεις, αλλά δυστυχώς, βγαίνουν και τελείως στρεβλά συμπεράσματα.

 

Οι δεξιές προσεγγίσεις της πραγματικότητας, με έναν «παράξενο» τρόπο συναντιούνται με τις πιο «αριστερές». Ο κοινός τόπος που συναντιούνται, είναι η θεώρηση ότι η ένταξη στην Ευρώπη αντιμετωπίζεται από θετικά έως «ουδέτερα». Οι ευρωλάγνοι και οι ευρωθαμπωμένοι, συναντιούνται με τους πιο «επαναστάτες» στη σημείο ότι πρόκειται για μια «αντικειμενική» εξέλιξη του καπιταλισμού.

Για τους «επαναστάτες» σαν τέτοια που είναι, «ανέπτυξε» την χώρα και ως δια μαγείας την έκανε «ιμπεριαλιστική», οπότε έφερε και πιο κοντά τον κομμουνισμό, θα μπορούσαμε να συμπεράνουμε. Όλα μέλι-γάλα δηλαδή.

Αφού στο φινάλε, «καταφέραμε» το σύστημα να δουλεύει για «λογαριασμό» των κομμουνιστών και των πρωτοπόρων.

Είναι πράγματι να απορεί κανείς με τον υποκειμενισμό των διαφόρων ομάδων και οργανώσεων που ακόμα και η μικρή τους ανάπτυξη δεν δικαιολογεί μια τόσο στρεβλή «επαφή» με την πραγματικότητα.

Το ΚΚΕ έκανε ένα ολόκληρο συνέδριο και κατάφερε να «μπερδευτεί» σε σχέση με τα χαρακτηριστικά της χώρας στην οποία δραστηριοποιείται, όπως δραστηριοποιείται επί δεκαετίες. Το «παρέκαμψε» μάλιστα, να το «μελετήσει» πιο μετά. Κατά τα άλλα, με ανοιχτό το θέμα αυτό, τάζει «αντεπίθεση» και «άλλους δρόμους».

Εδώ και πάνω από 15 χρόνια, αρχής γενομένης από το ΚΚΕ που παραμονές του ’89 ετοίμαζε το κοινό πόρισμα με την ΕΑΡ, οι περισσότερες δυνάμεις που αναφέρονται στην Αριστερά, πασχίζουν να προσαρμόσουν την γραμμή τους, τα συνθήματά τους, τις διακηρύξεις τους, στην αποδοχή της ένταξης στην Ευρώπη. Για να αναπολεί το παρελθόν, το ρεύμα του «ευρωκομμουνισμού» και ο σημερινός ΣΥΝ που «πρωτοπόροι» αυτοί τότε, χωρίς ενδοιασμούς, «μοναχικά» και επίμονα δεν έκρυβαν ότι έβλεπαν με θετικό μάτι την όλη πορεία και προοπτική ένταξης. Από αυτή την αναζήτηση προσαρμογής, την πλήρωσε μεταξύ άλλων το σύνθημα της ΕΞΟΔΟΥ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΟΚ και η προσπάθεια «αντικαταστάσής» του από λεκτικές ακροβασίες που περιορίζονταν σε μια κριτική στις συνέπειες της ένταξης και αν. Στην καλύτερη περίπτωση «έβλεπαν» την έξοδο από την ΕΕ, όταν αυτή θα «διαλυθεί»! Έξυπνα πράγματα! Προπάντων «διεθνιστικά» και αποστασιοποιημένα από τριτοδιεθνιστικά κατάλοιπα για προώθηση της επανάστασης και της αλλαγής σε μια χώρα.

¦ Το ΚΚΕ(μ-λ), αντίθετα, πριν το ’82 αλλά και μετά, όταν πλέον οι προθέσεις και οι προσανατολισμοί της άρχουσας τάξης αλλά και των ιμπεριαλιστών της Δύσης, σε σχέση με την ένταξη της χώρας στην ΕΕ, είχαν γίνει φανεροί, εναντιώθηκε συνολικά και κάθετα σε αυτή την προοπτική. Δεν έπεσε στην παγίδα του αν η ένταξη στην ΕΟΚ και στην ΕΕ στη συνέχεια αποτελεί δήθεν μια αντικειμενική εξέλιξη του καπιταλισμού, ούτε κάποιο νέο ανώτερό του επίπεδο. Την αντιμετώπισε σαν παραπέρα αλυσόδεμα μιας χώρας ήδη εξαρτημένης, με πολλές και σοβαρές αποστάσεις από τους ισχυρούς, που αντί να μείωνε τη διαφορά με αυτούς, θα τη βάθαινε.

Την αντιμετώπισε σαν μια επιλογή, που θα ισχυροποιούσε κι άλλο την ντόπια άρχουσα τάξη, απέναντι σε έναν λαό που ήδη βρισκόταν αποδυναμωμένος και που θα έδινε νέα καύσιμα και βάθος στην επίθεση του κεφαλαίου, ντόπιου και ξένου.

Την αντιμετώπισε σαν μια πρόσδεση σε έναν ιμπεριαλιστικό συνασπισμό που για να καταφέρει να σηκώσει κεφάλι για λογαριασμό του σκληρού της πυρήνα απέναντι στις ΗΠΑ και τους άλλους ιμπεριαλιστές, θα ξεζούμιζε παραπέρα χώρες της περιφέρειάς της όπως η Ελλάδα, μετατρέποντάς την σε ένα παράρτημα, σε μια «αυλή» που θα είχε τον χαρακτήρα του εφαλτηρίου για τα ιμπεριαλιστικά σχέδια.

Την αντιμετώπισε σαν μια εξέλιξη που θα επιδείνωνε κι άλλο την θέση της χώρας, θα την έκανε πιο ευάλωτη στον ανταγωνισμό των ιμπεριαλιστών, που θα ύψωνε τείχους και τάφρους ανάμεσα σε αυτήν και τους γειτονικούς λαούς, τα Βαλκάνια, την Τουρκία, με τους οποίους θα μπορούσε από τα πράγματα να αναζητήσει στην πορεία μια άλλη ανεξάρτητη προοπτική, έναν άλλο δρόμο ανάπτυξης και προόδου.

Γι’ αυτό και παρόλο που κατηγορηθήκαμε ότι επιμένουμε δογματικά στο σύνθημα της εξόδου από την ΕΟΚ και ότι τραβάμε στα άκρα την κόντρα μας, φτάνοντας μέχρι στο να μη συμμετέχουμε στις ευρωεκλογές, εμείς πιστεύουμε ότι πράξαμε και πράττουμε το σωστό. Συνεχίζουμε να θεωρούμε ότι το σύνθημα της εξόδου από την ΕΕ σε συνδυασμό με τα υπόλοιπα συνθήματα και διακηρύξεις μας που στρέφονται ενάντια στις πάσης φύσης ιμπεριαλιστικές εξαρτήσεις και ζητούν την ακύρωσή τους σαν συστατικά στοιχεία της προοπτικής για τον λαό να αναζητήσει μαζί με μας να βρει και να βαδίσει έναν άλλο δρόμο.

Το ότι ο λαός μας, για μια σειρά λόγους, κυρίως υποκειμενικούς, δεν έχει φτάσει στο επίπεδο να απαιτήσει εμπράκτως το σπάσιμο των δεσμών εξάρτησης και να πάρει τις τύχες στα χέρια του, καθορίζει σ’ αυτήν τη φάση και τις δικές μας δυνατότητες να προσδιορίσουμε με σαφήνεια το ειδικό περιεχόμενο της άλλης προοπτικής.

Αυτό όμως δεν αποτελεί λόγο να αναδιπλωθούμε σε επίπεδο διακηρύξεων αλλά και άμεσης προώθησης στόχων πάλης για να συνομολογήσουμε μαζί με την άρχουσα τάξη ότι είμαστε σε ένα μονόδρομο, χωρίς δυνατότητες διαφυγής.

Σήμερα άλλωστε και παρά τα όσα ισχυρίζονται τα γκάλοπ στην χώρα ότι οι Έλληνες είναι μεν «αντιαμερικάνοι», αλλά όχι «αντιευρωπαίοι», διαμορφώνονται καλύτερες δυνατότητες και προϋποθέσεις να συνολικοποιηθούν, να βαθύνουν, να πάρουν αντιιμπεριαλιστικό και αντικαπιταλιστικό περιεχόμενο, οι λαϊκές αντιδράσεις απέναντι στην ΕΕ και την άρχουσα τάξη που συντάσσεται σε αυτήν.

 

ΟΙ ΣΧΕΣΕΙΣ ΤΟΥΣ ΧΩΡΑΣ ΜΕ ΤΟΥΣ ΓΕΙΤΟΝΕΣ ΚΑΙ ΟΙ ΙΜΠΕΡΙΑΛΙΣΤΕΣ!

 

Η ιμπεριαλιστική επιθετικότητα στα Βαλκάνια 1992-1999

¦ Ήδη, από την εποχή που ολοκληρώσαμε την προηγούμενη Συνδιάσκεψη, είχαν μαζευτεί ξανά πάνω από τη Σερβία και το Κοσσυφοπέδιο τα σύννεφα του πολέμου. Μόλις μερικούς μήνες μετά, την Άνοιξη του ’99, ο κατά τα άλλα «προοδευτικός» Κλίντον, από κοινού με τους υπόλοιπους «δημοκράτες», επικεφαλής της ΕΕ, έφερναν σε πέρας, ένα ακόμα σχέδιο της καθυποταγής και διάλυσης της Σερβίας. Σαν συνέχεια του ιμπεριαλιστικού τους σχεδίου για διείσδυση και κατοχή των Βαλκανίων, μέσα από τον βίαιο διαμελισμό τους και την δημιουργία σε όλη την περιοχή, προτεκτοράτων-στηριγμάτων της κυριαρχίας τους. Στο πλαίσιο της επιθετικής πολιτικής των ΗΠΑ και της Δύσης γενικότερα για περικύκλωση της Ρωσίας. Η Σερβία, όπως όλοι θυμόμαστε, ήταν η μοναδική ίσως «ανορθογραφία» που ακόμα διατηρούνταν και είχε κατορθώσει να κρατήσει την υπόστασή της, έστω και με πολλές πληγές, που της είχε αφήσει η πρώτη φάση εκδήλωσης της ιμπεριαλιστικής επέμβασης στα Βαλκάνια μετά το ’90. Ο ήδη από τότε, παγιωμένος αρνητικός συσχετισμός, το στρίμωγμα της Ρωσίας, η συντονισμένη από κοινού στα πλαίσια της δυτικής συμμαχίας δράση ΗΠΑ και ΕΕ, σε συνδυασμό με την πλήρη ανυπαρξία αντιπολεμικού κινήματος αλληλεγγύης στην Ευρώπη, έφεραν αποτελέσματα υπέρ του ιμπεριαλισμού. Παρά την γενναία αντίσταση του σερβικού λαού, οι ιμπεριαλιστές έβαλαν τις βάσεις μέσα από τις καταστροφές των βομβαρδισμών, αλλά και αξιοποιώντας πολιτικά στηρίγματα στο εσωτερικό της Σερβίας, για την καθυποταγή και ευθυγράμμιση της χώρας αυτής. Απαλλάχτηκαν από τον ενοχλητικό Μιλόσεβιτς και χωρίς να τολμήσουν να βάλουν πόδι μέσα στη Σερβία, όπως έκαναν μετά στο Ιράκ, ευνόησαν την κυριαρχία στο εσωτερικό της, πολιτικών δυνάμεων που ήταν σαφώς πιο ακίνδυνες και πιο συνεργάσιμες. Την αποδυνάμωσαν ακόμα περισσότερο και χωρίς να καταφέρουν να την μετατρέψουν σε προτεκτοράτο, της έχωσαν στα πλευρά κι άλλα καρφιά που συνέχισαν να αιμορραγούν. Την περικύκλωσαν ακόμα πιο στενά και την ανάγκασαν σε μια πιο έντονη ομηρία, φορτώνοντάς την με πιο οξυμένες πιέσεις, όχι μόνο από Βορρά, αλλά και από Νότο και από Δύση. Θα ήταν βέβαια, μεγάλη ανοησία να πιστέψει κανείς ότι μετά το τέλος των βομβαρδισμών της Σερβίας και την εγκατάσταση νέων ιμπεριαλιστικών στρατευμάτων στην ΠΓΔΜ και την περιοχή του Κοσσυφοπεδίου που ήρθαν να συμπληρώσουν αυτά που ήδη είχαν εγκατασταθεί από προηγουμένως στη Βοσνία, αποκαταστάθηκε η ειρήνη σε αυτή την περιοχή. Το τοπίο παρέμεινε σε αρκετές πλευρές θολό και ή όλη κατάσταση σε πολλά σημεία αδιευκρίνιστη, παρά τις αναμφισβήτητες επιτυχίες των ιμπεριαλιστών. Και αυτή η πραγματικότητα συνεχίζει να χαρακτηρίζει μέχρι και σήμερα τα βόρεια σύνορα της χώρας παρόλο που έχουν μεσολαβήσει από τότε πέντε χρόνια. Και που σε ένα σημαντικό βαθμό σε αυτή τη ρευστότητα συνετέλεσε και συντελεί ο επαναπροσδιορισμός των ΗΠΑ, μετά την 11η Σεπτεμβρίου 2001 και τη μετατόπιση του κύριου βάρους του ενδιαφέροντός τους, στο μαλακό υπογάστριο της Ρωσίας, την Κεντρική Ασία.

Τα πρώτα αποτελέσματα της επέμβασης

¦ Αν λοιπόν θέλαμε να περιγράψουμε το όλο πλαίσιο που διαμορφώθηκε μετά από τα πρώτα χρόνια ιμπεριαλιστικής επέμβασης και εξόρμησης στην περιοχή των Βαλκανίων, θα λέγαμε ότι χαρακτηρίστηκε αν όχι από ένα «ισόπαλο» αποτέλεσμα ανάμεσα σε ΗΠΑ και Ευρώπη, σίγουρα από μια νίκη των ΗΠΑ μόνο στα σημεία. Αποκρυσταλλώθηκε δηλαδή με τέτοιους συσχετισμούς ανάμεσα στους ιμπεριαλιστές που δεν έδιναν αδιαμφισβήτητη υπεροχή των ΗΠΑ. Ήταν δηλαδή μια αποκρυστάλλωση απότοκο της πολιτικής Κλίντον και δεν ανταποκρίνονταν τόσο στις επιδιώξεις της νέας ηγετικής ομάδας της υπερδύναμης που είχε αναδειχθεί μετά το 2000.

Έχουμε κατ’ επανάληψη εξηγήσει τους λόγους για τους οποίους η όλη κατάσταση στα Βαλκάνια περιπλέχτηκε, γι’ αυτό και δεν θα είμαστε αναλυτικοί. Θα περιοριστούμε στην βασική διαπίστωση ότι η όλη ιμπεριαλιστική εξόρμηση είχε ολοκληρώσει μόνο τον πρώτο κύκλο της όπου όλοι οι βασικοί παίκτες ένωσαν τις δυνάμεις τους. Ο πρώτος αυτός κύκλος, στόχευε μέσα από την ερήμωση, την καταστροφή, την διάλυση του προηγούμενου στάτους, στη διαμόρφωση νέων δεδομένων που θα επέτρεπαν στους ιμπεριαλιστές να βάλουν γερά πόδι και χέρι. Ο πρώτος αυτός κύκλος, προέβλεπε αφού δώσει όπου χρειάζεται μαθήματα σε απείθαρχους και «νοσταλγούς» της προτεραίας κατάστασης (Τσαουσέσκου, Μιλόσεβιτς) να κόψει τους πάσης φύσης δεσμούς της Ρωσίας (πρώην ΣΕ) με την περιοχή και ιδιαίτερα με χώρες όπου αυτοί οι δεσμοί παρέμεναν ζωντανοί και μετά τις ανατροπές του ’90. Στόχευε στην εγκαθίδρυση νέων καθεστώτων φιλικότερων προς τη Δύση, σε Βουλγαρία, Ρουμανία. Στόχευε στην ενίσχυση των τάσεων σε αυτές τις χώρες, πρόσδεσης με την Δύση. Στη διαμόρφωση δεσμών εξάρτησης και υποταγής.

Το σχέδιο επίσης προέβλεπε όπου χρειάζονταν επανακαθορισμό συνόρων και διαμόρφωση προτεκτοράτων, ιδιαίτερα σε περιπτώσεις όπου για ιστορικούς λόγους είχε προκύψει μια ευρεία συνεύρεση και συμπόρευση διαφορετικών εθνικοτήτων με ιδιαίτερα πολιτιστικά και θρησκευτικά χαρακτηριστικά. Το σχέδιο είχε και έχει διάφορες φάσεις και ως πρώτη πράξη την Γιουγκοσλαβία που εξελίχτηκε σε ένα από τα πιο σύγχρονα δράματα των πεπραγμένων του ιμπεριαλισμού και μάλιστα σε υποτίθεται ειρηνικές περιόδους. Παρόλο που η Γιουγκοσλαβία και ειδικότερα η Σερβία, αποδείχτηκε πολύ σκληρό καρύδι, τραβώντας πάνω της το μεγαλύτερο διαχρονικά «αντίβαρο» των ιμπεριαλιστών η πρώτη φάση του σχεδίου γενικά ολοκληρώθηκε με επιτυχία. Όχι όμως με απόλυτη. Αποτέλεσμα ήταν να ανοίξουν μια σειρά εκκρεμότητες στις οποίες βρίσκονταν μέσα όλες οι βασικές ιμπεριαλιστικές δυνάμεις, έχοντας δίπλα τους και υπό τους μια σειρά «πρόθυμους» προσκόπους όπως η Ελλάδα και η Τουρκία. Αδύνατοι κρίκοι παρέμεναν το Κόσοβο και η ΠΓΔΜ. Ιδιαίτερες περιπτώσεις, η Αλβανία που ναι μεν ήταν υποταγμένη στη Δύση, αλλά με ανοιχτό το ζήτημα του πώς θα χρησιμοποιηθεί στις συνθήκες που διαμορφώνονταν σαν ένας ακόμα κριός για παραπέρα επεμβάσεις και προς Σερβία και προς Κόσοβο και προς ΠΓΔΜ. Πρόβλημα με μια έννοια παρέμενε και η Σερβία, η οποία ναι μεν δεν ήταν πια ο «μπαμπούλας» αλλά δεν είχε ακόμα ξεδοντιαστεί πλήρως. Με την έννοια ότι το παλιό καθεστώς, συνέχιζε να αποτελεί μια βασική έστω για το εσωτερικό της χώρας συνιστώσα.

 

Οι περιπλοκές εν όψει των νέων απαιτήσεων

¦ Όπως είπαμε οι περιπλοκές εμφανίστηκαν όταν έπρεπε να μπει μπρος η επόμενη φάση του σχεδίου. Η επόμενη αυτή φάση όπως μας έχουν «συνηθίσει» οι ιμπεριαλιστές, δεν είχε και πολλές «πρωτοτυπίες» από γενική άποψη. Θα κινούνταν με βάση την παροιμία «να σε κάψω, να σ’ αλείψω λάδι». Θα αποτελούσε μια ακόμα εφαρμογή του ιμπεριαλιστικού δόγματος «καταστρέφω για να έρθω σαν σωτήρας να ανοικοδομήσω». Μαύρη ανοικοδόμηση βέβαια, που στην πραγματικότητα μεταφράζεται σε κυριαρχία. Ωστόσο υπήρχε ένα σοβαρό πρόβλημα.

Από ό,τι φανερώνουν τα δεδομένα, τόσο διεθνώς αλλά και στην περιοχή οι ισχυροί της Ευρώπης, δεν είχαν σκοπό να παραιτηθούν οικιοθελώς από το μερτικό που διεκδικούσαν για λογαριασμό τους, σε μια περιοχή σαν τα Βαλκάνια που και γεωγραφικά ακόμα βρίσκονταν δίπλα στα σύνορα της κλασικής, ας πούμε, Ευρώπης. Άλλωστε μην ξεχνάμε ότι η εποχή που θα έμπαινε μπροστά η φάση «ανοικοδόμησης» των Βαλκανίων, συνέπιπτε με την περίοδο που η Ευρώπη εκδήλωνε αρκετές φιλοδοξίες διεκδίκησης ρόλου από τις ΗΠΑ, όχι μόνο στα Βαλκάνια, αλλά και γενικότερα. Ήταν η φάση που προετοίμαζε μια αρκετά φιλόδοξη κίνηση διεύρυνσης της ΕΕ προς Ανατολάς και που θ’ ακολουθούσε την προηγούμενη επίσης φιλόδοξη, αν και γεμάτη ρίσκα, επιλογή της υιοθέτησης του ευρώ. Φιλοδοξίες που για να υλοποιηθούν στοιχειωδώς, έπρεπε να παρακολουθήσουν από κοντά την υλοποίηση των φιλοδοξιών των ΗΠΑ που από την πλευρά τους είχαν διακηρύξει σε όλους τους τόνους, ότι επεδίωκαν μια σοβαρή διεύρυνση του ΝΑΤΟ προς Ανατολάς, όπου η υπερδύναμη θα είχε τον πρώτο και καθοριστικό λόγο.

Για πολλούς το κομβικό σημείο που έφερε τις περιπλοκές, τις αστάθειες, τις αβεβαιότητες στα Βαλκάνια, ήταν η 11η Σεπτέμβρη. Και δεν έχουν άδικο. Ωστόσο, τα σημάδια ότι ακονίζονται μαχαίρια και από τις δυο πλευρές του Ατλαντικού είχαν εμφανιστεί αμέσως μετά τη λήξη των βομβαρδισμών του ’99 και δεν έκαναν την εμφάνισή τους από το πουθενά ξαφνικά το 2002.

Αρκετά πριν το 2001, φάνηκε ότι το σχέδιο «ανοικοδόμησης» των Βαλκανίων δεν μπορούσε να «ενώσει» στον ίδιο βαθμό ΗΠΑ και Ευρώπη, όπως είχε συμβεί στην πρώτη φάση της «εκθεμελίωσης από κοινού». Φάνηκε ότι στο σχέδιο «ανοικοδόμησης» έμπαιναν πολλά προβλήματα. Όχι βέβαια γιατί το ξένο κεφάλαιο, θα είχε αντίρρηση να διεισδύσει σε μια ολόκληρη περιοχή που πρακτικά είχε ερημωθεί για να θησαυρίσει και να βρει «καινούρια» πεδία δράσης και επέκτασης. Άλλωστε, η όλη εξόρμηση είχε εκκινήσει με στόχο τον «εκδημοκρατισμό» και την «ευημερία» των χωρών των Βαλκανίων που «στέναζαν» τις προηγούμενες δεκαετίες κάτω από την μπότα του σοβιετικού δυνάστη μέσα στην «ανέχεια» και τη «δυστυχία». Ούτε να ξεχνάμε ότι όταν έσφαζαν και δίχαζαν τους λαούς των Βαλκανίων και τους ανάγκαζαν να ξεσπιτωθούν δημιουργώντας νέα μεταναστευτικά ρεύματα, τους έταζαν «καπιταλιστικούς παραδείσους».

Τα προβλήματα έμπαιναν γιατί αυτές οι «ανοικοδομήσεις» σε εποχή τρομακτικής όξυνσης των ενδοϊμπεριαλιστικών αντιθέσεων, δεν πραγματώνονται, ούτε κρίνονται στενά και αποκλειστικά στο οικονομικό πεδίο. Αλλά συναρτώνται από μια σειρά πολιτικούς, γεωστρατηγικούς και στρατιωτικούς όρους κυριαρχίας, οι οποίοι όσο παραμένουν «αδιευκρίνιστοι», εμποδίζουν την οικονομική επέκταση και υλοποίηση του σχεδίου.

 

Η όξυνση των αντιθέσεων ΗΠΑ – Ευρώπης με επίκεντρο τα Βαλκάνια

¦ Φάνηκε λοιπόν αμέσως μετά τους βομβαρδισμούς ότι οι βασικοί παίκτες ξεκίνησαν να «μοιράσουν τη λεία», βάζοντας μπροστά όλα τα όπλα τους.

Είναι φανερό ότι οι ΗΠΑ σε αυτή την υπόθεση είχαν τα περισσότερα (σχετικά όμως) πλεονεκτήματα. Πέραν της γενικότερης ισχύος και πρωτοκαθεδρίας διεθνώς, πέραν του ηγετικού τους ρόλου στο πλαίσιο του ΝΑΤΟ, είχαν και αρκετά άλλα.

Διέθεταν ισχυρή στρατιωτική παρουσία σε Ελλάδα, Τουρκία που ήταν αναμφίβολα τα σταθερά τους προγεφυρώματα. Είχαν επωμιστεί το κύριο βάρος στην όλη στρατιωτική επιχείρηση των βομβαρδισμών και όχι μόνο. Είχαν αναπτύξει σοβαρές διασυνδέσεις με τον UCK αλλά και το αλβανικό καθεστώς, τόσο ανεξάρτητα, όσο και μέσω των ερεισμάτων τους στην Ιταλία του Μπερλουσκόνι. Είχαν αναπτύξει προνομιακές φιλικές σχέσεις με τα καθεστώτα κυρίως στη Βουλγαρία, χωρίς να βρίσκονται σε δυσμενή θέση σε σχέση με την Ρουμανία που εμφάνιζε ιδιαιτερότητες λόγω του παρελθόντος της απέναντι στη Γαλλία. Διέθεταν επίσης δυνατότητες πίεσης μέσω του ρόλου που είχαν κατοχυρώσει στο πλαίσιο της στρατιωτικής παρουσίας των ειρηνευτικών δυνάμεων στη Βοσνία.

Τέλος, στο οικονομικό επίπεδο, είχαν να επιδείξουν τον κυρίαρχο ρόλο του δολαρίου που ήταν αρκετά πιο ισχυρό του νεογέννητου τότε ευρώ.

Με βάση λοιπόν αυτά, «δικαιολογημένα» ζητούσαν τη μερίδα του λέοντος, προκειμένου να την αξιοποιήσουν, για να συνεχίσουν να έχουν την Ευρώπη στριμωγμένη και τον δρόμο της περικύκλωσης της Ρωσίας μέσω των Βαλκανίων ανοιχτό για λογαριασμό τους και εφαλτήριο της πλαγιοκόπησης της Ρωσίας μέσω των Βαλτικών.

Γερμανο-ευρωπαϊκές φιλοδοξίες

> Αξίζει όμως να δούμε και την στάση της Ευρώπης μιας και εκτός των άλλων, η ερμηνεία της όλης της συμπεριφοράς, φωτίζει και πλευρές της στάσης της ντόπιας άρχουσας τάξης που μας ενδιαφέρει πιο άμεσα.

Για την ιστορία του πράγματος, ας θυμίσουμε ότι η ΕΕ και πιο συγκεκριμένα η Γερμανία, για λογαριασμό της αλλά και για λογαριασμό του σκληρού πυρήνα της Ευρώπης, για πρώτη φορά από δημιουργίας ΕΟΚ πήρε μεγάλης εμβέλειας πρωτοβουλία ερήμην των Αμερικάνων σε φανερή διάσταση με αυτούς, προκειμένου να τους προλάβει, ανοίγοντας μέσω Κροατίας το ζήτημα των Βαλκανίων και πιο συγκεκριμένα του διαμελισμού της Γιουγκοσλαβίας.

Για πρώτη φορά μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, η γερμανική αστική τάξη, εκδήλωσε τόσο έντονα, αντανακλαστικά ιμπεριαλιστικής δύναμης που βρισκόταν σε ύπνωση με βάσης τις όλες τις δεσμεύσεις μετά την ήττα της το ’45. Εκδήλωσε με σαφή τρόπο την αντίδρασή της στην «ασφυξία» που είχε περιέλθει, αποκαλύπτοντας ότι δεν είχε πάψει, στις μύχιες επιδιώξεις της να θεωρεί την κεντρική Ευρώπη αλλά και τα Βαλκάνια, ζωτικό της χώρο. Κινήθηκε άμεσα στην βάση της «ευκαιρίας» που της δινόταν μετά την κατάρρευση του ανατολικού μπλοκ το ’90-’91 και είναι γεγονός ότι, σε πρώτη φάση τουλάχιστον, αιφνιδίασε μέχρι και τις ΗΠΑ. Ενώ κατάφερε «καταπίνοντας» με συνοπτικές διαδικασίες την Ανατολική Γερμανία, να φτιάξει κλίμα σε όλη την κλίμακα της τότε ΕΟΚ, μετέπειτα ΕΕ. Από κοινού, κινήθηκε με τη Γαλλία αλλά και με την Ιταλία μέσω Αλβανίας και στην προοπτική γρήγορης αξιοποίησης των όποιων σχέσεων είχαν αναπτυχθεί στο περιθώριο και παραπλεύρως των καθεστώτων στην Ομοσπονδία της Γιουγκοσλαβίας, της Ρουμανίας, στην Ουγγαρία, στην Πολωνία, τις δεκαετίες ’60, ’70, ’80, όταν η προϊούσα ρεβιζιονιστική κρίση άνοιξε διαδρόμους χωσίματος για την ιμπεριαλιστική Ευρώπη. Οι κινήσεις αυτές είχαν σε πρώτη φάση σαφή αποτελέσματα. Άνοιξαν από Βορρά και Δύση το ζήτημα του κομματιάσματος της Γιουγκοσλαβίας. Δρομολόγησαν ανατροπές στο εσωτερικό της Αλβανίας σε φιλοϊμπεριαλιστική κατεύθυνση ενώ έβαλαν και τις φιτιλιές να ανοίξει το ζήτημα του κομματιάσματος της Γιουγκοσλαβίας από Νότο, με την εμφάνιση της «ανεξάρτητης» ΠΓΔΜ (Το κλίμα «ευφορίας» και «αξιοποίησης της ιστορικής ευκαιρίας» παρέσυρε και την ντόπια άρχουσα τάξη, ενώ έβαλε και την Τουρκία στο χορό, κυρίως μέσω Βουλγαρίας αλλά και του ευρύτερου μουσουλμανικού στοιχείου που αξιοποιούνταν συνολικά εκείνη την εποχή από τους ιμπεριαλιστές. Αλλά αυτά ας τα αφήσουμε για αργότερα).

Εκείνα τα πρώτα χρόνια μετά το ’90, το σκηνικό στην Κεντρική Ευρώπη και τα Βαλκάνια, θύμιζε αχνά έστω, τις παραμονές του Β’ Παγκόσμιου Πολέμου, με εν δυνάμει «πρωταγωνιστή» ξανά τη Γερμανία. Ωστόσο, για πολλούς λόγους η ιστορία ήταν αδύνατο να επαναληφθεί. Η Γερμανία, διαπίστωσε γρήγορα τα όριά της. Οι στρατιωτικές της δυνάμεις δεν είχαν αναπτυχθεί. Οι δυνάμεις της να συμπτύξει στέρεη συμμαχία τέτοιας κλίμακας και με επιδίωξη διεκδίκησης ζωτικού χώρου με τη Γαλλία αλλά και την Ιταλία και προπάντων κόντρα σε ΗΠΑ και με την Ρωσία να μην έχει ξεδοντιαστεί αποδείχτηκαν αναντίστοιχες.

 

Η αντίδραση των ΗΠΑ

> Οι ΗΠΑ, παρά το ξάφνιασμά τους, αντέδρασαν άμεσα όπως ήταν φυσικό. Έστω και αν στην αρχή φάνηκε ότι κινούνται σπασμωδικά, ιδιαίτερα όταν έδειξαν ότι δεν είχαν πρόβλημα να «συνδιαλλαγούν» με το καθεστώς Μιλόσεβιτς σαν προσωρινό ανάχωμα σε Γερμανούς-Κροάτες. Μέχρι και αμερικανόσταλτο πρόεδρο του «παραχώρησαν» για να δείξουν ότι ήθελαν οι εξελίξεις να έχουν τη δική τους σφραγίδα. Κίνηση που ο Μιλόσεβιτς, ίσως παρερμηνεύοντάς την, αντεπιτέθηκε σε αντιδραστική όμως κατεύθυνση, ξεπέρασε τα όρια για να έρθει στο μέλλον και η δική του σειρά.

Φυσικά για να μπορέσουν οι ΗΠΑ να αποκτήσουν τον έλεγχο και να είναι αυτές που θα έδιναν το τόνο στην επέμβαση στα Βαλκάνια στο υπόλοιπο της δεκαετίας του ’90, δεν περιορίστηκαν σε κινήσεις μικρής κλίμακας και τοπικής εμβέλειας.

Ακόμα και σήμερα που έχουν περάσει τόσα χρόνια, υπάρχουν ερωτηματικά για τους λόγους που η προεδρία Μπους είχε τόσο αιφνιδιαστικό τέλος, παρόλο που ο πατήρ Μπους υπήρξε ο νικητής του ψυχρού πολέμου.

Ακόμα και σήμερα υπάρχουν ερωτηματικά για το εσπευσμένο της πρώτης επέμβασης στο Ιράκ, γιατί δεν είμαστε αφελείς να πιστέψουμε ότι ο «στόχος» ήταν η «απελευθέρωση» του Κουβέιτ.

Ίσως ένα μέρος της απάντησης να βρίσκεται στις τότε αναγκαίες αναπροσαρμογές που υπέστη η στρατηγική των ΗΠΑ, προκειμένου να αντιμετωπίσει τις φυγόκεντρες τάσεις στο πλαίσιο της δυτικής συμμαχίας, που φάνηκαν αρκετά ορατά στην υπόθεση των Βαλκανίων. Δεν χρειάζεται βέβαια και πολλή σοφία για να αντιληφθούμε ότι στην επιλογή του χρόνου που θα εκδηλώνονταν οι φιλόδοξες πρωτοβουλίες Γερμανίας-Ευρώπης στα Βαλκάνια, έπαιξε σαφώς ρόλο και η επικέντρωση του ενδιαφέροντος των ΗΠΑ εκείνη την εποχή στον Κόλπο.

Ούτε βέβαια είναι μακριά από την αλήθεια, ότι σε ένα βαθμό, η εκδήλωση της πρωτοβουλίας των Ευρωπαίων, ήταν και αντίδραση στο σύρσιμο που είχε διασφαλίσει η επιλογή πατέρα Μπους από αυτούς στην επίθεση στον Κόλπο.

 

Νέα δεδομένα, καινούριο φόντο

> Ίσως, όλα αυτά να μην έχουν πια σήμερα μεγάλη σημασία. Αυτό όμως που έχει σημασία είναι ότι παρόλο που οι ΗΠΑ κατόρθωσαν να ανακτήσουν την πρωτοβουλία γρήγορα και να αποκαταστήσουν, προσωρινά έστω, την δυτική συμμαχία, φάνηκε ότι τους έφταναν για πρώτη φορά μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο τα πρώτα ηχηρά σήματα κινδύνου που εξέπεμπε η σοβαρή κίνηση της Γερμανίας και της Ευρώπης, έστω και αν αυτή έμεινε στην μέση. Και το πιο σημαντικό ακόμα είναι ότι οι ευρωπαίοι ιμπεριαλιστές διαπιστώνοντας τα όριά τους στις αρχές της δεκαετίας του ’90, δεν αποθαρρύνθηκαν. Κινήθηκαν, έστω με πολλές αντιφάσεις και ρίσκα στην πορεία, σε μια κατεύθυνση πιο αποφασιστικής επαναδιαπραγμάτευσης με τις ΗΠΑ, βγάζοντας τα απαραίτητα συμπεράσματα σε σχέση με το πώς θα διαχειρίζονταν και θα αντιμετώπιζαν τα στρατηγικά τους μειονεκτήματα απέναντι στις ΗΠΑ.

Άλλωστε, τα οφέλη τους από την όλη συμμετοχή τους στην ιμπεριαλιστική εξόρμηση στα Βαλκάνια δεν θα φαίνονταν μόνο στην προοπτική, αλλά ήταν ορατά από όταν ολοκληρώθηκε ο κύκλος το ’99. Για πρώτη φορά μετά από τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, δεν παρακολουθούσαν από μακριά την επιθετικότητα των ΗΠΑ. Για πρώτη φορά δεν περιορίστηκαν να χειροκροτούν τις επιτυχίες των ΗΠΑ. Έπαιξαν σημαντικό ρόλο στην προώθηση της επιθετικότητας, βρέθηκαν μέσα και με υλικό τρόπο στην μοιρασιά και για πρώτη φορά έδειξαν σε μεγάλη κλίμακα ότι ο συνασπισμός τους δεν θα περιορίζεται απλώς σε μια κοινή αγορά ελεύθερης και ανεμπόδιστης κεφαλαιακής δράσης αλλά θα διεκδικήσει εμπράκτως ρόλο στα παγκόσμια πράγματα, με όλες τις κλασικές ιμπεριαλιστικές μεθόδους, και πολιτικές και στρατιωτικές.

Το ότι οι ΗΠΑ είχαν σαφώς ενοχληθεί από το πώς είχε κλείσει ο πρώτος κύκλος της επέμβασης στα Βαλκάνια στο τέλος της δεκαετίας του ’90, είχε φανεί και από τις προεκλογικές δηλώσεις του υιού Μπους, ο οποίος φανερά εκνευρισμένος δήλωνε ότι δήθεν θα «εγκατέλειπε» μόνους τους τούς Ευρωπαίους να βγάλουν το φίδι από την τρύπα στα Βαλκάνια.

Το ότι η πολιτική Κλίντον δοκιμάστηκε και από τα αποτελέσματα που αποκρυσταλλώθηκαν στα Βαλκάνια, ήταν επίσης σαφές. Η αμερικάνικη πολιτική αναζητούσε την διέξοδο στο γενικό πλαίσιο. Την «βρήκε» στην 11η Σεπτέμβρη. Ωστόσο για να προλάβουμε αυθαίρετες εκτιμήσεις, σε καμιά περίπτωση δεν δεχόμαστε ότι οι ΗΠΑ «χάρισαν» τα Βαλκάνια και μετατόπισαν το κέντρο βάρους τους στην περιοχή της κεντρικής Ασίας και της Μέσης Ανατολής. Κυρίως επέλεξαν μια ακόμα δίοδο για την περικύκλωση της Ρωσίας για να δημιουργήσουν ένταση και μέσα από αυτήν να επιβάλλουν εκ νέου τους όρους τους στους ανταγωνιστές τους. Ανεξάρτητα αν η αναντιστοιχία μέσων και στόχων που τις χαρακτηρίζουν εκδηλώθηκε σε μεγαλύτερη ένταση με βάση το βάλτωμά τους στο Ιράκ και τις αντιθέσεις των υπόλοιπων ιμπεριαλιστών.

Ωστόσο τα Βαλκάνια δεν θα πάψουν να είναι ένα πεδίο επέκτασης και εφαλτήριο που συνεχίζει να έχει στρατηγική σημασία για τις ΗΠΑ. Και με μιαν έννοια, περισσότερο στις μέρες όπου το όλο κουβάρι έχει περιπλεχτεί και με βάση την ευρωπαϊκή πρεμούρα για διεύρυνση της ΕΕ, με κάθε τρόπο. Και αυτό δυστυχώς για τους βαλκανικούς λαούς θα φανεί ξανά τα επόμενα χρόνια.

 

Η Ελλάδα εφαλτήριο της ιμπεριαλιστικής επιδρομής ’90-‘99

¦ Αφού εκθέσαμε το γενικό πλαίσιο, ας επιστρέψουμε στην ντόπια άρχουσα τάξη, η οποία σε όλη τη διαδρομή από το ’90 και μετά, πέρασε από απανωτά σκωτσέζικα ντους, βίωσε απανωτές ανακατατάξεις στο πολιτικό επίπεδο, με βάση την εξέλιξη της κόντρας ΗΠΑ-Ευρώπης στην προσπάθειά τους να επεκταθούν και να ριζώσουν στα Βαλκάνια. Για να ξεκαθαρίσουμε την θέση μας η ντόπια άρχουσα τάξη είχε και έχει φιλοδοξίες στα Βαλκάνια. Φιλοδοξίες, που φρόντιζε και φροντίζει να υπογραμμίζει με κάθε ευκαιρία που όμως το πλαφόν και το όριό τους, ουδεμία σχέση έχουν με όσα ακούγονται εδώ και χρόνια για φιλοδοξίες ιμπεριαλιστικής χώρας. Ακόμα και όταν ερχόταν να υπογραμμίσει με τυχοδιωκτικό τρόπο αυτές τις φιλοδοξίες, είτε απέναντι στην Αλβανία, είτε απέναντι στην ΠΓΔΜ και φαινόταν να προτρέχει των εξελίξεων, το έκανε πάντα στο περιθώριο των κινήσεων μεγάλης κλίμακας που έκαναν οι ιμπεριαλιστές σε ρόλο μεσολαβητή, υπεργολάβου, όπου τα δικά της οφέλη και κέρδη θα ήταν αποτέλεσμα και μικρό μερίδιο από τα ευρύτερα, γενικότερα κέρδη του μεγάλου κεφαλαίου και των ιμπεριαλιστών. Όλα τα χρόνια μετά το ’90, είτε βρισκόταν στα πράγματα η ΝΔ, είτε το ΠΑΣΟΚ, γλυκοκοίταζε την μοναδική της διέξοδο που της απέμενε μετά την ακύρωση του ανοίγματος στην Μ.Α. που είχε μεθοδευτεί επί Α. Παπανδρέου. Πάσχιζε πάντα στο περιθώριο των κινήσεων των μεγάλων να πιάσει αμπάριζα που λένε. Είχε και έχει επιτυχίες, αλλά και πλήρωνε πολλές φορές το μάρμαρο από τις κόντρες των μεγάλων και από τη δυσκολία της να προσαρμοστεί στα ιδιαίτερα σχέδια των βασικών παικτών και ανταγωνιστών.

Ενώ δεν ήταν λίγες οι φορές που οι σχέσεις της με τις γειτονικές άρχουσες τάξεις και καθεστώτα οξύνθηκαν σε μεγάλο βαθμό, παρά τις κατά καιρούς προσπάθειες των ιμπεριαλιστών να κρατούν αυτές τις κόντρες σ’ ένα χαμηλό επίπεδο, σε μια λογική στοίχισης των υποτακτικών τους για να γίνεται η βασική δουλειά.

Είναι γεγονός ότι η χώρα μας, λόγω της θέσης της αλλά και της διαμορφωμένης σχέσης της με τη Δύση, αντιμετωπίστηκε από τους ιμπεριαλιστές σαν μια βασική δίοδος και εφαλτήριο διείσδυσης στα Βαλκάνια με βάση την ευκαιρία που παρουσιαζόταν μετά το ’90. Αυτή η πραγματικότητα αξιοποιήθηκε αρκετά απ’ την ντόπια άρχουσα τάξη, και προς όφελός της, αλλά κυρίως προς όφελος των ιμπεριαλιστών. Θα λέγαμε μάλιστα ότι με μια έννοια, η ντόπια άρχουσα τάξη έδωσε κυριολεκτικά τα ρέστα της προκειμένου να εμπεδώσει και να κατοχυρώσει αυτήν την προνομιακή σχέση που είχε με τη Δύση.

Αυτή της η κατεύθυνση γινόταν και για έναν ακόμη λόγο πιο επιτακτική, μιας και μέσω αυτής τα ντόπια επιτελεία θεωρούσαν ότι πλασάρονται σε καλύτερη θέση σε σχέση με τον άλλο βασικό ανταγωνιστή τους την Τουρκία, που ναι μεν ήταν στο ΝΑΤΟ, αλλά όχι στη ΕΕ.

Το πόσο ήταν διατεθειμένη η ντόπια άρχουσα τάξη να δώσει τα ρέστα της, φάνηκε πεντακάθαρα την περίοδο των βομβαρδισμών της Σερβίας, όπου παραχώρησε γη και ύδωρ στους ιμπεριαλιστές εκμεταλλευόμενη στο έπακρο το ότι εκείνη η περίοδος συνέπιπτε με την κοινή στόχευση ΗΠΑ-Ευρώπης που αναφέραμε και πριν αλλά και με την ανυπαρξία σοβαρών αντιστάσεων από το αντιπολεμικό κίνημα.

 

«Ανταλλάγματα» για τις υπηρεσίες στον ιμπεριαλισμό

¦ Την περίοδο των βομβαρδισμών της Γιουγκοσλαβίας, σ’ αντίθεση με ό,τι συνέβηκε μετά με την εισβολή στο Ιράκ, η ντόπια άρχουσα τάξη αισθανόταν πολύ βολικά. Διότι αφενός την χρειαζόταν άμεσα οι ιμπεριαλιστές για να έχουν τη χώρα σαν δίοδο επέμβασης και εφαλτήριο εφόρμησης και αφετέρου διότι δεν είχε να αντιμετωπίσει σοβαρές κόντρες ανάμεσα σε ΗΠΑ και Ευρώπη. Τα ατού αυτά καρπώθηκε και επωφελήθηκε για λογαριασμό της ντόπιας άρχουσας τάξης η κυβέρνηση Σημίτη για να πετύχει την εκλογική της νίκη, απολαμβάνοντας ακόμα την εμπιστοσύνη των «συμμάχων».

Όλα τα χρόνια μετά το ’90, η ντόπια άρχουσα τάξη ακολουθώντας την πάγια πολιτική της δεν έπαψε να ζητάει ανταλλάγματα προκειμένου να κάνει τη βρώμικη δουλειά που απαιτούσαν οι ιμπεριαλιστές, σε σχέση με τα Βαλκάνια αλλά και γενικότερα. Πατώντας πάντα σε δύο βάρκες, πότε τα ζητούσε από τους Αμερικάνους, πότε από την Ευρώπη και αρκετές φορές από τη Δύση στο σύνολό της. Άλλες φορές πιο «φωναχτά» και άλλες πιο «κόσμια» και ευγενικά.

Τα ανταλλάγματα που ζητούσε περιστρέφονταν γύρω από την απόκτηση ευνοϊκότερης μεταχείρισης σε σχέση με την Τουρκία από τους ιμπεριαλιστές, σε μια προσπάθεια ανατροπής των συνεπειών της ήττας σε βάρος της το ’74. Ζητούσε επίσης οικονομικά ανταλλάγματα, αλλά και έστω ένα μικρό χώρο δραστηριοποίησης του ντόπιου κεφαλαίου δίπλα στις μεγάλες μπίζνες που θα άνοιγαν στα Βαλκάνια. Ένα βασικό αντάλλαγμα που ζητούσε μόνιμα και πιο έντονα στο δεύτερο μισό της δεκαετίας του ’90, όταν πια οι τυχοδιωκτισμοί σε βάρος της Αλβανίας και της Π.Γ.Δ.Μ. δεν βρήκαν έκφραση και περιεχόμενο με δεδομένο ότι οι ιμπεριαλιστές της έκοψαν το βήχα, ήταν η πλήρης ένταξη στην ΕΕ και την ΟΝΕ. Το ζητούσε απ’ την ίδια την ΕΕ, αλλά ήθελε και την «αναγνώριση» από τις ΗΠΑ. Είναι επιτυχία της άρχουσας τάξης ότι κατόρθωσε να το εξασφαλίσει, έστω και εσπευσμένα και κατά παρέκκλιση των υποτιθέμενων αυστηρών κανόνων σύγκλισης που είχαν «θεσπιστεί» προφανώς για να παραβιάζονται όποτε ήθελαν οι ισχυροί. Και αυτό το χρωστάει κυρίως στην πρόθεση της ΕΕ να παίξει και να παρέμβει στα Βαλκάνια, στα πλαίσια του τότε φιλόδοξου σχεδίου της «ανοικοδόμησης» ανεξάρτητα πως κατέληξε. Οι ισχυροί της ΕΕ χρειάζονταν, εκτός των άλλων, και μια χώρα «Δυτική» που να συνορεύει με τα Βαλκάνια, «σταθερή» που να λειτουργεί και σαν «κράχτης» του ευρώ, που ξεκίναγε τον μεγάλο μαραθώνιο ανταγωνισμού με το δολάριο. Η Ελλάδα ήταν η μόνη τέτοια χώρα και με χαρακτηριστικά που δεν είχε ούτε η Τουρκία. Αντίρρηση δεν είχαν ούτε οι Αμερικάνοι, μιας και η Ελλάδα τους είχε «προσφέρει» τόσα και τόσα, γενικότερα αλλά και συγκεκριμένα.

Στο ίδιο πλαίσιο, μιας και ήταν ήδη επιλογή της ΕΕ η γρήγορη διεύρυνσή της προς Ανατολάς παίρνει και την υπόσχεση της ένταξης της Κύπρου στην ΕΕ. Ενώ ήδη της είχε αναγνωριστεί το δικαίωμα να έχει και μια μικρή στρατιωτική παρουσία δίπλα στα ιμπεριαλιστικά στρατεύματα, έστω και από κοινού με την Τουρκία. Ταυτόχρονα, έστω και χωρίς μόνιμη και πλήρη διασφάλιση, καταφέρνει και ανοίγει διάφορες «μπίζνες» στο τραπεζικό και τηλεπικοινωνιακό επίπεδο με τα νέα καθεστώτα στα Βαλκάνια, δίνοντας μια ακόμη διέξοδο στα «νέα» και «παλιά» τζάκια για να επεκτείνουν τη δραστηριότητά τους και την κερδοφορία τους.

Ήταν λοιπόν εκείνα τα χρόνια, που δεν είναι και τόσο μακρινά, μια περίοδος «δόξας». Αλλά και «φαντασίωσης» ότι η χώρα περνάει σε άλλη φάση! Ζήσαμε όλοι την εποχή της έπαρσης της κυβέρνησης Σημίτη, που καρπώθηκε πολλά απ’ αυτά και απολαμβάνει πλήρους στήριξης από όλα τα βασικά κέντρα εντός και εκτός Ελλάδας. Όλα αυτά βέβαια, «παραχωρήθηκαν» όπως είπαμε με μπόλικο τίμημα.

 

Το τίμημα της «συνεννόησης» με Τουρκία

¦ Μια, λοιπόν, σοβαρή υποχρέωση που επρόκειτο να αναλάβει η χώρα στην πορεία και που είχε ανακύψει και πριν το 2000, αλλά έγινε ακόμη πιο έντονη μετά τις 11 Σεπτέμβρη, ήταν να προχωρήσει σε σοβαρές κινήσεις ευρύτερης «συνεννόησης» και «διαλόγου» με τον ανταγωνιστή της που λέγεται Τουρκία. Κατεύθυνση, που όταν αρκετά νωρίτερα την περίοδο ’90-’93 την είχε θέσει ο Μητσοτάκης, φάνταζε από ανεδαφική έως «προδοτική».

Γίνεται, λοιπόν, αντιληπτό το πόσες «κωλοτούμπες» έπρεπε να γίνουν, μιας και έτσι το απαιτούσαν και οι ΗΠΑ και η ΕΕ, ο καθένας για τους δικούς του λόγους. Το πρόβλημα το είχε βέβαια κυρίως το ΠΑΣΟΚ, που έπρεπε γρήγορα να ανατρέψει την γραμμή του Α. Παπανδρέου, αλλά διεμβόλιζε και τη ΝΔ.

Ήπιαν, λοιπόν, Σημίτης και Γ. Παπανδρέου το πικρό ποτήριο και ανέλαβαν τόσο στο εσωτερικό όσο και στο εξωτερικό να κάνουν το μαύρο-άσπρο, με την τότε κάλυψη του Καραμανλή και να ξεθεμελιώνουν οτιδήποτε θυμίζει την προηγούμενη «σκληρή» γραμμή απέναντι στην Τουρκία. Έπρεπε να αρθεί άμεσα η υποστήριξη στο κουρδικό κίνημα, να θαφτεί το περίφημο «ενιαίο αμυντικό δόγμα», να θολώνεται κα να παίρνεται πίσω το δόγμα «του κινδύνου από Ανατολάς». Ξεκίνησε ένας αγώνας δρόμου πότε στις Βρυξέλλες, πότε στην Ουάσιγκτον, τη Μαδρίτη, το Ελσίνκι, για να προλάβει η ντόπια άρχουσα τάξη τις εξελίξεις και να τηρήσει τις νέες της υποχρεώσεις μέσα από αρκετές εσωτερικές τριβές και αντιφάσεις. Το αποτέλεσμα ήταν να ανακύψουν ζητήματα «συγκυριαρχίας» στο Αιγαίο, να σκουρύνουν τα εκκρεμή ζητήματα με τα Ίμια, να ενταθούν οι πιέσεις και τα χτυπήματα κάτω από τη μέση.

Τελικά, η άρχουσα τάξη ισορροπώντας μόνιμα σε τεντωμένο σκοινί, χωρίς να λύσει κανένα ουσιαστικό ζήτημα που έμπαινε ανάμεσα στις δυο χώρες και τις χώριζε, τα παρέπεμπε για το μέλλον, τα ακουμπούσε πότε στην ΕΕ και πότε στις ΗΠΑ. Και ενώ υποτίθεται με τη γραμμή αυτή θα εκτόνωνε τις εντάσεις ανάμεσα στις δυο χώρες και θα ικανοποιούσε τις διαθέσεις των λαών για ειρήνη και φιλία ανάμεσά τους, το κυνήγι των εξοπλισμών ποτέ δεν σταμάτησε και συνεχίζεται αμείωτο μέχρι σήμερα.

Κάπως έτσι βαδίσαμε μέχρι το 2000. Ενώ συνέχεια βέβαια, το όλο ζήτημα περιπλέχτηκε ακόμη περισσότερο. Βλέπετε, είχε μεσολαβήσει η νέα φάση έντασης στις σχέσεις ΗΠΑ και ΕΕ με βάση και το Ιράκ, που επέβαλε στους ιμπεριαλιστές να οξύνουν την αντιπαράθεσή τους και γύρω απ’ την Τουρκία.

¦ Ξαναεμφανίστηκε, λοιπόν, εκ νέου το ζήτημα της ένταξης της Τουρκίας στην ΕΕ, που υποχρέωσε τη ντόπια άρχουσα τάξη σε μια ακόμα κωλοτούμπα. Από πολέμιος της ένταξης της Τουρκίας στην ΕΕ, απ’ τις απειλές για βέτο που στόχο είχαν να είναι η Ελλάδα η μόνη χώρα στην περιοχή που θα απολάμβανε τα συγκριτικά «πλεονεκτήματα» της ένταξης στην ΕΕ, πέρασε στο άλλο άκρο. Να εμφανίζεται σαν υπέρμαχος της ένταξης της Τουρκίας στην ΕΕ, γιατί δήθεν μ’ αυτόν τον τρόπο η Τουρκία θα εκδημοκρατιζόταν και θα έπαυε να είναι απειλή για τα συμφέροντα της Ελλάδας. Και απ’ το σημείο που η άρχουσα τάξη απαιτούσε τα σύνορα της Ευρώπης προς Νότο και Ανατολάς να είναι στην Ελλάδα, έτσι ώστε η Τουρκία να ξέρει πλέον ότι απειλεί ευρωπαϊκό έδαφος, ανέκρουσε πρύμνα και επειδή το απαιτούσαν οι ιμπεριαλιστές ξανά ευθυγραμμίστηκε.

Ανοίξαμε αυτήν την παρένθεση μόνο και μόνο για να δείξουμε ότι τα περίφημα «ανταλλάγματα» που παίρνει η Ελλάδα για να ικανοποιεί τις ιμπεριαλιστικές απαιτήσεις, ουσιαστικά το μόνο που αφήνουν πίσω είναι η ευθυγράμμιση της χώρας. Όσον αφορά τα «κέρδη» και τα «οφέλη» αυτά, είναι πολύ σχετικά, συνήθως προσωρινά και υπόκεινται στους συσχετισμούς και τους ανταγωνισμούς ανάμεσα στους ιμπεριαλιστές.

Τα νέα δεδομένα μετά το 2000

¦ Και ήρθε η περίοδος μετά το 2000, με την ανατροπή που προκάλεσε η επιθετικότητα των ΗΠΑ και όλα τα ζητήματα που απασχολούν τη χώρα με τους γείτονές της μπήκαν σε νέα βάση και σε νέα φάση.

Στη νέα αυτή φάση, μέχρι πρόσφατα, το ζήτημα των Βαλκανίων φαινόταν «ξεχασμένο», όχι βέβαια με την έννοια ότι οι ιμπεριαλιστές αποφάσισαν να ξεκουμπιστούν απ’ αυτήν την περιοχή και ν’ αφήσουν τους λαούς να βρουν την άκρη μόνοι τους. Αλλά γιατί όπως επισημάναμε, στο «βάλτωμα» που εμφανίστηκε το 2000, οι ΗΠΑ και οι άλλοι ιμπεριαλιστές επέλεξαν τη «φυγή» προς τα μπρος, την όξυνση της έντασης, την υιοθέτηση του νέου στόχου της «πάταξης της τρομοκρατίας» και του «εκδημοκρατισμού» της Μ. Ανατολής. Πέτυχαν, βλέπετε, τον «εκδημοκρατισμό» των Βαλκανίων και έβαλαν πλώρη για αλλού!

Είναι γεγονός ότι μέχρι το 2004 η άρχουσα τάξη «καλύφθηκε» ικανοποιητικά απ’ τις «επιτυχίες» δωράκια που είχε αποσπάσει (Ολυμπιάδα και μεγάλα έργα) και που συνέχισαν να τροφοδοτούν την κερδοφορία και την εκμετάλλευση για λογαριασμό του κεφαλαίου και να μετατρέπουν τη χώρα σε παράρτημα μέσης ανάπτυξης όπως ήθελε η ΕΕ.

Το κλίμα «πανηγυρισμών» σκέπαζε το ψαλίδισμα των φιλοδοξιών στα Βαλκάνια, τη στασιμότητα, ακόμα και το πισωγύρισμα των δουλειών που είχαν ανοίξει στις χώρες της περιοχής. Έκρυβαν τη σοβαρή καθυστέρηση στην υλοποίηση των υποσχέσεων που είχε πάρει η άρχουσα τάξη απ’ τους ιμπεριαλιστές ότι θα προτιμηθεί μ’ ό,τι αυτό συνεπάγεται σαν ενεργειακή δίοδο της Ευρώπης.

Έκρυβε το γεγονός ότι η ντόπια άρχουσα τάξη με τις επιλογές της μετά το ’90 σε αρκετές περιπτώσεις είχε καταφέρει να οξύνει τη σχέση της με μια σειρά χώρες των Βαλκανίων, επιδείνωση που σ’ αρκετές περιπτώσεις ροκάνιζε τις όποιες επενδύσεις και οδηγούσε τα εκεί καθεστώτα σε επαναδιαπραγματεύσεις που δυσχέραιναν το ελληνικό «όνειρο».

Στο έδαφος αυτής της στασιμότητας και σε συνδυασμό με την εκδήλωση της άγριας αμερικάνικης επιθετικότητας, αναγκαστικά η άρχουσα τάξη ξαναοδηγούνταν να επανεξετάσει μια σειρά πλευρές της πάγιας εξαρτημένης εξωτερικής της πολιτικής.

Επανεξέταση που μπορεί να ξεκίνησε επί Σημίτη, κυρίως όμως συνέπεσε με την περίοδο που στο τιμόνι βρέθηκε η Καραμανλική ΝΔ.

Επανεξέταση που άπλωνε σ’ όλο το φάσμα των μετώπων που είχε μπροστά της η άρχουσα τάξη. Και Βαλκάνια και Τουρκία και Κύπρο και Μ. Ανατολή και Ιράκ.

Επανεξέταση που σίγουρα περιπλέκεται, μιας και σε μεγάλο βαθμό πρέπει να ληφθούν υπόψη καθοριστικά οι προσανατολισμοί των ΗΠΑ και της ΕΕ, σε συνδυασμό με τις επιδιώξεις αλλά και τα προβλήματα της Τουρκίας.

Και πώς να μην είναι περιπλεγμένα τα πράγματα, όταν εξαρτώνται από τόσους επιμέρους παράγοντες, που δεν κινούνται όλοι στην ίδια κατεύθυνση.

Τι σκοπεύουν οι Αμερικάνοι σε σχέση με τα μέτωπα που έχουν ανοίξει στην Κ. Ασία και τη Μ. Ανατολή; Πώς σκοπεύουν να κινηθούν απέναντι στα Βαλκάνια και την Τουρκία; Τι, αντίστοιχα, σκοπεύουν να μεθοδεύσουν οι ευρωπαίοι ιμπεριαλιστές στα ίδια μέτωπα;

Αν κάτι επίσης πρέπει να μας προβληματίσει σε σχέση με το τι μεθόδευσαν στο παρασκήνιο και πώς προχωράει η μυστική διπλωματία, είναι ότι επί των ημερών της ΝΔ φαίνεται να ξεμπλόκαρε το θέμα του αγωγού Μπουργκάς – Αλεξανδρούπολη, το οποίο τις προηγούμενες φάσεις παρέμενε κλειστό κυρίως με πρωτοβουλία των ΗΠΑ. Βέβαια, το όλο ζήτημα των ενεργειακών διόδων από Ανατολή προς Δύση είναι μεγάλης σημασίας και δεν εμπλέκονται μόνο οι ΗΠΑ, αλλά και η Ρωσία, τα Βαλκάνια, η Τουρκία. Ούτε πρέπει επίσης να μας διαφεύγει, ότι αποτελεί ζήτημα κεφαλαιώδους σημασίας για την Ευρώπη. Τι συνέβη λοιπόν; Είναι μια συντονισμένη πρωτοβουλία μεταξύ Ρωσίας και Ευρώπης με διαμεσολαβητή την Ελλάδα και τη Βουλγαρία; Μεθοδεύτηκε έτσι με την έγκριση των ΗΠΑ ή χωρίς αυτήν; Και αν οι ΗΠΑ είπαν το ΝΑΙ, τι δεσμεύσεις απέσπασαν απ’ την Ελλάδα αλλά και τη Βουλγαρία σε σχέση με μελλοντικές τους κινήσεις στα Βαλκάνια αλλά και ευρύτερα; Πως συνδέεται αυτό το ξεμπλοκάρισμα με την πίεση που έτσι κι αλλιώς ασκείται στην Τουρκία στα πλαίσια του ευρύτερου ιμπεριαλιστικού ανταγωνισμού;

Κλείνουμε αυτήν την παρένθεση με τα ερωτήματα εκκρεμή, αλλά και ορισμένες βεβαιότητες. Το θερμόμετρο στη γειτονιά μας ανεβαίνει, οι αστικές τάξεις της Ελλάδας, της Τουρκίας, αλλά και τα καθεστώτα στα Βαλκάνια μπλέκονται ακόμα περισσότερο στα γρανάζια του ανταγωνισμού ΗΠΑ-Ευρώπης-Ρωσίας και αυτό δεν πρέπει να μας εφησυχάζει, παρόλο που είναι βέβαιο ότι στο βαθμό που δεν ξαναμπλοκάρει το ζήτημα και ο αγωγός γίνει πράξη, άμεσα τουλάχιστον θα είναι σοβαρή «βοήθεια» και «ανάσα» για την ντόπια άρχουσα τάξη. Περιοριζόμαστε στο «άμεσα» γιατί αρκετές φορές το τίμημα από τις κινήσεις καλής θέλησης των ισχυρών έχει τόσες ουρές που όταν ξετυλιχθούν δείχνουν πόσο «οβίδες από ζάχαρη» είναι.

 

Ξανά για το πρόβλημα Ελλάδας-Τουρκίας

¦ Επί των ημερών της ΝΔ, ανέκυψε εκ νέου ζήτημα Τουρκίας. Όχι ότι έπαψε ποτέ να απασχολεί η Τουρκία τη ντόπια άρχουσα τάξη. Απλά, σε κάθε φάση, το μόνιμο ζήτημα εμφανιζόταν με ιδιαίτερες εκφράσεις και μορφές, που συνδέονταν με τις κάθε φορά βλέψεις και ρόλο της Τουρκίας στην περιοχή και κυρίως με τις βλέψεις και στοχεύσεις των ιμπεριαλιστών. Θέλουμε κατ’ αρχάς να υπενθυμίσουμε ότι για πολλούς λόγους και όχι μόνο ιστορικούς, οι σχέσεις ανάμεσα στις αστικές τάξεις Τουρκίας-Ελλάδας είναι κατά βάση ανταγωνιστικές. Τις δυο χώρες χωρίζουν αρκετά ζητήματα κυριαρχίας, που έρχονται από μακριά και πάνε μακριά. Ζητήματα εκκρεμή, που καμιά απ’ τις δυο πλευρές στον πυρήνα τους δεν είναι διατεθειμένη να παραιτηθεί ουσιαστικά, μόνιμα και οικιοθελώς υπέρ της άλλης. Διαφορές που ούτε οι ιμπεριαλιστικές δυνάμεις αγνοούν. Αντίθετα, τις έχουν χρησιμοποιήσει κατά κόρον προς όφελός τους. Είτε επέλεξαν την όξυνση, είτε τη «συνεννόηση» ανάμεσα στις δυο χώρες, προκειμένου να προωθούν τα συμφέροντά τους.

Διαφορές που ούτε το «γενικό καπιταλιστικό συμφέρον» των καθεστώτων των δυο χωρών μπορούν να άρουν. Ούτε βέβαια μας έχουν πείσει οι απλουστευτικές εκτιμήσεις ότι αφού και οι δύο χώρες ανήκουν στο ΝΑΤΟ, οι διαφορές αυτές έχουν πάει πια στην άκρη μπροστά στα γενικότερα ιμπεριαλιστικά συμφέροντα. Είναι άλλωστε πολύ πρόσφατη η κρίση των Ιμίων για να υποβιβάσουμε τις διαφορές που χωρίζουν τις δυο χώρες. Γι’ αυτό και επιμένουμε ότι κίνδυνος πολεμικής αναμέτρησης ανάμεσα στις δυο χώρες δεν μπορεί να αποκλειστεί, παρόλο που πολλές πλευρές προσπαθούν να μας πείσουν ότι με τις εξελίξεις των τελευταίων χρόνων ο κίνδυνος εξέλειψε και ότι επεισόδια τύπου Ιμίων δεν είναι παρά μαριονέτες σ’ ένα θέατρο σκιών για να ωφελούνται οι ισχυροί.

 

Τουρκία και ΗΠΑ

¦ Πού βρισκόμαστε όμως σήμερα; Το σίγουρο είναι ότι έχουν διαφοροποιηθεί τα δεδομένα σε σχέση με το ’74, με το ’87 (βυθίσατε το ΧΟΡΑ) αλλά και με το ’96 (κρίση Ιμίων).

Η Τουρκία αλλά και η Ελλάδα, επί πολλές δεκαετίες, μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, ήταν χώρες του ΝΑΤΟ που με βάση τη γεωγραφική τους θέση, αποτελούσαν το ιμπεριαλιστικό προγεφύρωμα στην προώθηση της πολιτικής της Δύσης για περικύκλωση της Ρωσίας. Ιδιαίτερα η Τουρκία, ήταν η μόνη μη ευρωπαϊκή χώρα που συμπεριλήφθηκε στο Βόρειο Ατλαντικό (!) Σύμφωνο, προκειμένου να έχει η Δύση ένα γερό πάτημα και πρόσβαση στο μαλακό υπογάστριο της ΣΕ. Για πολλές δεκαετίες η Τουρκία, πέραν των δικών της ιδιαίτερων βλέψεων, προς Αιγαίο, προς Βαλκάνια και προς κεντρική Ασία, απόρροια του ρόλου που είχε παλιότερα σαν Οθωμανική Αυτοκρατορία, αποτέλεσε το χωροφύλακα της Δύσης στην περιοχή, με βάση μια σειρά συγκριτικά πλεονεκτήματα, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι η Δύση «παραμελούσε» την Ελλάδα.

Στο ίδιο διάστημα, η Τουρκία και οι σχέσεις της με την Ελλάδα και όχι μόνο, ήταν μια «κλειστή», ΝΑΤΟϊκή (δηλαδή κυρίαρχα αμερικάνικη) υπόθεση. Άλλωστε, η ισχυρή στρατιωτική παρουσία του ΝΑΤΟ, με τον ηγεμονικό ρόλο των ΗΠΑ σε αυτό να μην αμφισβητείται, δεν άφηνε και πολλά περιθώρια σε άλλες ιμπεριαλιστικές ευρωπαϊκές δυνάμεις να χωθούν.

Μέχρι το ’90, η Τουρκία αποτελούσε μια αρκετά απόμακρη υπόθεση για τις ιμπεριαλιστικές δυνάμεις της Ευρώπης και όποτε μπλεκόταν στα πόδια της, αυτό γινόταν στο πλαίσιο του ΝΑΤΟ.

Η μόνη ευρωπαϊκή χώρα που εμπλέχτηκε όχι τυχαία με την Τουρκία και πάντα κάτω από τις ευλογίες των ΗΠΑ, ήταν η Γερμανία, η οποία όφειλε και οφείλει αρκετά από το «μεταπολεμικό της θαύμα» στους Τούρκους αλλά και σε Έλληνες μετανάστες.

Τα ίδια χρόνια, η Τουρκία ήταν το μοναδικό άμεσα ελεγχόμενο προγεφύρωμα που είχαν οι ΗΠΑ δίπλα στη Ρωσία και τόσο κοντά στην κεντρική Ασία (αφήνουμε στην άκρη το Ισραήλ που και άλλη γεωγραφική θέση είχε και με άλλα άμεσα προβλήματα βρισκόταν αντιμέτωπο).

Στο ίδιο διάστημα, η Τουρκία «απολάμβανε» τα οφέλη, της προνομιακής σχέσης με τις ΗΠΑ. Αξιοποιούσε στο έπακρο την έξωθεν βοήθεια, για να καταπιέζει μέσα και από πραξικοπήματα τον τούρκικο λαό, να καθαρίζει όπως καθάριζε τις κουρδικές πιέσεις, να πιέζει όσο και όπως μπορούσε την ΣΕ, να συντηρεί τις βλέψεις της στα πετρέλαια της Μοσούλης, να διατηρεί τον έλεγχο των αποθεμάτων νερού στον Τίγρη και τον Ευφράτη.

Στο ίδιο πλαίσιο, απολαμβάνοντας της στήριξη των ΗΠΑ, όχι μόνο συντηρούσε τις βλέψεις της προς Αιγαίο και Κύπρο, αλλά τις κατοχύρωσε και πιο διευρυμένα με την εισβολή και κατοχή της μισής Κύπρου.

Ενώ κράταγε ανοιχτές γραμμές επικοινωνίας, όσο επέτρεπαν τα τότε δεδομένα με το μουσουλμανικό στοιχείο στα Βαλκάνια και κυρίως στη Βουλγαρία.

Σε γενικές γραμμές, παρά τα οξυμμένα εσωτερικά προβλήματα που βίωνε η Τουρκία, παρά την εξαθλίωση μεγάλων τμημάτων του πληθυσμού της, παρά τις ενδοαστικές, οξυμμένες συγκρούσεις, κατάφερνε και πορευόταν έχοντας την ολόπλευρη στήριξη των ΗΠΑ και «αρκούμενη» στα οφέλη που έπαιρνε από την συμμετοχή της στο ΝΑΤΟ.

Για ολόκληρη αυτή την περίοδο άλλωστε, ούτε οι ΗΠΑ έδειχναν να ενδιαφέρονται να πιέσουν ώστε να ενταχθεί η Τουρκία στην Ευρώπη, προφανώς γιατί δεν έβλεπαν τι θα τους πρόσφερε περισσότερο αφού έκαναν τη δουλειά τους με βάση την γενικότερή τους ισχύ.

Η χώρα που «πρώτη» πάσχισε, πάντα μέσα στα πλαίσια της εξάρτησης, να απεμπλακεί από την μονόπλευρη εξάρτηση των ΗΠΑ, ήταν η Ελλάδα η οποία ιδιαίτερα μετά το ’74, βρέθηκε σε σχετική ασφυξία και μειονεκτική θέση, με τις εξελίξεις στην Κύπρο και το μεθόδευσε έτσι ώστε εντασσόμενη στην Ευρώπη οργανικά να αποκτήσει κάποιες πλάτες για να μπορεί να διαπραγματεύεται με τις ΗΠΑ, με κάποιους βαθμούς ελευθερίας, περισσότερους.

 

Η Τουρκία και οι αντιθέσεις ΗΠΑ-Ευρώπης

¦ Η Τουρκία, είναι αλήθεια, ότι άργησε να μπει στη συζήτηση, τόσο εσωτερικά, όσο και στο πλαίσιο της εξωτερικής της πολιτικής, για ένταξή της στην Ευρώπη. Έπρεπε να περάσουν αρκετά χρόνια μετά το ’90, να φτάσουμε στο 2000 και την 11η Σεπτέμβρη για να προκύψει ζήτημα Ευρώπης-Τουρκίας, και πάλι όχι με άμεσο και επείγοντα τρόπο όπως φαίνεται. Και βέβαια σε αυτή την αργοπορία, το μόνο που δεν «έφταιξε» ήταν η πραγματική καθυστέρηση της Τουρκίας, ή ότι δεν σεβόταν τα δημοκρατικά δικαιώματα.

Κατά καιρούς και σποραδικά, οι ΗΠΑ φαίνονταν να αρχίζουν να πιέζουν ώστε η Τουρκία να γίνει ευρωπαϊκό μέλος, χωρίς βέβαια να βιάζονται. Αυτή η διαδικασία, συνέπεσε με τις ανησυχίες των ΗΠΑ ιδιαίτερα μετά το ’90 που τις συμμερίζεται και η Αγγλία για το πού θέλουν να το πάνε οι υπόλοιποι ισχυροί της Ευρώπης που επέβαιναν στο άρμα της ΕΕ. Και οι πιέσεις που δεν ήταν βέβαια τόσο μόνιμες, ήταν ένα ακόμα όπλο που απειλούσαν οι ΗΠΑ ότι κρατάνε, θέλοντας να βραχυκυκλώσουν και να εκτρέψουν το εγχείρημα της στενότερης «ευρωπαϊκής ενοποίησης».

Το σημείο κλειδί, που ανέδειξε με έντονο και επίμονο τρόπο το ζήτημα της Τουρκίας όσο αφορά στις σχέσεις με την Ευρώπη, ήταν η αλλαγή πλεύσης που αποφάσισαν με πολλά ρίσκα, οι ισχυροί της ΕΕ και άφησαν κατά μέρος την επιλογή της στενότερης «ενοποίησης» και προσανατολίστηκαν στη διεύρυνση της ΕΕ, στην ΕΕ των 25 και βάλε. Επιλογή που όπως έχουμε επισημάνει ήταν ένα ακόμα βήμα ή άλμα μετά την θέσπιση του ευρώ, που στόχευε να διαμορφώσει καλύτερους όρους στο πλαίσιο του ανταγωνισμού με τις ΗΠΑ και να τις παρακολουθήσει στο «κυνήγι δρόμου» που επέβαλαν οι τελευταίες με την εισβολή και κατοχή του Ιράκ.

Η τροπή αυτή, προκάλεσε όπως ήταν φυσικό την αντίδραση των ΗΠΑ, δημιούργησε νέα δεδομένα για την ντόπια άρχουσα τάξη της Ελλάδας, ενώ άνοιγε τον δρόμο να μπει και η Τουρκία σε μια πορεία, στο παιχνίδι του ανταγωνισμού των ιμπεριαλιστών με πιο άμεσο τρόπο.

> Η Ευρώπη βέβαια ούτε μπορούσε αλλά και ούτε ήθελε να βιαστεί για να κλείσει γρήγορα η ένταξη της Τουρκίας στην ΕΕ. Μην ξεχνάμε ότι παρά τις διαθέσεις της, βρισκόταν αρκετά πιο πίσω από τις ΗΠΑ όσον αφορά στις υλικές σχέσεις και τα πραγματικά ερείσματά της στην Τουρκία, σε σχέση με την υπερδύναμη. Όπως επίσης παρά τις προθέσεις της δεν έχει καταφέρει να αλλάξει ουσιαστικά τους συσχετισμούς μέσα στο ΝΑΤΟ και η στρατιωτική της ισχύ παρέμενε και παραμένει αρκετά πίσω σε σχέση με τις ΗΠΑ. Υπήρχαν και υπάρχουν αρκετά εμπόδια, αντιθέσεις και τριβές μεταξύ των ισχυρών της Ευρώπης, ενώ και η ίδια η άρχουσα τάξη στην Τουρκία έχει να αντιμετωπίσει πληθώρα προβλημάτων για να φτάσει στο σημείο «αβίαστα» να ενταχθεί στην ΕΕ. Για να μη φτάσουμε βέβαια στο άλλο άκρο, θα είναι λάθος να θεωρήσουμε ότι οι ισχυροί της Ευρώπης τελείως στα κουτουρού και αβάσιμα αποφάσισαν να κινηθούν και να χωθούν προς την Τουρκία. Διαπίστωσαν και όχι αβάσιμα, ότι σε σχέση με το παρελθόν, έχουν τα συγκριτικά καλύτερα δεδομένα, όχι βέβαια για άμεσα αποτελέσματα, αλλά για μια σταδιακή και σταθερή διείσδυση στη χώρα αυτή που συγκεντρώνει αρκετά όχι μόνο οικονομικά, πολιτικά, αλλά και γεωστρατηγικά πλεονεκτήματα.

Ποια ήταν όμως αυτά τα συγκριτικά καλύτερα δεδομένα για την Ευρώπη; Αυτά κατ’ αρχάς αφορούσαν στην ίδια την ΕΕ, η οποία σε σχέση με το παρελθόν είχε βελτιώσει τη θέση της. Είχε αποκτήσει ενδιάμεσα ερείσματα στα Βαλκάνια, έστω δίπλα-δίπλα με τις ΗΠΑ. Είχε τα στηρίγματά της, κυρίως οικονομικά-πολιτικά στην Ελλάδα. Μπορούσε μέσω αυτής να χρησιμοποιήσει και το χαρτί της Κύπρου που επίσης είχε προκριθεί καθόλου τυχαία για να ενταχθεί στην ΕΕ, έστω και με πολλές εκκρεμότητες. Είχε επίσης το ευρώ, σαν μοχλό πρόσβασης και πίεσης.

Τέλος και μην τα υποτιμάμε καθόλου, είχε ως «πλεονεκτήματα» τα μειονεκτήματα που εμφάνιζαν οι ΗΠΑ αλλά και τα σοβαρά ζόρια της άρχουσας τάξης της Τουρκίας.

Μειονεκτήματα των ΗΠΑ, γενικά και ειδικά, ήταν αυτά που τις φόρτωσαν το βάλτωμά τους στο Ιράκ. Ο τραυματισμός στις σχέσεις ΗΠΑ-Τουρκίας που προκλήθηκε φανερά στο πλαίσιο της εισβολής και κατοχής στο Ιράκ και που άφηνε «κενά» που μπορούσαν να αξιοποιηθούν από την Ευρώπη. Τα σοβαρά εσωτερικά ζόρια της Τουρκίας, θα μπορούσαν εν δυνάμει να εξελιχθούν σε «ατού» για την Ευρώπη. Έχουν γραφτεί και αναλυθεί πολλά από διάφορα think-tank, διεθνολόγους, τουρκολόγους και ό,τι άλλο θέλετε, σε σχέση με τα αίτια των μύριων όσων εσωτερικών προβλημάτων και εκκρεμοτήτων που έχει φορτωθεί το καθεστώς της Τουρκίας. Εμείς θα περιοριστούμε σε αυτό που θεωρούμε σαν κύρια πλευρά. Και που δεν είναι άλλη από την ανάγκη και της Τουρκίας να προσαρμοστεί στα καινούρια δεδομένα του παγκόσμιου ιμπεριαλιστικού παιχνιδιού με τις ειδικότερες εκφράσεις που αυτό έχει στην περιοχή. Το βέβαιο είναι ότι το όλο ζήτημα βρίσκεται σε εξέλιξη, δεν έχει κριθεί και το κατεστημένο της Τουρκίας, δεν είναι αρκούντως ενιαιοποιημένο. Ρευστότητα που επεκτείνουν οι συνεχείς ιμπεριαλιστικές επεμβάσεις και αναμίξεις από τα έξω και από τα μέσα που όπως φάνηκε και με τις «τρομοκρατικές» επιθέσεις στην Πόλη αλλά και σε άλλα σημεία της Τουρκίας, έχουν πάρει μεγάλες διαστάσεις.

 

Να και το Κυπριακό ξανά στο τραπέζι

> Είπαμε και πιο πριν, ότι η υπερδύναμη δεν θα καθόταν με σταυρωμένα χέρια στην προσπάθεια της ΕΕ να χωθεί στην Τουρκία. Φυσικά οι ΗΠΑ έχουν την ευχέρεια και τη δυνατότητα να αντιδρούν όχι με έναν τρόπο αλλά με περισσότερους και από διάφορες διόδους. Μια εξ αυτών, η οποία όμως στην πορεία περιπλέχτηκε ήταν η εμφάνιση των ΗΠΑ με την κατεύθυνση της «γρήγορης» ένταξης της Τουρκίας στην ΕΕ, με τους δικούς τους κατά βάση, όρους. Να επιμένουν δηλαδή έμπρακτα και πιο αποφασιστικά, εκμεταλλευόμενες την υπεροχή στα ερείσματα που είχαν, στην κατεύθυνση που πιο αραιά και λιγότερο πιεστικά, έβαζαν από παλιότερα για να στριμώχνουν όπως είπαμε τους ισχυρούς της Ευρώπης. Αν το δούμε και χρονολογικά, η βιασύνη των ΗΠΑ, εκδηλώθηκε με το σχέδιο Ανάν, το οποίο ανεξάρτητα της ουσιαστικής του χρεοκοπίας, σημάδι και αυτό της περιπλοκής που αναφέραμε, ήταν μια κίνηση που στόχευε να απαλλάξει την Τουρκία από βαρίδια και δεσμεύσεις του παρελθόντος προκειμένου να είναι πιο «ελεύθερη» να ενταχθεί στους νέους ιμπεριαλιστικούς σχεδιασμούς. Ήταν ένα σχέδιο που ήθελε να προλάβει για λογαριασμό των ΗΠΑ, της Αγγλίας, τις κινήσεις της Ευρώπης που ήθελε μέσα στ’ άλλα με όχημα την σταδιακή ένταξη της Τουρκίας στην ΕΕ, να χωθεί πιο ουσιαστικά. Οι ισχυροί της Ευρώπης, παρά τις πρώτες ταλαντεύσεις τους, σοφά ποιούντες, γρήγορα αποφάσισαν να «στηρίξουν» και αυτοί το σχέδιο Ανάν. Προφανώς για να μην μείνουν απέξω και να έχουν δυνατότητα παρακολούθησης των ΗΠΑ από τα μέσα και όπου χρειαστεί να βάλουν το χέρι τους. Με την κίνησή τους αυτή, πιστοποίησαν τις ευρύτερες και ειδικότερες φιλοδοξίες τους.

Ένα άμεσο αποτέλεσμα ήταν η άρχουσα τάξη της Ελλάδας, παρά τις όποιες ανησυχίες και ταλαντεύσεις, να εναρμονιστεί σαν υπέρμαχος του σχεδίου Ανάν και να αρκείται στο «δωράκι» της ένταξης της Κύπρου στην ΕΕ.

Στην προσπάθειά της επίσης να ικανοποιήσει και την άλλη πλευρά, πέρα του Ατλαντικού, παρουσιάστηκε ιδιαίτερα βιαστική στο να υποστηρίξει την πλήρη ένταξη της Τουρκίας στην ΕΕ, σαν ένα ακόμα βήμα στην κατεύθυνση της «συνεννόησης» με τον γείτονα που είχε ήδη προκριθεί.

Φτάσαμε λοιπόν στο σημείο, το σχέδιο Ανάν να ‘χει την υποστήριξη όλων των εμπλεκόμενων μερών και οι μόνοι που κοντράρουν σθεναρά ήταν οι ελληνοκύπριοι σαν το «μικρό γαλατικό χωριό».

Παρόλα αυτά, το σχέδιο που τελικά ήθελε να τετραγωνίσει τον κύκλο δεν πέρασε. Χωρίς να υποτιμάμε τη σθεναρή αντίδραση των ελληνοκυπρίων, δεν πιστεύουμε ότι ήταν ο μοναδικός λόγος της εμπλοκής.

Υπήρξαν πολλοί λόγοι, άσχετο αν δεν φάνηκαν άμεσα, που οδήγησαν έτσι τα πράγματα και που φάνηκαν καθαρότερα στην αμέσως επόμενη φάση όπου μπήκε πιο έμπρακτα το ζήτημα της ένταξης της Τουρκίας στην ΕΕ.

Το γεγονός ότι το σχέδιο Ανάν δεν υλοποιήθηκε στο ακέραιο και πάρθηκε πίσω δεν σημαίνει ότι έχασαν όλες οι πλευρές που το στήριξαν λιγότερο ή περισσότερο ζεστά. Αρκετοί μάλιστα εκτίμησαν τότε ότι το σχέδιο Ανάν δεν θα έπρεπε να αξιολογηθεί σαν κάτι ολοκληρωμένο που έπρεπε και μπορούσε να υλοποιηθεί. Περισσότερο έπρεπε να κριθεί σαν μια κίνηση που θα διαμόρφωνε μια ορισμένη δυναμική έτσι ώστε το παιχνίδι να συνεχιστεί με άλλους όρους και σ’ άλλα επίπεδα. Τέτοια στοιχεία υπήρχαν και στις πρώτες δικές μας εκτιμήσεις, βλέποντας όλο αυτό το δαιδαλώδες συνονθύλευμα που υποτίθεται θα ήταν λειτουργικό. Έφτασαν μάλιστα πολλοί, και όχι άδικα, στο σημείο να υποστηρίζουν ότι το σχέδιο Ανάν δεν στόχευε καν στη «λύση» του καθ’ εαυτού Κυπριακού αλλά στο να διαμορφώσει καινούργιους συσχετισμούς ανάμεσα στους μεγάλους παίκτες και στους τοπικούς παράγοντες, που ήταν απαραίτητοι για να προχωρήσουν οι ιμπεριαλιστικοί σχεδιασμοί. Απ’ αυτή τη σκοπιά, αν το δούμε, μπορούμε να πούμε ότι η «αποτυχία» του σχεδίου Ανάν ήταν σχετική.

Γιατί, ακόμα και «χρεοκοπημένο», διαμόρφωσε ορισμένα καινούργια δεδομένα που δεν υπήρχαν πριν απ’ αυτό το ανακάτεμα. Η Τουρκία έδειξε ότι είναι το «καλό παιδί» που δεν αντιστάθηκε στο σχέδιο παρά τις ταλαντεύσεις και ενστάσεις του βαθύ κράτους της.

Σε σημαντικό βαθμό απαλλάχθηκε απ’ την κατηγορία ότι κατέχει στρατιωτικά ένα μέρος του νησιού για να έχουν επιπλέον «επιχειρήματα» και οι ιμπεριαλιστές ώστε να πιέζουν για ένταξη της Τουρκίας στην ΕΕ. Την ίδια στιγμή, μέσω του σχεδίου Ανάν, «διευκολύνθηκε» και η άρχουσα τάξη της Ελλάδας να «διολισθήσει» πιο φανερά στην καινούργια γραμμή πλεύσης, χωρίς να ‘χει ουσιαστικά, πλέον, καμία δυνατότητα μέσα στ’ άλλα να χρησιμοποιεί το χαρτί της Κύπρου στον ανταγωνισμό της με την Τουρκία, στις διαφορές στο Αιγαίο, στις διαπραγματεύσεις της με τους ιμπεριαλιστές.

Με την άνοιξη, λοιπόν, του 2004 το σχέδιο Ανάν φαίνεται να περνάει στην Ιστορία.

Το Κυπριακό ξαναφέθηκε να σέρνεται μπλεγμένο στη μέγγενη του ιμπεριαλιστικού ανταγωνισμού, και με βάση τα νέα δεδομένα. Για να φανεί και έμπρακτα το ιμπεριαλιστικό ενδιαφέρον, επικεντρώνεται σε πιο σοβαρά ζητήματα. Το έδειξε η σύνοδος της ΕΕ το Δεκέμβρη του 2004 και η κατάληξή της το φθινόπωρο του 2005, έστω μ’ ένα ρευστό τρόπο, επιβεβαιώθηκε ότι η ΕΕ συνεχίζει να επιμένει στην κατεύθυνση της διεύρυνσής της παρά τα όποια «εσωτερικά» πλήγματα είχε δεχθεί (όπως π.χ. το ευρωσύνταγμα), παρά τις πιέσεις των ΗΠΑ, που με τη σειρά τους αναζητούν τους τρόπους και τους όρους προκειμένου να δώσουν συνέχεια και διάρκεια στην επιθετικότητά τους.

 

ΕΙΔΙΚΟΤΕΡΕΣ ΠΛΕΥΡΕΣ ΤΗΣ ΕΠΙΘΕΣΗΣ ΤΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ ΣΤΗ ΧΩΡΑ

¦ Αυτό που σήμερα από πολλές πλευρές ονομάζεται επίθεση του συστήματος, ανεξάρτητα πώς την προσδιορίζει ο καθένας και πού την εντοπίζει, έχει διανύσει για τη χώρα μας μία διαδρομή 20 και πλέον χρόνων. Όπως κατ’ επανάληψη έχουμε τονίσει και εξηγήσει, οι βάσεις αυτής της πολιτικής για τη χώρα μας μπήκαν το φθινόπωρο του 1985, στην έναρξη της δεύτερης τετραετίας ΠΑΣΟΚ. Ήταν τότε που στη χώρα μας, έστω με κάποια καθυστέρηση λόγω τοπικών ιδιομορφιών, έφτανε το παγκόσμιο ρεύμα που αποκλήθηκε Ρηγκανισμός-Θατσερισμός, και που στόχο του είχε να ολοκληρώσει την ανατροπή των παγκόσμιων συσχετισμών σε βάρος των λαών και της εργατικής τάξης, να φανερώσει αλλά και να εμπεδώσει σ’ όλη του την έκταση την ήττα του κομμουνιστικού κινήματος, με ό,τι αυτό θα συνεπάγοταν.

Το «ξεκίνημα» αυτής της επίθεσης, που συνδέθηκε από τότε όχι τυχαία με το πρόσωπο του Σημίτη και που πολλοί θέλουν να ξεχάσουν ότι ήταν μια ακόμα έκφραση «προσαρμογής» του Α. Παπανδρέου και της πολιτικής του ΠΑΣΟΚ στις απαιτήσεις και επιταγές του μεγάλου κεφαλαίου, προκάλεσε σοκ όχι μόνο για το σύνολο της ελληνικής κοινωνίας αλλά και για μεγάλα τμήματα του ΠΑΣΟΚ. Προκάλεσε επίσης αρκετές τριβές και έριδες στο ενδοαστικό πλαίσιο, ενώ δεν έλειψαν και οι μαζικές αντιδράσεις από σημαντικά τμήματα του λαού και της εργατικής τάξης. Για όσους έζησαν από τότε όλες τις φάσεις και ιδιαίτερες επιλογές αυτής της άγριας και επιθετικής πολιτικής σε βάρος του λαού, οι αντιδράσεις του ’85 ήταν οι μοναδικές τέτοιας έντασης και έκτασης. Σ’ όλες τις υπόλοιπες περιπτώσεις, με εξαίρεση ίσως το 2001 και τις αντιδράσεις για το ασφαλιστικό, οι επιλογές της άρχουσας τάξης, παρόλο που ήταν όλο και πιο σκληρές και αντιδραστικές, κατόρθωναν και υλοποιούνταν αρκετά πιο ανώδυνα για το σύστημα.

Ακόμη όμως και οι αντιδράσεις του ’85 δεν στάθηκαν ικανές να μπλοκάρουν, να ανατρέψουν την τότε «έναρξη» της επίθεσης. Τα όπλα που είχε από τότε υπέρ του το σύστημα ήταν αρκετά για να εμπεδώσει το «νέο» πνεύμα και κλίμα σε βάρος της εργατικής τάξης και των εργαζομένων, για να κατοχυρώσει τις «σύγχρονες» νοοτροπίες και πρακτικές του κεφαλαίου, έτσι όπως απαιτούσαν και οι διεθνείς συνθήκες, τα διεθνή δεδομένα.

Το ΠΑΣΟΚ είχε εδραιωθεί και αισθανόταν πιο «σίγουρο» και αρκετά «ασφαλές» για να ακολουθήσει πολιτική μεγαλύτερης πυγμής, έχοντας τη στήριξη και κάλυψη της ΕΟΚ μετά την πλήρη ένταξη του ’80, σαν αντίβαρο στις όποιες πιέσεις και δυσαρέσκειες των ΗΠΑ για τα λίγα έστω ερείσματα που είχαν απωλέσει το ’74 αλλά και το 1981.

Το ΠΑΣΟΚ βέβαια είχε κι άλλους λόγους για να κινηθεί αιφνιδιαστικά και εσπευσμένα πέρα του να προσαρμοστεί, όπως όφειλε, στα διεθνή και κυρίως αμερικανικά ρεύματα. Λειτουργούσε και για το δικό του ιδιαίτερο συμφέρον, για τη δική του ισχυροποίηση, για ν’ αποκαταστήσει ακόμα πιο στενούς δεσμούς με τα διάφορα πραγματικά κέντρα εξουσίας, για να οικοδομήσει τους δικούς του πια μηχανισμούς.

Σε συνδυασμό μ’ αυτά, επεδίωξε και μια κίνηση ματ σε βάρος της ΝΔ, η οποία τότε είχε βγει μ’ ένα φουλ επιθετικό νεοφιλελεύθερο πρόγραμμα σαν συνέχεια της τότε διαδοχής του Αβέρωφ απ’ τον Μητσοτάκη.

Ουσιαστικά, το ΠΑΣΟΚ θέλησε υιοθετώντας αρκετά απ’ το πρόγραμμα της ΝΔ, να την αφήσει όσο γινόταν εκτός πεδίου δράσης και παρέμβασης στη βάση του τότε φιλόδοξου σχεδίου «να μπει η Δεξιά στο χρονοντούλαπο της Ιστορίας».

Το φιλόδοξο ΠΑΣΟΚικό σχέδιο, βέβαια, αφορούσε αυτό που έμελλε να μείνει στην Ιστορία σαν τη «δημιουργία των νέων τζακιών».

Σ’ αυτή τη βάση, λοιπόν, η επίθεση που χτυπούσε θορυβόδικα την πόρτα των εργαζομένων το ’85, πέραν του ότι επεδίωκε μια συνεννόηση δείχνοντας «σημάδια καλής θέλησης» στα παραδοσιακά τμήματα του μεγάλου κεφαλαίου που είχαν εδραιωθεί πριν και κατά τη διάρκεια της χούντας, έβαζε τους όρους διαμόρφωσης καινούργιων, πιο φρέσκων, πιο σύγχρονων πεδίων κεφαλαιακής δράσης, που αναζητούσαν διέξοδο και στη χώρα μας.

Το ΠΑΣΟΚ, όπως έδειξαν οι εξελίξεις, δεν ήταν απόλυτα έτοιμο παρόλο που σε γενικές γραμμές και την τότε Αριστερά είχε του χεριού του και το λαό αρκετά παροπλισμένο, ιδιαίτερα σε σχέση με την πρώτη περίοδο μετά το ’74.

Γι’ αυτό και παρόλο που η επίθεση πέρασε το ΠΑΣΟΚ πλήρωσε ένα σοβαρό κόστος που όμως, όπως αποδείχτηκε μετά το ’90, δεν του προκάλεσε «ανήκουστο» βλάβη, που λένε.

¦ Αν, λοιπόν, μνημονεύουμε σύντομα την περίοδο ’85-90 το κάνουμε μόνο και μόνο για να «θυμίσουμε» ότι το σύστημα έτσι όπως έχει προκύψει σήμερα οφείλει πολλά σ’ εκείνες τις επιλογές του Α. Παπανδρέου και γι’ αυτό αντάμειψε ποικιλοτρόπως τον ίδιο αλλά και το ΠΑΣΟΚ στο σύνολό του. Το κάναμε για να «υπενθυμίσουμε» ότι εκείνη την περίοδο μπήκαν οι βάσεις που με ορισμένες μετατροπές και μερεμέτια, στην πορεία, οδήγησαν σ’ αυτό που σήμερα ονομάζεται «σύγχρονη Ελλάδα».

Μια «σύγχρονη Ελλάδα» γεμάτη στρατιωτικές βάσεις-ορμητήρια των ιμπεριαλιστών. Ξέφραγο αμπέλι ξένων μυστικών υπηρεσιών, πρόθυμη να εντάσσεται και να υπηρετεί τα ιμπεριαλιστικά επεκτατικά σχέδια, δεμένη χειροπόδαρα μέσα από πολλά νήματα με στρατιωτικούς και οικονομικούς ιμπεριαλιστικούς συνασπισμούς.

Μια Ελλάδα που, με τις ευλογίες των ιμπεριαλιστικών κέντρων, στο πλαίσιο του «καταμερισμού» που τους εξυπηρετεί, έχει μετατραπεί σε «ξενοδοχείο πολυτελείας» που «υποδέχεται» τουρίστες. Μια Ελλάδα που, παρά τη μικρή της έκταση και πληθυσμό, έχει μετατραπεί σε χώρα παράδεισο για τις τηλεπικοινωνίες, για τις βιομηχανίες αυτοκινήτων, για τις κατασκευές, για το τραπεζικό κεφάλαιο. Μια χώρα που αλόγιστα διαλύει και υπονομεύει την αγροτιά και την αγροτική της παραγωγή, διαμορφώνοντας τους όρους για ένα ακόμη εσωτερικό μεταναστατευτικό ρεύμα προς τις τερατόμορφες μεγαλουπόλεις.

Μια «σύγχρονη Ελλάδα» που «στηρίζει» το μέλλον της, σε ρόλο «προσκόπου» των μεγάλων εξορμήσεων του καπιταλισμού και διαμετακομιστικού Κέντρου απ’ όπου θα διέρχεται όλη η «σύγχρονη πραμάτεια» του καπιταλισμού μέσα από ένα σωρό οδούς μεταφοράς που την έχουν πλημμυρίσει τις τελευταίες δεκαετίες, αφήνοντας το κάτι τις στο μεσάζοντα, την άρχουσα τάξη δηλαδή.

Μια «σύγχρονη Ελλάδα», που το καθεστώς της έχει απλώσει όλα τα πλοκάμια και έχει θωρακιστεί με τη βοήθεια των πατρώνων της, προκειμένου όχι μόνο να ελέγχει αλλά και να καταπνίγει στη γέννησή τους τις τάσεις χειραφέτησης που αντικειμενικά τροφοδοτούνται μέσα στο λαό απ’ τις άγριες συνθήκες που αυτός βιώνει.

Το κάνουμε για να υπενθυμίσουμε ότι εκείνη την περίοδο ξεδοντιάζεται οριστικά μια Αριστερά που είχε ήδη πάρει τον κατήφορο και σε συνδυασμό μ’ αυτό, καταφέρονται συντριπτικά χτυπήματα στο λαϊκό κίνημα, στην οργάνωσή του, τη δυνατότητά του να δρα και να αντιστέκεται.

Σταθήκαμε στην εποχή εκείνη για να καταγράψουμε ότι από εκείνη τη φάση και μετά η εργατική τάξη μπήκε για τα καλά στο στόχαστρο του συστήματος, όχι μόνο για να δουλεύει περισσότερο και να αμείβεται λιγότερο, που ήταν το στοιχειώδες. Αλλά έτσι ώστε να πάψει να είναι στρατηγικός αντίπαλος για το ίδιο το σύστημα, μετά από μια ολόκληρη επιχείρηση αμφισβήτησης του συνόλου της βάσης στήριξης λειτουργιών και σχέσεών της με τα υπόλοιπα τμήματα του λαού. Επιχείρηση που στο μέλλον έμελλε να γνωρίσει παροξυσμό μέσα και απ’ την άγρια εκμετάλλευση των μεταναστών που έφθασαν και στη χώρα μας μετά τις ανατροπές του ’89-’90.

¦ Στα χρόνια που μεσολάβησαν απ’ την προηγούμενη Συνδιάσκεψη, ένα απ’ τα πιο θορυβώδη ζητήματα που μας απασχόλησαν, και μάλιστα για αρκετούς μήνες την περίοδο του 2002-2003, ήταν η διαβόητη «εξάρθρωση» ή «απόσυρση» της 17Ν, τα όσα τη συνόδευσαν και σ’ ένα βαθμό τη συνοδεύουν ακόμα. Μας απασχόλησε και για έναν ακόμα λόγο που είχε να κάνει με το ότι το σύστημα μέσα σ’ όλα που μεθόδευσε μ’ αφορμή και ευκαιρία τη 17Ν, δεν παρέλειψε να μας εμπλέξει και σαν ΚΚΕ(μ-λ), έστω και πριν το ’82, με πλευρές αυτής της ομολογουμένως σκοτεινής υπόθεσης, η οποία δεν φωτίστηκε ιδιαίτερα ούτε και όταν «έκλεισε» με τις δίκες του 2003. Θεωρούμε ότι σήμερα, που εξετάζουμε το όλο ζήτημα από κάποια απόσταση, αποστασιοποιημένοι από το τότε νοσηρό κλίμα τρομοκράτησης, μπορούμε να πούμε ότι εξακολουθούν να ισχύουν οι βασικές μας εκτιμήσεις για το τι έκφρασε η 17Ν αλλά και κυρίως για το πώς «αξιοποιήθηκε» όλη της η παρουσία και δράση απ’ το σύστημα και τους ιμπεριαλιστές στα χρόνια της μεταπολίτευσης.

Για το σύνολο αυτών που μας εμφανίστηκαν σαν μέλη της 17Ν και που σύρθηκαν σε δίκες κρατήσαμε μια συνολική στάση υπεράσπισης των ατομικών και δημοκρατικών δικαιωμάτων τους, που παραβιάστηκαν βάναυσα. Σαν συνέχεια της στάσης μας να εναντιωθούμε και να καταγγείλουμε τον τρομονόμο, την επιχείρηση τρομοκράτησης και χτυπήματος του λαϊκού κινήματος και των ιδεών της Αριστεράς που τόσο φανερά εξελισσόταν εκείνη της περίοδο.

¦ Το άλλο πολιτικό ζήτημα ουσίας που αντιμετωπίσαμε όχι μόνο εμείς αλλά το σύνολο των αριστερών δυνάμεων είναι ότι το σύστημα, αξιοποιώντας και τις επιεικώς αφελείς προσεγγίσεις διαφόρων, επιχείρησε όχι απλά να στριμώξει την Αριστερά στα σχοινιά αλλά να την ξαναρίξει νοκ άουτ. Ουσιαστικά, το σύστημα και οι μυστικές υπηρεσίες βολεύτηκαν αφάνταστα από τις προσεγγίσεις ότι η 17Ν ήταν μια επαναστατική οργάνωση. Τους βόλευε να χρεωθούν μόνο την «ανικανότητα» των μηχανισμών διώξεως να την καθαρίσουν από νωρίτερα.

Τους βόλευε σαν προσπάθεια συγκάλυψης του τι πραγματικά συνέβαινε όλα αυτά τα 30 χρόνια, από τότε που η 17Ν έκανε την εμφάνισή της. Κυρίως τους εξυπηρετούσε στην προσπάθειά τους να μετατοπίσουν το κέντρο βάρους στο ότι το σύστημα πλέον στη χώρα είναι πιο «σταθερό» και «ανθεκτικό» που, έστω και με κάποια καθυστέρηση, ξεμπερδεύει οριστικά με οτιδήποτε αριστερό ή επαναστατικό το είχε απειλήσει στο παρελθόν.

Εξυπηρετούσε τους πολλούς αντιδραστικούς κύκλους να «τελειώσουν την ιστορία» και στην Ελλάδα. Τους βόλευε να περάσουν και στη χώρα την όλη τους «αντιτρομοκρατική υστερία» ενόψει και του τι θα ακολουθούσε με την εισβολή στο Ιράκ. Τους βόλευε να έχουν τρόπους και μορφές να χτυπήσουν το αντιιμπεριαλιστικό – αντιαμερικάνικο κίνημα στη χώρα μας, που τόσο τους είχε ενοχλήσει την περίοδο των βομβαρδισμών στη Γιουγκοσλαβία.

Η ουσία της κατάληξης της υπόθεσης, για όσους θέλουν να δουν, ήταν ότι ωφελήθηκε το σύνολο των αντιδραστικών δυνάμεων και στη γωνία, για μια ακόμα φορά, βρέθηκε ο λαός και η Αριστερά.

«Ενοχοποιήθηκε ο λαός, η Αριστερά, το κίνημα, που «τροφοδοτούν» και «εκτρέφουν» τέτοιες «ακραίες» αντιδράσεις «ατομικής τρομοκρατίας» και «αποενοχοποιήθηκε» το σύστημα και ο ιμπεριαλισμός που απλώς υπερασπίζονται τη «δημοκρατία», την «τάξη» και την «ησυχία» των πολιτών.

¦ Το πιο ουσιαστικό, βέβαια, ήταν ότι αναδείχθηκε ξανά σ’ όλη του τη διάσταση το ζήτημα της πραγματικής δημοκρατίας για το λαό, το ζήτημα των ελευθεριών για τους εργαζόμενους και τη νεολαία.

Αναδείχθηκε δηλαδή σ’ όλο του το μεγαλείο το ζήτημα της πολιτικής και κοινωνικής καταπίεσης, της ιδεολογικής τρομοκράτησης και της αντίστοιχης διαμόρφωσης ενός ολόκληρου πλέγματος και μηχανισμού που απλώνεται μέσα από πολλά κανάλια και διόδους σε διεθνή έκταση.

Πλέγμα που, ιδιαίτερα μετά την 11η Σεπτέμβρη, και στη χώρα μας μ’ αφορμή επίσης της «επιτυχία» της Ολυμπιάδας, απλώθηκε και ρίζωσε ακόμη περισσότερο.

Διεθνές πλέγμα στο οποίο αποτυπώνεται η κυριαρχία των ΗΠΑ που, έχοντας «ενσωματώσει» πολλές απ’ τις επιτυχίες της τεχνολογίας αιχμής, απλώνεται απειλητικά πάνω απ’ τον πλανήτη. Πλέγμα που έχει φτάσει να είναι εκτός από όργανο στην υπηρεσία των ιμπεριαλιστών και των υποτακτικών τους και ένα «ανεξάρτητο» πεδίο δράσης κεφαλαίου και στο οποίο δοκιμάζονται και προβάρονται πολλές καινούργιες συνταγές καταπίεσης και ελέγχου του αγώνα χειραφέτησης των λαών, φτάνοντας να δημιουργεί μια καινούργια «βιομηχανία» η οποία έχει ανάγκη τον «τρόμο» και τους «εχθρούς» και τους «στόχους» για να αναπαράγεται. Μια τέτοια «βιομηχανία», όπως είναι φυσικό, έχει αναπτυχθεί στο πλάι των βιομηχανιών των όπλων και του διαστήματος, τροφοδοτείται απ’ αυτές και σ’ ένα βαθμό τις τροφοδοτεί. Σαν τέτοια, λοιπόν, στην κορυφή της πυραμίδας βρίσκονται οι ιμπεριαλιστικές δυνάμεις και ως εκ τούτου διακρίνεται από σκληρούς ανταγωνισμούς, από επιβολή και πλασάρισμα σε πιο αδύνατες χώρες που «πρέπει να κινδυνεύουν» για να ανταποκριθούν τόσο από «εσωτερικούς» όσο και από «εξωτερικούς» εχθρούς. Η χώρα μας, είναι αλήθεια, ότι καθυστέρησε και ακόμη καθυστερεί να γευτεί τα «οφέλη» για την «ασφάλειά» της απ’ την ένταξή της σ’ αυτό το πλέγμα. Ωστόσο, τα τελευταία χρόνια, με την ευκαιρία της ένταξης στην ΕΟΚ αλλά και με την εμφάνιση στο προσκήνιο του στόχου για «πάταξη της τρομοκρατίας» έγιναν και στην Ελλάδα γρήγορα βήματα ένταξης στο πλέγμα της «διεθνούς ασφάλειας».

Σ’ ένα βαθμό η καθυστέρηση αυτή οφείλεται και στις ζώσες αντιστάσεις του λαού μας που λόγω ιστορίας είχε μακρά αρνητική παράδοση, χαφιεδίσματος και φακελώματος, έστω και με πιο κλασσικούς για το σύστημα τρόπους.

Τα τελευταία χρόνια, με βάση τη γενικότερη υποχώρηση του κινήματος και την ισχυροποίηση του ιμπεριαλισμού, οι αντιστάσεις της κοινωνίας και σ’ αυτό το επίπεδο όλο και αμβλύνονται και αυτό σίγουρα μαζί με τόσα άλλα είναι ανησυχητικό. Και επειδή η «λύση» δεν βρίσκεται στο να «οικοδομήσουμε» ένα ακόμη «κοινωνικό κίνημα» ενάντια στη βιομηχανία παρακολούθησης και τον BIG BROTHER, σπάζοντας κάμερες και «εισβάλλοντας στα ριάλιτι», πρέπει να κατανοήσουμε ότι η εναντίωση και σ’ αυτό βρίσκεται στις επίμονες και μόνιμες προσπάθειες ανάπτυξης κινήματος, προώθησης της λαϊκής οργάνωσης, με παράλληλη προσπάθεια περιφρούρησής της απ’ το σύστημα, που όχι μόνο θέλει να ελέγξει αλλά και να εμποδίσει.

Χωρίς αυτό να σημαίνει ότι αφήνουμε τις ευκαιρίες για διαμόρφωση ιδεολογικού μετώπου αντιπαράθεσης σ’ όλη αυτή τη σύγχρονη εκστρατεία, προφανώς για να τροφοδοτούμε τα λαϊκά αντανακλαστικά, τις λαϊκές ευαισθησίες, που όπως είπαμε, κάτω απ’ τη συντονισμένη επίθεση του συστήματος, έχουν αμβλυνθεί.

¦ Ας δούμε όμως και μια άλλη πλευρά, όχι για να «παρηγορηθούμε» αλλά για να δούμε τα όρια που έχει το σύστημα, προκειμένου να πετύχει το στόχο του, να ελέγξει ακόμα πιο στενά την όλη πορεία και προσπάθεια χειραφέτησης. Είναι λοιπόν γεγονός ότι η όλη αυτή γιγάντωση τις τελευταίες δεκαετίες του πλέγματος παρακολούθησης και ελέγχου του πλανήτη έχει προκαλέσει «σοκ και δέος», που λέμε, σε κινήματα, σε αγωνιστές, σ’ απλούς ανθρώπους. Σαν συμπλήρωμα του δέους που θέλει να προκαλέσει ευρύτερα ο ιμπεριαλισμός με τα όπλα του, τους πυραύλους του, με το σύνολο των δυνατοτήτων του.

Το «σύστημα ασφάλειας» που με τις ΗΠΑ μπροστά στήνεται τις τελευταίες δεκαετίες, είμαστε απόλυτα πεπεισμένοι ότι παρά τα μέσα που έχει ενσωματώσει, είναι ουσιαστικά ανεπαρκές να αντιμετωπίσει τη λαϊκή πάλη. Ή για να το θέσουμε αλλιώς, το βασικό κομμάτι της ισχύος του το αντλεί απ’ την κυρίως «ανεπάρκεια» των αντιπάλων του. Και αυτό που ισχυριζόμαστε δεν είναι μια κουβέντα του αέρα αλλά προκύπτει απ’ τα δεδομένα.

Και τα «δικά» μας δεδομένα δεν είναι βέβαια η «ανεπάρκεια» που επέδειξε η «ασπίδα» στους δίδυμους πύργους ή το ότι «αδυνατεί» να εντοπίσει τον Μπιν Λάντεν ή ότι ενώ «ξέρει» ότι θα χτυπήσουν οι τρομοκράτες σχεδόν ποτέ δεν τους «προλαβαίνει». Δεν έχουμε αυτά κυρίως στο νου μας. Αν και αποδεικνύουν ότι το όλο σύστημα μπορεί να είναι ευάλωτο και να βραχυκυκλωθεί στο πλαίσιο του ενδοϊμπεριαλιστικού ανταγωνισμού και με χτυπήματα από «μέσα» όταν και αν χρειαστεί.

Κατά νου κυρίως έχουμε την ιρακινή αντίσταση, η οποία στο κεφάλαιο που αναφερόμαστε αποδεικνύει ότι στο βαθμό που ο λαός αναπτύξει τις δυνατότητές του και τις συγκεντρώσει στους στόχους που γεννάει η καταπίεσή του μπορεί να πλήξει το όλο αυτό πλέγμα στο βαθμό που προσανατολίζεται στο να πλήξει και να αμφισβητήσει την όλη κυριαρχία του συστήματος.

Δεν είναι, όπως χαρακτηριστικά λέγεται, οι ιμπεριαλιστές ψηλοί, φαίνονται τέτοιοι μόνο όταν έχουμε χαμηλωμένο το κεφάλι.

 

ΟΙ ΠΡΟΟΠΤΙΚΕΣ ΚΑΙ ΤΑ ΑΜΕΣΑ ΚΑΘΗΚΟΝΤΑ

Γίνεται αντιληπτό ότι μια τοποθέτηση επί των προοπτικών επιμερίζεται σε πολλά άλλα επίπεδα. Αφορά την προοπτική της ιμπεριαλιστικής τακτικής και στρατηγικής. Αφορά την προοπτική του κινήματος και ειδικότερα του ΚΚΕ(μ-λ). Επειδή αυτή η εισήγηση, θέλει να εξοπλίσει την οργάνωση έτσι ώστε κατά κύριο λόγο ν’ ανταποκριθεί στα άμεσα καθήκοντα της, γίνεται αντιληπτό, ότι θα επικεντρώσουμε σ’ αυτά που θεωρούμε σαν άμεσες προτεραιότητες και προοπτικές που ξαναγοίγονται μπροστά μας.

Γι’ αυτό και θα περιοριστούμε στην εκτίμηση και αξιολόγηση των άμεσα προβλέψιμων και ορατών κινήσεων επιλογών του ιμπεριαλισμού και του συστήματος στην χώρα και την γειτονιά μας. Γι’ αυτό και θα περιοριστούμε στην ανάδειξη των βασικών μας κατευθύνσεων αλλά και στοιχείων πολιτικής γραμμής που μας προκύπτουν άμεσα. Οι αναφορές μας στο γενικότερο στίγμα μας και την γενικότερη προοπτική της λαϊκής πάλης θα κατατίθενται όχι γιατί φιλοδοξούμε να τα ανοίξουμε ΕΔΩ και ΤΩΡΑ αλλά και για να συμβάλλουν στην κατανόηση των προτεραιοτήτων που θεωρούμε ότι επείγουν.

 

ΑΝΤΙΙΜΠΕΡΙΑΛΙΣΤΙΚΗ ΠΑΛΗ – ΑΓΩΝΑΣ ΓΙΑ ΕΙΡΗΝΗ

ΑΜΕΣΑ ΚΑΘΗΚΟΝΤΑ

¦ Ένα βασικό ζήτημα που μας βοήθησαν να συνειδητοποιήσουμε τα χρόνια που προηγήθηκαν, είναι ότι η αντιιμπεριαλιστική πάλη μπορεί να αποκτήσει σάρκα και οστά, και στην χώρα μας αλλά και διεθνώς.

Τόσο οι λαϊκές κινητοποιήσεις ενάντια στους βομβαρδισμούς της Σερβίας και την ενεργή στήριξη που παρείχε η χώρα σ’ αυτούς, όσο κυρίως ο ευρύτερος παλλαϊκός ξεσηκωμός ενάντια στην επέμβαση και κατοχή του Ιράκ, πέραν του ότι δικαίωσαν την επιμονή μας, να θεωρούμε τον αντιιμπεριαλιστικό αγώνα, συστατικό της όλης πάλης για χειραφέτηση και συνδεδεμένο άρρηκτα με την προοπτική μιας άλλης κοινωνίας, έδειξαν ότι ο αγώνας αυτός μπορεί να αγκαλιάσει τις μάζες με άμεσα και χειροπιαστό τρόπο. Αποδείχτηκε ότι η αντιιμπεριαλιστική πάλη, δεν αποτελεί καθήκον και υποχρέωση μιας ομάδας ή ομάδων κομμουνιστών, που εξαντλείται σε γενικόλογες διακηρύξεις περί ανεξαρτησίας και σε γενική καταγγελία του ιμπεριαλισμού, αλλά μια επιτακτική και άμεση προτεραιότητα για τον λαό μας, για τους γειτονικούς λαούς, τους λαούς όλου του κόσμου.

Στην χώρα μας ειδικότερα, παρά την επί δεκαετίες διαβρωτική και αποδιαρθρωτική δουλειά, που έκαναν συντονισμένα οι δυνάμεις της υποτέλειας παρά τους ολέθρια λαθεμένους προσανατολισμούς της αριστεράς της ήττας, που κήρυτταν ουσιαστικά την υποταγή στην εξάρτηση και τον ιμπεριαλισμό, τα ζωντανά λαϊκά αντιαμερικανικά αντανακλαστικά, αποτελούν ένα εύφορο πεδίο, που μπορούν να φυτρώσουν οι σπόροι ενός βαθύτερου ευρύτερου και συνειδητοποιημένου αντιιμπεριαλιστικού κινήματος.

Στις πλάτες μας, θα συνεχίσει να πέφτει ένα μεγάλο βάρος μιας και ήμασταν αλλά και συνεχίζουμε να είμαστε μια οργανωμένη πολιτική προσπάθεια, που συνειδητά και αποφασιστικά θέλουμε να συμβάλουμε μ’ όλη μας τις δυνάμεις στην αναγέννηση ενός μαζικού αντιιμπεριαλιστικού κινήματος πρώτα και κύρια στην χώρα μας.

Θα ναι λάθος μας να θεωρήσουμε, ότι «τώρα πια» τα έχουμε καταφέρει γιατί «δεν είμαστε πια μόνοι» όπως ήμασταν την περίοδο των πέτρινων χρόνων που φαντάζαμε «γραφικοί» και «κολλημένοι».

Τώρα που έχουν ενταθεί οι ανησυχίες για το που πηγαίνουν τα πράγματα με βάση την επιθετικότητα των ιμπεριαλιστών, που η χρεοκοπημένη Αριστερά, έστω και κάτω από την πίεση των καταστάσεων «τρίζει τα δόντια» της έχουμε ακόμα μεγαλύτερη ευθύνη.

Να γίνουμε πιο σαφείς, και πιο συγκεκριμένοι στο τι εννοούμε σαν αντιιμπεριαλιστική πάλη, πως συγκεκριμενοποιείται σε κάθε φάση, μέσα από ποιες μορφές και πρωτοβουλίες θα υλοποιείται, σε ποιους πολιτικούς στόχους εξειδικεύεται, σε ποια γενικά συνθήματα και διακηρύξεις θα υπακούει.

Μπορεί να είμαστε υπερήφανοι που κρατήσαμε ψηλά τις σημαίες της πάλης για ανεξαρτησία και ενάντια στην υποτέλεια σε δύσκολες εποχές, αλλά δεν πρέπει να θεωρούμε ότι είμαστε έτοιμοι από κάθε άποψη, να ανεβάσουμε την συνεισφορά μας και την συμβολή μας, στα ομολογουμένως ανώτερα επίπεδα που απαιτούν οι συνθήκες.

Οι μικρές μας δυνάμεις μέχρι σ’ ένα βαθμό μόνο είναι δικαιολογία και άλλοθι. Αυτές μας οι δυνάμεις ωστόσο δεν μας εμποδίζουν να χωνέψουμε την δικιά μας πείρα, αλλά και την όποια πείρα αποκομίζουν τα κομμάτια του λαού και της νεολαίας που κινητοποιήθηκαν ξανά από το 1999 και δώθε.

Δεν μας εμποδίζουν να πάρουμε τις πρωτοβουλίες που πρέπει, να ανοίξουμε και να διατηρήσουμε την αντιπαράθεση στις βαθιά λαθεμένες απόψεις που συνεχίζουν να πλασάρονται από τους παράγοντες του συστήματος αλλά και την «αριστερά».

¦ Όπλο μας πέραν των άλλων, είναι οι σωστές μας εκτιμήσεις για το πού βαδίζουν τα πράγματα, και τις συνέπειες για τον λαό μας και τους λαούς γενικότερα.

Και επειδή τις εκτιμήσεις μας, δεν τις κάνουμε απλά για να «αποδείξουμε» ότι είμαστε διορατικοί, αλλά για να αποτελούν οδηγό για δράση, να είμαστε βέβαιοι ότι μας επιβάλλουν να έχουμε την αντιιμπεριαλιστική πάλη στην πρώτη γραμμή των συνολικών μας προσπαθειών.

Στα συν επίσης για τις αριστερές και κομμουνιστικές δυνάμεις της χώρας μας που πασχίζουν για την οικοδόμηση ενός αντιιμπεριαλιστικού κινήματος είναι τα αντισώματα που κουβαλάει ο λαός μας, απ’ το γεγονός ότι επί δεκαετίες υφίσταται τις συνέπειες του ιμπεριαλισμού με άμεσο και οδυνηρό τρόπο. Αντισώματα που είναι μεν ακόμα ζωντανά, αλλά που από μόνα τους δεν αρκούν για να διασφαλίσουν μια άλλη τροπή στην λαϊκή πάλη. Αντισώματα, που όλο και πλήττονται, αν σκεφτούμε τα καινούργια δεδομένα, που έχουν διαμορφωθεί. Αν σκεφτούμε την ήττα των λαών των Βαλκανίων, και ιδιαίτερα της Σερβίας το ’99, αν αναλογιστούμε την αδυναμία του αντιπολεμικού κινήματος να αποτρέψει την επέλαση και το προχώρημα της αμερικάνικης επιθετικότητας, αν υπολογίσουμε τα νέα στρατιωτικά και πολιτικά πλοκάμια που άπλωσε ο ιμπεριαλισμός, στα Βαλκάνια τα καινούργια ερείσματα που κέρδισε πέραν αυτών που είχε στη χώρα μας και στην Τουρκία.

Όλα αυτά τα δεδομένα, δεν είναι παρά εκφράσεις της δυσμενέστερης εξέλιξης του συσχετισμού σε βάρος του λαού μας και των λαών γενικότερα. Ενώ επιδεινώνεται ακόμα περισσότερο από τους φιλοδυτικούς ανέμους που πνέουν στα Βαλκάνια, από τον λεγόμενο αμερικάνικο τρόπο ζωής που αργά αλλά σταθερά προσβάλει τα αντισώματα που λέγαμε στα πλαίσια της ελληνικής κοινωνίας και όχι μόνο. Ιδιαίτερα στα πλαίσια στρωμάτων που είναι πιο ευάλωτα, όπως πχ η νεολαία, που σημειωτέον έχει πάψει εδώ και καιρό να αποτελεί αυτό που ήταν την περίοδο της χούντας, αλλά και τα πρώτα μεταπολιτευτικά χρόνια, πυροδότης δηλαδή και μπροστάρης του αντιιμπεριαλιστικού κινήματος.

Μια άλλη επίσης αρνητική εξέλιξη, που είναι και αυτή σημάδι των καιρών, και εμφανίστηκε πιο ορατά στην χώρα μας την δεκαετία του ‘90, είναι η ισχυροποίηση των πάσης φύσης εθνικιστικών και σοβινιστικών φωνών, που τελευταία δραστηριοποιούνται σε διάφορα επίπεδα, και εμφανίζονται με διάφορα προσωπεία.

Δεν αποτελούν πια μεμονωμένες φωνές, αλλά οργανώνονται συντονίζονται. Οι φωνές αυτές που σε προηγούμενες εποχές, στεγάζονταν σχεδόν καθ’ ολοκληρία στα πλαίσια των κυριάρχων αστικών κομμάτων, και βρίσκονται ας πούμε «υπό έλεγχο», τα τελευταία χρόνια δείχνουν σαφής τάσεις « ανεξαρτητοποίησης» απ’ αυτά και χωρίς να κόβουν τις γέφυρες με ομογάλακτους τους τόσο στην ΝΔ όσο και στο ΠΑΣΟΚ, διεκδικούν πολιτική έκφραση και κάλυψη. Η εμφάνιση του ΛΑΟΣ είναι μια σαφής ένδειξη αυτών που αναφέρουμε αλλά δεν είναι η μόνη. Αν σημειώσουμε και το αναμφισβήτητο γεγονός ότι τέτοιες φωνές προέρχονται επίσης από τον κορμό της εκκλησίας, αλλά και από μια σειρά παραεκκλησιαστικές οργανώσεις που εκμεταλλευόμενες την υποχώρηση των ιδεολογικών και πολιτικών λαϊκών αντιστάσεων και το όλο κλίμα «αντιδραστικοποίησης» στήνουν γέφυρες επικοινωνίας και αλληλοτροφοδότησης τόσο με το ΛΑΟΣ όσο και μια σειρά φασιστικές συμμορίες.

Όλο αυτό το σκυλολόι, παρ’ όλο που δεν πρέπει να επερεκτιμιέται, κάνει συστηματική διαβρωτική δουλειά, και βρίσκει δυστυχώς μεγαλύτερη απήχηση, εκμεταλλευόμενη τα σοβαρά κενά που έχει αφήσει η υποχώρηση του αντιιμπεριαλιστικού κινήματος η υποχώρηση των ιδεών του σοσιαλισμού και κομμουνισμού. Εκμεταλλεύεται την «αμερικανοποίηση» τον υποχρεωτικό «εξευρωπαϊσμό» της κοινωνίας μας, το αλυσόδεμα της χώρας στους ισχυρούς και θορυβεί «ενάντια στους ξένους» στην «παγκοσμιοποίηση» και προβάλει σαν τον υπερασπιστή της «εθνικής ταυτότητας», μ’ αποτέλεσμα να παρουσιάζεται «ελκυστικό» σε κοινωνικές μερίδες, που ζουν σε ανασφάλεια, ανέχεια, καταπίεση.

Η μόνιμη επωδός που «ενώνει» ποικιλία δυνάμεων απ’ τα δεξιά και απ’ τα «αριστερά» μπροστά στην παντοδυναμία του ιμπεριαλισμού, έχει να κάνει με το ότι η «χώρα δεν μπορεί να βαδίσει άλλο δρόμο», ότι ο «λαός μας δεν μπορεί μόνος του να αναμετρηθεί με τους ισχυρούς».

Εκεί που εμφανίζονται οι «διαφορές» είναι όταν αποφασίζουν να πουν «τι μπορούμε να κάνουμε» «ποια στηρίγματα να βρούμε», αλλά βέβαια αυτή η πλευρά δεν είχα και τόσο σημασία, όταν μετά από «διαφορετικούς» δρόμους, καταλήγουν στον ίδιο παρονομαστή. Να αποδεχτούμε την υποταγή στους ιμπεριαλιστές!!!!

¦ Πράγματι δεν χωράει αμφιβολία ότι το διώξιμο των ιμπεριαλιστών απ’ τα Βαλκάνια, η υπεράσπιση της ειρήνης η αντίσταση στην επαναχάραξη των συνόρων και μια σειρά άλλοι στόχοι που είναι επιτακτική ανάγκη να προωθηθούν, δεν είναι αποκλειστική «αρμοδιότητα» του ελληνικού λαού, ούτε αποκλειστική δική του δυνατότητα να την επιβάλλει.

Ούτε είμαστε αφελείς να πιστέψουμε ότι όταν ο ελληνικός λαός και το αντιιμπεριαλιστικό του κίνημα φτάσει στο επίπεδο να θέσει επί τάπητος τα ζητήματα, δεν θα έχει ανάγκη ευρύτερων ευνοϊκών συσχετισμών. Που θα προκύπτουν είτε από το ανέβασμα της πάλης των άλλων γειτονικών λαών. Είτε από την εμφάνιση σοβαρών κινημάτων αμφισβήτησης του ιμπεριαλισμού σ’ άλλα σημεία του πλανήτη.

Και τι σχέση όμως έχουν αυτά, που βρίσκονται στη δική μας οπτική, με τον προσανατολισμό που έχουν κινήματα σαν αυτά του φόρουμ; Ή με «συσπειρώσεις» που προωθούνται από τα πάσης ρεβιζιονιστικά απομεινάρια, στην Ανατολική Ευρώπη και αλλού, που έχουν μείνει τελείως ξεκρέμαστα και χωρίς προσανατολισμό μετά την κατάρρευση του ανατολικού μπλοκ το ΄90;

Δεν είναι τυχαίο, αλλά μια συνέπεια των αρνητικών που επισημάναμε, το ότι όλο και πιο συστηματικά, έχουμε ενσωματώσει στις διακηρύξεις μας και τους ευρύτερους στόχους μας την ανάγκη οικοδόμησης ενός ευρύτερου ΜΕΤΩΠΟΥ ΤΩΝ ΒΑΛΚΑΝΙΚΩΝ ΛΑΩΝ, και που οι μελλοντικές εξελίξεις στα Βαλκάνια θα ξαναναδείξουν την αναγκαιότητα του.

Ωστόσο το ερώτημα τι κάνουμε μέχρι «τότε», ή για να είμαστε πιο ακριβείς τι κάνουμε για να φθάσουμε στο τότε, είναι υπαρκτό και επιτακτικό. Για πολλά χρόνια, οι κομμουνιστές στην χώρα, επηρεασμένοι απ’ την ρεβιζιονιστική στροφή, τον σταδιακό εκφυλισμό του κομμουνιστικού κινήματος, και απ’ την ήττα του εμφυλίου, σταδιακά οδηγήθηκαν σε μια γραμμή να τα αποθέσουν όλα, στο ανατολικό μπλοκ, το οποίο υποτίθεται θα αφαιρούσε τη χώρα απ’ την επιρροή της Δύσης, και θα την έφερνε στην αγκαλιά του «σοσιαλισμού». Μια ολέθρια γραμμή, που εξαντλούνταν σε πιέσεις στα διάφορα κόμματα της άρχουσας τάξης να δουν το «πραγματικό» τους συμφέρον και να μην υποτάσσονται στην Δύση!!!

Στον αντίποδα αυτού του προσανατολισμού με την συμβουλή του λεγόμενου ευρωκομουνισμού, διαμορφώθηκε και στα πλαίσια της αριστεράς, μια γραμμή ουσιαστικού εγκλωβισμού στην Δύση, και πιο ειδικά στην προοπτική της σύνδεσης της τύχης της χώρας με την Ευρώπη, και «αξιοποίησης» των όποιων ενδοϊμπεριαλιστικών αντιθέσεων.

Σήμερα που τα πράγματα έχουν διαφοροποιηθεί, οι δύο αυτές γραμμές με βάση τα διαδοχικά στραπάτσα που δέχθηκαν έχουν μείνει κυριολεκτικά στον αέρα, χωρίς να ‘χουν να προτείνουν καμιά διέξοδο για τον λαό και την χώρα.

Εμείς είμαστε από αυτούς που επιμένουμε στην κατεύθυνση ότι ο λαός και η χώρα μας, πρέπει να στηριχθούν στις δικές τους δυνάμεις, με την προϋπόθεση να τις αναπτύξουν μέσα απ’ τους αγώνες και τις επιμέρους συγκρούσεις με την άρχουσα τάξη και τον ιμπεριαλισμό.

Με την προϋπόθεση ότι ο λαός μας μέσα από κοινούς αγώνες με τους άλλους λαούς για ειρήνη, για φιλία και συνεργασία κόντρα στο διαίρει και βασίλευε των ιμπεριαλιστών, θα διευρύνει τις δυνάμεις και τις βάσεις στήριξης ενός πραγματικά ανεξάρτητου δρόμου. Για μας το πρόβλημα που τίθεται δεν είναι να δώσουμε το παράδειγμα στους άλλους λαούς, αλλά να βαδίσουμε τον δρόμο της σύγκρουσης με τον ιμπεριαλισμό και την άρχουσα τάξη μιας και για την τελευταία δεν υπάρχει ιστορικά κανένα ενδεχόμενο να δεχθεί, να κάνει βήματα «ανεξαρτησίας».

Το περισσότερο που μπορούμε να περιμένουμε απ’ αυτήν είναι να συνδέσει λίγο πιο στενά τις τύχες της με τον ευρωπαϊκό ιμπεριαλισμό, που και αυτό όμως πέραν του ότι δεν αποτελεί συμβολή στην υπόθεση της ανεξαρτησίας, είναι μια προοπτική αρκετά θολή, τουλάχιστον με τα σημερινά και αυριανά δεδομένα. Ας αφήσουμε που μια τέτοια προοπτική η άρχουσα τάξη δεν την διανοείται απομακρυνόμενη από την ομπρέλα των ΗΠΑ.

Η βασική μας λογική παραμένει αμετακίνητη. Οι ΛΑΟΙ ΔΕΝ ΕΧΟΥΝ ΑΝΑΓΚΗ ΑΠΟ ΠΡΟΣΤΑΤΕΣ.

Αυτό που ο λαός μας έχει ανάγκη είναι να δοκιμάζει κα να ξαναδοκιμάζει τις δυνάμεις του χωρίς να περιμένει να του χαριστεί το οτιδήποτε απ’ τον ιμπεριαλισμό ή την άρχουσα τάξη. Δεν έχουμε καμιά πολυτέλεια πια να κρυβόμαστε πίσω από κανένα άλλο λαό, επειδή πρωτοπορεί, πίσω από καμιά μεγάλη χώρα που δήθεν θα ενδιαφερθεί και για την χώρα μας. Δεν έχουμε τίποτα να περιμένουμε από δήθεν εσωτερικές αλλαγές στην ΕΕ, που θα μεταμορφώσουν δια μαγείας την Ευρώπη σε κοινότητα ευημερίας των λαών.

Έχουμε ουσιαστικά την ανάγκη, να ενταχθούμε σαν λαός, σαν κίνημα, σ’ ένα βαλκανικό ή και παγκόσμιο αντιιμπεριαλιστικό ρεύμα, που θα αφήνει και θα διευρύνει τα αποτυπώματά του μετά απ’ τις επιμέρους επιτυχίες του στην αναμέτρηση του με τα φρικαλέα σχέδια του ιμπεριαλισμού. Που θα διαμορφώνει ευνοϊκό κλίμα, για την ανάπτυξη αντίστασης στην επίθεση του κεφαλαίου. Με την υποσημείωση αυτό το ρεύμα έτσι όπως το απαιτούν τα σημερινά δεδομένα δεν υπάρχει. Πρέπει να διαμορφωθεί ή καλύτερα να συνδιαμορφωθεί. Και για να συνδιαμορφωθεί χρειάζεται μια σχετικά ενιαία συναντίληψη στα κομμάτια που θα το συνθέτουν σε σχέση με την λογική, και την προοπτική του. Και τέτοια αντίληψη σήμερα δεν υπάρχει όχι μόνο ανάμεσα σε πρωτοπορίες και ρεύματα διαφορετικών χωρών αλλά και μέσα από ίδιες χώρες αυτές καθ’ αυτές.

Τι είδους διευρυμένο αντιιμπεριαλιστικό ρεύμα ή μέτωπο, μπορεί να υπάρχει όταν ο ιμπεριαλισμός στις επεμβάσεις του, όπως αυτές στα Βαλκάνια απ’ την μια κατορθώνει να συγκεντρώσει σχεδόν το σύνολο των δυνάμεων του, και απ’ την άλλη όχι μόνο καταφέρνει να διχάσει τους λαούς, αλλά και τις όποιες ας πούμε «πρωτοπορίες», μέχρις σημείου πολλές απ’ αυτές να τις υποτάσσει στα σχέδιά του;

Ούτε βέβαια μπορεί ν’ αποτελεί προοπτική, το να διαμορφώνονται διεθνή ρεύματα, που εξαντλούνται στο να σέρνονται πίσω από τον α ή β ιμπεριαλιστή, που ανταγωνίζεται τους άλλους, στο όνομα της δήθεν αξιοποίησης των ενδοϊμπεριαλιστικών αντιθέσεων.

Το μέτωπο των λαών, απάντηση στο «διαίρει και βασίλευε»

Δεν αποτελεί, τουλάχιστον για ‘μας, καμιά έκπληξη ότι ξαναεμφανίστηκαν στο προσκήνιο μια σειρά αγκάθια στις σχέσεις της χώρας με τους Βόρειους γείτονες και τα οποία έρχονται να ξαναπροστεθούν στο μεγάλο αγκάθι που λέγεται Τουρκία-Αιγαίο-Κύπρος. Δεν είναι επίσης καθόλου περίεργο, που αυτά τα αγκάθια εμφανίζονται πιο έντονα σήμερα που οι φιλοδυτικές τάσεις στα Βαλκάνια εμφανίζονται κυρίαρχες και υποτίθεται με βάση αυτό ότι «όλοι θα πρέπει να ερχόμασταν πιο κοντά». Είναι μια ακόμη συνέπεια της επέκτασης της Δύσης προς Ανατολάς και της ενεργούς ανάμιξης των ιμπεριαλιστών στο σύνολο των ζητημάτων της περιοχής.

Πληρώνουμε και θα συνεχίσουμε να πληρώνουμε στο μέλλον τις ανιστόρητες επιλογές της άρχουσας τάξης, που βάζει σε δεύτερη ή Τρίτη μοίρα τις τοπικές σχέσεις και συμμαχίες με τους γειτόνους και τις υποτάσσει στην πολιτική της να εξυπηρετεί τους ισχυρούς και όπου έβρισκε ευκαιρία να χώνεται, να απειλεί, να υπονομεύει σχέσεις επικοινωνίας και αλληλοϋποστήριξης.

Ενώ την τελευταία 15ετία που υποτίθεται «φιλοξενεί» μετανάστες, έδειξε το πραγματικό της πρόσωπο εκμεταλλευόμενη με το χειρότερο τρόπο κομμάτια λαών άλλων χωρών, που υποχρεώθηκαν από την κρίση του ρεβιζιονισμού αλλά κυρίως την ιμπεριαλιστική επέμβαση να ξεσπιτωθούν και να αναζητήσουν αλλού την τύχη τους. Η περίπτωση της Σερβίας είναι η πιο χαρακτηριστική. Της Αλβανίας η πιο διαφωτιστική που δεν συσκοτίζεται. Ενώ της Π.Γ.Δ.Μ. η πιο πρόσφατη και βέβαια είναι μεγάλη ανακρίβεια ότι καταντήσαμε «έθνος ανάδελφον» επειδή μας χτύπησαν από παντού οι ξένοι κι εμείς «αντιστεκόμαστε». Μερικές φορές η «μισή αλήθεια» είναι χειρότερη από το ψέμα. «Χρησιμοποιείται η Αλβανία από τους ιμπεριαλιστές». «Αξιοποιούν τον αλυτρωτισμό του καθεστώτος της Π.Γ.Δ.Μ. για να μας υποχρεώσουν να υποταχτούμε». Σωστά! Για τα υπόλοιπα όμως, δεν λένε κουβέντα! «Εμείς» τι κάνουμε; Ή καλύτερα, τι κάναμε πέραν του να ζητάμε την εύνοια των ισχυρών, συναγωνιζόμενοι πολλές φορές τους τυχοδιωκτισμούς άλλων κλικών και καθεστώτων;

Δεν «κάναμε» ό,τι πέρναγε από το χέρι μας (παρά την ταλάντευση επί Μητσοτάκη) για να διαμελιστεί η Γιουγκοσλαβία, να πέσουν κυβερνήσεις και να διωχθούν οι επικεφαλής της προτεραίας κατάστασης; Την περίοδο ’90-’91 δεν επιχειρήσαμε να χωθούμε στην Αλβανία, δήθεν για να «προλάβουμε»; Δεν ξεσηκώθηκε «σύσσωμο το έθνος» και αντί να υπακούσει στη γλώσσα της λογικής ζητούσε να καταβροχθίσουμε την Π.Γ.Δ.Μ.; Και τι να «κάναμε» λένε. Αφού δεν μπορούσαμε να πάμε κόντρα στους ισχυρούς. Μα, το ίδιο ισχυρίζονταν και οι άλλες πλευρές!

Οπότε, πρέπει να βγει το μοναδικό συμπέρασμα και να αναδειχθεί η πρώτης προτεραιότητας ανάγκη. «Να ενωθούμε όλοι» ενάντια στους ισχυρούς! Και επειδή τέτοια επιλογή δεν μπορούν να κάνουν τα καθεστώτα ένθεν κακείθεν, το βάρος πέφτει στους λαούς, στους αγώνες τους, στις αντιστάσεις και στην προοπτική της φιλίας, της συνεργασίας, της αλληλεγγύης, που θα κόβει πολιτικά τη δυνατότητα στους ιμπεριαλιστές να επεμβαίνουν. Προοπτική που προϋποθέτει πολιτική χειραφέτησης από τις τοπικές ηγεσίες και κλίκες. Και δεν συνάδει με το να υποτάσσονται οι λαοί στους τυχοδιωκτισμούς, στους αλυτρωτισμούς, στους εθνικισμούς, στις αλλαγές συνόρων γιατί έτσι δήθεν ικανοποιούνται οι μειονότητες και δικαιώνονται οι εθνότητες.

Κανένας ουσιαστικός διεθνισμός και αλληλεγγύη δεν μπορούν να οικοδομηθούν όταν η διαβρωτική δουλειά του ιμπεριαλισμού και των τοπικών καθεστώτων, καταφέρνουν να φέρνουν τον ένα λαό αντιμέτωπο στον άλλο, την μια χώρα να εποφθαλμιά την ακεραιότητα και σύνορα της γειτονικής της, τμήματα λαού να εχθρεύονται μετανάστες και μειονότητες.

Καμιά στερεή βάση, δημιουργίας ενός διεθνούς ρεύματος, δεν μπορεί να υπάρχει όταν δεν διαμορφώνεται μια κοινή πρακτική που να έχει στο κέντρο της, την ενεργή μαζική πάλη, και αναλώνεται στην πρακτική «παραδειγματικών ενεργειών», «επιχειρήσεων αυτοκτονίας» που απλώς αποτελούν διαπραγματευτικό χαρτί στα χέρια διεφθαρμένων καθεστώτων στο παζάρι τους με την Δύση και τον ιμπεριαλισμό.

Καμιά δυνατότητα να δημιουργηθεί ένα ενιαίο μεγάλο ποτάμι που θα ξεπετάξει τους ιμπεριαλιστές και θα ανατρέψει τα καθεστώτα που στηρίζονται σ’ αυτόν και τον στηρίζουν δεν υπάρχει όταν όχι μόνο οι λαοί αλλά και οι πρωτοπόροι διχάζονται σε σχέση με την παραμονή ή όχι, σε σχέση με την ένταξη ή όχι στους διάφορους ιμπεριαλιστικούς συνασπισμούς του ΝΑΤΟ, της ΕΕ και πάει λέγοντας. Οταν οι λαοί και οι πρωτοπορίες δεν έχουν φτάσει στο σημείο να πάρουν έμπρακτα θέση ενάντια στη διατήρηση και το φύτεμα στρατιωτικών βάσεων σε μια σειρά χώρες.

Είναι λοιπόν σαφές ότι η διαμόρφωση ενός τόσο αναγκαίου ρεύματος εξαρτάται και από την συνδιαμόρφωση ΚΟΙΝΩΝ ΣΤΟΧΩΝ, και την συμφωνία στα μέτωπα πάλης που επιβάλλουν οι συνθήκες.

Γίνεται λοιπόν αντιληπτό, ότι η πορεία θα είναι μια ολόκληρη διαδικασία ενότητας και πάλης η οποία πρέπει μάχιμα σταθερά και όχι ακαδημαϊκά να βρίσκει έκφραση και μέσα στην κάθε χώρα όπου ο κάθε μαχόμενος λαός, η κάθε πρωτοπορία θα καταδείξει την δυνατότητες που υπάρχουν. Εμείς αυτά κάνουμε και θα συνεχίσουμε να τα κάνουμε προσπαθώντας να το κάνουμε πιο αποτελεσματικά.

Έχουμε αρκετή εμπειρία για να την αξιοποιήσουμε. Έχουμε μια σημαντική παρακαταθήκη από πρωτοβουλίες και μορφές που προωθήσαμε. Απ’ την άλλη έχουμε βάλει μια βάση πάνω στην οποία πατούν τα διάφορα μέτωπα αντιπαράθεσης. Διαθέτουμε επίσης ένα σύνολο άμεσων στόχων και κατευθύνσεων πάλης που μπορούν να μας εξασφαλίσουν καύσιμα. Ας είμαστε λοιπόν πανέτοιμοι και για μια μόνιμη καθημερινή δουλειά στο επίπεδο του αντιιμπεριαλιστικού αγώνα, αλλά και για περιόδους συναγερμών. Και είναι ζήτημα εκτίμησης κάθε φορά για το πότε συγκεκριμένα θα κληθούμε «να ανεβάσουμε στροφές».

Το βέβαιο είναι ότι οι ιμπεριαλιστές που δεν «έφυγαν» ποτέ απ’ τα Βαλκάνια και την περιοχή, ακονίζουν ξανά τα σπαθιά τους για κάθε χρήση…

 

ΑΠΟ ΠΟΥ ΞΕΚΙΝΗΣΑΜΕ

Η ΦΑΣΗ ΠΟΥ ΒΡΙΣΚΟΜΑΣΤΕ ΣΗΜΕΡΑ

¦ Με την ευκαιρία της 6ης Συνδιάσκεψης ας τονίσουμε για πολλοστή φορά, ότι είμαστε απόλυτα πεισμένοι για την δυνατότητα και την αναγκαιότητα ύπαρξης του κομμουνιστικού κόμματος της εργατικής τάξης. Ενός κόμματος επιτελείου, που δεν μπορεί να ταυτίζεται με το σύνολο της εργατικής τάξης, και που θα συνενώνει σ’ ανώτερη ιδεολογική, πολιτική και θεωρητική βάση τα πιο πρωτοπόρα, αποφασισμένα και συνειδητοποιημένα τμήματα της εργατικής τάξης, με τα πιο επαναστατικά και χειραφετημένα τμήματα της διανόησης.

Ένα κόμμα που σε κάθε φάση της επαναστατικής εξέλιξης και πριν την κατάληψη της εξουσίας αλλά και στην επόμενη φάση της μεταβατικής σοσιαλιστικής κοινωνίας θα μπορεί να συνδυάζει την ενότητα της πάλης της εργατικής τάξης για πλήρη απελευθέρωση, με τα συμφέροντα των στρωμάτων με τα οποία αυτή συμμαχεί σε κάθε φάση της επαναστατικής διαδικασίας διασφαλίζοντας τον πρωτοπόρο και κυρίαρχο ρόλο του προλεταριάτου.

Ένα τέτοιο κόμμα, όπως πολλές φορές έχουμε αναλύσει, έχει πάψει να υπάρχει εδώ και πολλές δεκαετίες. Δεν πρέπει λοιπόν να «ξεχνάμε» ότι ο κατ’ αρχήν λόγος που εμφανιστήκαμε, συσπειρωθήκαμε και δηλώσαμε παρόντες με τον τρόπο που δηλώσαμε, σε μια ολόκληρη διαδρομή από την αρχή της δεκαετίας του ’60 και πιο έντονα μετά την μεταπολίτευση, έχει να κάνει ακριβώς μ’ αυτό το κενό που επισημάναμε, και που στην πορεία διαπιστώθηκε ότι δεν είναι το μοναδικό. Σ’ όλη την διαδρομή μας, και ιδιαίτερα σ’ αυτήν που ελέγχουμε πιο άμεσα , μετά το 1980, δεχθήκαμε πολλές κριτικές αντιτιθέμενες και συγκρουόμενες μεταξύ τους. Απ τη μια πλευρά μας κατηγόρησαν ότι δεν αναλάβαμε επί της ουσίας θαρραλέα και αποφασισμένα, την ευθύνη να συγκεντρώσουμε υπό την σκέπη μας τους πρωτοπόρους κομμουνιστές, εναποθέτοντας τα περισσότερα στο κίνημα και την «αυτενέργεια των μαζών». Απ’ την άλλη μας χρέωσαν , ότι η όλη στάση και πρακτική, μας απορρέει απ’ το ότι στα μυαλά μας, η ύπαρξη μας και μόνο ισοδυναμούσε με την απάντηση του προβλήματος και την κάλυψη του κενού. Σ’ αυτήν την υποτιθέμενη λογική μας, αποδίδουν και το γεγονός ότι ποτέ μέχρι σήμερα δε ανταποκριθήκαμε σε εγχειρήματα ενότητας με άλλες συγκροτημένες ομάδες και οργανώσεις που υποτίθεται ότι θα μας έφερναν πιο κοντά σ’ αυτό που θεωρούσαν αυτοί που μας κριτίκαραν σαν κομμουνιστικό κόμμα.

Οι κριτικές αυτές δεν είχαν να κάνουν με το ότι αυτοί που τις έκαναν δεν μας είχαν «καταλάβει» ή «ερμηνεύσει» σωστά. Κατά βάση απηχούσαν τις δικές τους αντιλήψεις και πρακτικές για το ζήτημα του επαναστατικού υποκειμένου της εργατικής τάξης, που κατά την γνώμη μας είναι λαθεμένες.

Οι συζητήσεις και οι αντιπαραθέσεις γύρω από το κομβικό ζήτημα της αναγκαιότητας ανοικοδόμησης του κομμουνιστικού κόμματος, αλλά και της λογικής με την οποία θα προσεγγίζονταν απ’ τους κομμουνιστές και επαναστάτες που συγκρούσθηκαν με τον ρεβιζιονισμό και τον ρεφορμισμό, δεν είναι βέβαια καινούργιες. Ξεκίνησαν την δεκαετία του ‘ 60 στα πλαίσια και τις παρυφές της Αναγέννησης και συνεχίστηκαν στα πλαίσια της ΟΜΛΕ. Ενώ γνώρισαν νέα έξαρση μετά την μεταπολίτευση, για να μας απασχολήσουν εκ νέου μετά το ’80, όταν το ΚΚΕ(μ-λ) πέρασε γενική κρίση, που οδήγησε στο ν’ αναλάβουμε εμείς την ευθύνη να συνεχίσουμε να πορευόμαστε και να παλεύουμε οργανωμένα. Το ζήτημα βέβαια φορτιζόταν σ’ όλη την διαδρομή, απ’ τις σοβαρές αντιπαραθέσεις με το ΚΚΕ, που επέμενε να παρουσιάζεται σαν «κόμμα της εργατικής τάξης» αλλά και μ’ άλλες δυνάμεις που κινούνται σ’ άλλα μήκη κύματος, φθάνοντας να αρνιούνται με τον τρόπο τους την ίδια αυτή καθ’ αυτή την αναγκαιότητα ύπαρξης κόμματος, σαν απόρροια φυσικά ευρύτερων ιδεολογικών αντιλήψεων.

Το μ-λ κίνημα σ’ όλη του την διαδρομή μέχρι το ‘ 80 και όταν ήταν «ενωμένο» αλλά και όταν συνοδευόταν από διασπάσεις έδωσε πολλές λαβές για να «παρεξηγηθεί». Έδωσε λαβές για να κριτικαριστεί ότι δεν είχε συλλάβει σ’ όλο του το μέγεθος το πρόβλημα, στην νέα φάση που είχαμε μπει και τα καθήκοντα των κομμουνιστών σ’ ιδεολογικό, πολιτικό, οργανωτικό επίπεδο.

Απ’ το 1982, η «νέα» καθοδήγηση της οργάνωσής μας που προέρχονταν απ’ τα στελέχη της προηγούμενης οργάνωσης σταδιακά έθεσε το όλο ζήτημα της επαναστατικής και κομμουνιστικής πορείας στην εποχή μας στη σωστή του διάσταση, σ’ όλο τους το μέγεθος και βάθος. Επέμεινε και επιμένει ότι το ζήτημα του κομμουνιστικού κόμματος δεν ήταν «ποσοτικό» ή «οργανωτικό» ζήτημα, και ότι δεν έπρεπε να αντιμετωπιζόταν σε μια λογική απλώς «ανασυγκρότησης» των ίδιων υλικών που είχε σκορπίσει ο ρεβιζιονιστικός σεισμός της δεκαετίας του ’60.

Αντιλήφθηκε σταδιακά, και επιχείρησε να το κάνει κτήμα όλης της οργάνωσης και των στελεχών της θέτοντάς το ταυτόχρονα ενώπιον του συνόλου των αγωνιστών που δραστηριοποιούνταν ότι οι όλες εξελίξεις και ανατροπές απαιτούν ένα νέο ξεκίνημα, όχι βέβαια από το μηδέν που είχε να αντιμετωπίσει στην πορεία πολλές και δύσκολες προκλήσεις στο ιδεολογικό, θεωρητικό και οργανωτικό επίπεδο.

Αντιλήφθηκε ότι θα επρόκειτο για μια, μακρά διαδρομή, που δεν μπορεί να περπατήσει και να «ολοκληρωθεί» ερήμην και έξω από την πάλη των μαζών που θα είναι και το βασικό πεδίο αναζήτησης και διαμόρφωσης των όρων και των υλικών της επαναθεμελίωσης της κομμουνιστικής προοπτικής. Επαναθεμελίωση που δεν μπορεί ν’ αποκοπεί, να ξεχωριστεί, ή να «εκβιάσει» την υπ’ αριθμόν ένα αναγκαιότητα που όλο και προβάλλει πιο έντονα. Της εκ νέου συγκρότηση της εργατικής τάξης σαν τάξη για τον εαυτόν της, έτσι ώστε να μπορέσει στην πορεία να αποτελέσει εκ νέου την ηγεμονική και κυρίαρχη δύναμη απελευθέρωσης του συνόλου της κοινωνίας.

Απ’ την άλλη βέβαια, απ’ τη πρώτη φάση της νέα μας πορείας απ’ το ‘ 82, αντιπαρατεθήκαμε στον αγνωστικισμό, ακαδημαϊσμό, και μηδενισμό που είχαν τροφοδοτηθεί έντονα σαν συνέπεια το ότι ένας κύκλος του κομμουνιστικού κινήματος έκλεινε οριστικά με ήττα και πολλές απώλειες. Επιμείναμε ότι το νέο ξεκίνημα έχει αρκετά σημεία στήριξης και βάσεις εκκίνησης που ήταν κληροδότημα και φορτίο της προηγούμενης μεγάλης πορείας του ΚΚ του 20ου αιώνα. Φορτίο που ενώ έπρεπε να αξιολογηθεί και να μελετηθεί διεξοδικά, παρείχε ένα πλαίσιο αναφοράς που επέτρεπε στην οργανωμένη μας προσπάθεια να συνεχίσει να παλεύει με αρκετά στοιχεία συνοχής και συναντίληψης, κατ’ αρχάς σε καθοδηγητικό επίπεδο και σε μια πορεία για το σύνολο των μελών και στελεχών που την πλαισίωναν και την αναπαρήγαγαν στις νέες πολύ δύσκολες συνθήκες.

 

Η επιλογή μας να επιμένουμε σ’ εκείνες τις συνθήκες και σ’ όλη τη διαδρομή μας στο να συγκροτήσουμε πολιτική οργάνωση με κομμουνιστική αναφορά που να δρα, να παρεμβαίνει, να σκέφτεται συλλογικά, παρά τις ανεπάρκειές μας και παρά την ήττα του κομμουνιστικού κινήματος, από αρκετές πλευρές θεωρήθηκε αντιφατική.

Δεν ήταν όμως, τουλάχιστον όπως το αντιλαμβανόμαστε εμείς. Διότι δεν θεωρούσαμε ότι θα έπρεπε να κηρύξουμε στάση αναμονής και είτε εξατομικευμένα είτε μέσα από ομάδες μελέτης να «περιμένουμε» τις καλύτερες μέρες. Από ποιόν και από πού;

Με τον τρόπο αυτό θεωρούσαμε και θεωρούμε ότι συμβάλλουμε στην επαναθεμελίωση της κομμουνιστικής προοπτικής στη διαμόρφωση των όρων για την επανοικοδόμηση του κομμουνιστικού κόμματος, στην πορεία της εργατικής τάξης για την εκ νέου συγκρότησή της. Η επιλογή της συμμετοχής μας στην ταξική πάλη μέσω μιας πολιτικής οργάνωσης, θεωρούσαμε και θεωρούμε ότι θα μας έδινε εφόδια και όπλα που καμία άλλη «επιλογή» από τις τόσες που «κυκλοφορούσαν» και «κυκλοφορούν» δεν θα μας έδινε. Θα βοηθούσε στη διατήρηση και ανέβασμα του δυναμικού της πρώτης φάσης μετά το ’82, θα του έδινε δυνατότητες να βρεθεί δίπλα σε αγωνιζόμενα τμήματα του λαού, θα βοηθούσε στο να έρθουμε σε μάχιμη επαφή με νέους αγωνιστές που θα ξεπετάγονταν στις επόμενες φάσεις. Θα μας έδινε αντικειμενικά περισσότερες δυνατότητες εκτίμησης των δεδομένων και των εξελίξεων και θα μας πρόσθετε δυναμική στην προσπάθεια για θεωρητικό και ιδεολογικό εξοπλισμό που να αρμόζει στα καινούρια δεδομένα και απαιτήσεις. Ταυτόχρονα είχαμε και έχουμε φιλοδοξίες όχι απλά να παρακολουθούμε λαϊκά ξεσπάσματα αλλά όπου και όσο μπορούμε να συμβάλλουμε στην εμφάνιση αντιστάσεων, κινήσεων, πρωτοβουλιών του λαού μιας και θεωρούσαμε και θεωρούμε ότι χωρίς αυτές η όλη υπόθεση του προχωρήματος της επαναστατικής προοπτικής αν δεν ακυρώνονταν θα καθυστερούσε πολύ περισσότερο.

Ξεκαθαρίσαμε ότι αυτές μας οι φιλοδοξίες δεν στηρίζονταν μόνο στις δικές μας μικρές δυνάμεις αλλά θα έπρεπε να προχωράνε σε συμμαχία ή συνεργασία και με άλλες αριστερές οργανωμένες προσπάθειες αλλά και με ανένταχτους αγωνιστές. Διευκρινίσαμε επίσης πολλές φορές ότι στην πορεία που ξεκινάμε δεν αποκλείουμε ακόμη και ενότητα με άλλες οργανώσεις ή ομάδες αν κάτι τέτοιο προκύπτει μέσα απ’ τα πράγματα και αν πρόκειται να έδινε δυναμική στο εγχείρημα. Αλλο αν μέχρι τώρα τα δεδομένα δεν το επέτρεψαν.

Ξεκαθαρίζοντας ότι ακόμη και αυτά αν γίνονταν, μια τέτοια ενότητα δεν θα ήταν η «απάντηση» στην απουσία του κομμουνιστικού κόμματος αλλά ένα βήμα που έπρεπε επίσης να κριθεί μέσα στους αγώνες και την πάλη.

Ξεκαθαρίσαμε ότι δεν έχουμε έτοιμο ένα «σχέδιο» βημάτων και σταδίων για την «άμεση οικοδόμηση κόμματος» όχι γιατί δεν πιστεύουμε στην αναγκαιότητά του αλλά γιατί δεν υπήρχαν και δεν υπάρχουν τα δεδομένα και οι δυνατότητες.

Το ότι υπερασπιστήκαμε μάχιμα και αποφασιστικά τις επιλογές μας δεν σήμαινε ούτε σημαίνει ότι θεωρούσαμε εαυτόν το επαναστατικό υποκείμενο της εργατικής τάξης.

Διευκρινίσαμε όμως ότι το δυναμικό που συγκεντρώνεται στο ΚΚΕ(μ-λ) και παλεύει μόνιμα και σταθερά φιλοδοξούσε να αποτελεί μια συνιστώσα του κόμματος όταν προκύψει χωρίς να είμαστε απόλυτοι για τις μορφές και τις ειδικότερες συνθήκες μέσα απ’ τις οποίες θα προκύψει. Όπως επίσης φιλοδοξούσαμε η λογική, οι αντιλήψεις που θα διαμορφώναμε στην πορεία να έχουν ευδιάκριτη συμβολή και συμμετοχή στην οικοδόμηση μιας ευρύτερης Αριστεράς με επαναστατική προοπτική, μιας Αριστεράς που φυσικά δεν θα ταυτίζονταν με το κόμμα.

Θεωρήσαμε απαραίτητο να κάνουμε αυτές τις «υπενθυμίσεις» για ζητήματα που μας έχουν απασχολήσει κατ’ επανάληψη γιατί δεν πρέπει να «ξεχνάμε» την φάση στην οποία βρισκόμαστε, τα βήματα που κάναμε σ’ όλη τη διαδρομή μετά το ’82 αλλά και τα πολλά και σημαντικά καθήκοντα που πρέπει να καλύψουμε και τους στόχους που έχουμε να ανταποκριθούμε.

Για να υπενθυμίσουμε ότι δεν είμαστε «ουδέτεροι» απέναντι στις απαιτήσεις, ούτε ότι απλώς «παρακολουθούμε». Είμαστε αρκετά «υποκειμενικοί» για να πασχίζουμε να ισχυροποιηθούμε, να δυναμώσουμε σαν τάση, να βρουν οι κατευθύνσεις μας νέους υποστηρικτές και νέους φορείς στους πρωτοπόρους αγωνιστές που παράγει η ταξική πάλη, η επίθεση του κεφαλαίου, η επιθετικότητα του ιμπεριαλισμού. Πολύ απλά γιατί πιστεύουμε ότι το δυνάμωμα και η διεύρυνση της επιρροής αυτών που πιστεύουμε και παλεύουμε δεν θα ωφελήσει μόνο «εμάς» αλλά και το κίνημα. Κυρίως το δεύτερο!

Αν λοιπόν δούμε το ζήτημα του που ήμασταν, που φτάσαμε και τι «απομένει» θα είναι λάθος να το εξετάσουμε ανεξάρτητα απ’ αυτό που θέλουμε να υπηρετήσουμε. Το κίνημα δηλαδή και το λαό.

Και το συμπέρασμα που καταλήγουμε είναι ότι από ποιοτική άποψη δεν θα μπορούσαμε σήμερα να είμαστε σε άλλη φάση. Να έχουμε δηλαδή «μόνοι» μας διανύσει πολύ περισσότερη διαδρομή απ’ αυτήν που διανύει αργά και βασανιστικά ο λαός, η εργατική τάξη. Αντίθετα είναι προς τιμή μας το γεγονός ότι συνεχίζουμε και βαδίζουμε μπροστά παρ’ όλο που η γύρω μας πραγματικότητα παραμένει αντιφατική και χωρίς να έχει κατορθώσει να ανατρέψει μια πορεία οπισθοχώρησης.

Μ’ αυτή την προσέγγιση δεν αποφεύγουμε τις ευθύνες μας απλά τις προσδιορίζουμε εκεί που πράγματι βρίσκονται. Στο ότι δηλαδή δεν μας επέτρεψαν από ποσοτική άποψη συγκριτικά να βρισκόμαστε πιο μπροστά. Όχι βέβαια σαν Δον Κιχώτηδες αποκομμένοι από τις μάζες αλλά πιο κοντά, πιο δίπλα, πιο μέσα στα όποια, λίγα έστω, βήματα έχουν κάνει οι λαοί τα τελευταία χρόνια που, ομολογουμένως, δείχνουν να μην έχουν άλλη επιλογή απ’ το να αντιδράσουν.

Η λογική με την οποία προσεγγίζουμε και ιεραρχούμε τα άμεσα καθήκοντά μας

Η 6η συνδιάσκεψη πρέπει και μπορεί να αποτελέσει μια καλή ευκαιρία μεταξύ άλλων για να συζητήσουμε ουσιαστικά και να προσεγγίσουμε πιο στέρεα ορισμένα ζητήματα λογικής ή νοοτροπίας αν θέλετε με την οποία θα προσεγγίσουμε και θα ιεραρχήσουμε αυτά που ονομάζουμε σε κάθε φάση άμεσα καθήκοντα.

Άμεσα με την έννοια να τα σηκώνει η πλάτη μας, να συμβαδίζουν με τη φάση που βρισκόμαστε και ν’ ανταποκρίνονται στις διαθέσεις, την ωρίμανση, την συνείδηση αυτών που απευθυνόμαστε μέσα απ’ το σύνολο της δουλειάς και της παρέμβασής μας. Όχι βέβαια στατικά και μονοσήμαντα αλλά με την προϋπόθεση να διαμορφώνουν μια δυναμική προχωρήματος και τραβήγματος των δεδομένων προς τα εμπρός.

Για να βάλουμε λοιπόν μια βάση στη συζήτησή μας ας επικεντρώσουμε καταρχήν σε δύο ζητήματα που μας απασχολούν διαχρονικά και που με διάφορες ευκαιρίες καλούμαστε να δίνουμε κάθε φορά απαντήσεις.

> Το ένα έχει να κάνει με συχνές διαπιστώσεις που ακούγονται άλλοτε απαξιωτικά και άλλες φορές σαν «έκφραση κατανόησης» ή και «συμπάθειας», το «είμαστε λίγοι». Παραλλαγές αυτής της διαπίστωσης είναι και το ότι «ξεκινήσαμε λίγοι και παραμένουμε λίγοι».

Κατά «περίεργο» τρόπο η ίδια διαπίστωση άλλες φορές γίνεται άλλοθι για να «καλύψει» τις αδυναμίες και ανεπάρκειές μας και άλλοτε αφορμή για συντριπτικές και απαξιωτικές κριτικές ή και αυτοκριτικές.

Τα 8 περίπου χρόνια που μεσολάβησαν απ’ την 5η μέχρι την 6η συνδιάσκεψη και που σίγουρα μας πρόσθεσαν σε εμπειρίες, σε ωριμότητα, σε διεύρυνση της όποιας καταξίωσης προς τα έξω σίγουρα πρόσθεσαν ορισμένα επιπλέον «βαρίδια» και σημάδια «κόπωσης» με δεδομένη τη μικρή ανανέωση της οργάνωσης σε μέλη και στελέχη. Με αυτό το δεδομένο, το ζήτημα του «είμαστε λίγοι» τέθηκε και θα τεθεί και δεν έχουμε κανένα λόγο να αποφύγουμε τη συζήτησή του.

Η οργάνωσή μας και μ’ άλλες ευκαιρίες, είχε καταλήξει σε «αυτονόητες» διαπιστώσεις. Ότι δηλαδή και μπορούσε και έπρεπε να είμαστε «περισσότεροι», ότι δηλαδή έπρεπε και μπορούσαμε να έχουμε ανανεώσει την όλη οργανωμένη μας προσπάθεια με «νέο και φρέσκο αίμα» τόσο σε μέλη όσο και σε στελέχη. Το γεγονός όμως το ότι το ζήτημα της μαζικοποίησης της όλης μας οργανωμένης προσπάθειας δεν τίθεται για πρώτη φορά αλλά για πολλοστή, χωρίς κάθε φορά η «απάντηση» που δίνεται να μας αφήνει ικανοποιημένους, έχει φυσιολογικά «βαρύνει» την ατμόσφαιρα στην οργάνωση ανεξάρτητα αν η σοβαρές ελλείψεις στο επίπεδο της πολιτικής λειτουργίας, δεν αναδεικνύουν πάντοτε το κλίμα προβληματισμού και σκεπτικισμού που φυσιολογικά συνοδεύει την καθυστέρηση της μαζικοποίησής μας.

Δεν χωράει λοιπόν αμφιβολία ότι δεν πρέπει να υπεκφύγουμε και να το προσπεράσουμε «εύκολα» με επικλήσεις και μόνο.

Ας «επιστρέψουμε» λοιπόν στο ζήτημα που μας απασχολεί. Συμφωνούμε λοιπόν όλοι στη διαπίστωση ότι οι οργανωμένες δυνάμεις παραμένουν μικρές. Το πρόβλημα που αντιμετωπίζουμε είναι ότι εμείς με τις μικρές δυνάμεις πρέπει να βρούμε τρόπους και δρόμους για να τις αυξήσουμε, χωρίς να καταφύγουμε σε άλλες «συνταγές» που κυκλοφορούν γιατί είμαστε πεισμένοι ότι δεν οδηγούν πουθενά. Συνεπώς επειδή δεν έχουμε να περιμένουμε έξω από εμάς τη λύση πρέπει να σκύψουμε σ’ αυτό που έχουμε κατακτήσει, δημιουργήσει.

Από μια άποψη έχει πράγματι σημασία να επαναλάβουμε τη διαπίστωση ότι το πρόβλημα που αντιμετωπίζουμε δεν είναι «ποσοτικό». Το έχει αποδείξει η εμπειρία τόσων και τόσων κομμουνιστικών κομμάτων της προηγούμενες δεκαετίες. Απ’ αυτή τη σκοπιά λοιπόν αν δούμε το ζήτημα, αυτό που είναι πιο σπουδαίο σαν διαπίστωση είναι ότι είμαστε «αναξιοποίητοι». Και σαν μονάδα ο καθένας από εμάς αλλά και σαν σύνολο. Στα «ψηλότερα» κλιμάκια όχι τόσο φανερά, αλλά φανερά όσο πηγαίνουμε πιο «κάτω». Και βέβαια κραυγαλέα αν κοιτάξουμε τον περίγυρο της οργάνωσης που για τα μέτρα μας δεν είναι αμελητέος και έχει διαμορφωθεί μέσα σε δύο δεκαετίες, αργά και βασανιστικά, και δεν έχουμε κανένα δικαίωμα κανείς από μας να «ξεχνάει» ή να «σνομπάρει».

Το κεφαλαιώδες αυτό ζήτημα της αξιοποίησης του συνόλου της οργάνωσης, των αγωνιστών που βρίσκονται γύρω μας και της παραπέρα ανάδειξης των δυνατοτήτων που υπάρχουν δεν μας απασχολεί βέβαια πρώτη φορά. Έχουμε και σωστά, καταλήξει ότι δεν είναι «πρακτικό» ζήτημα που αντιμετωπίζεται με φαεινές. Έχουμε επίσης διαπιστώσει ότι για να πραγματωθεί και να «δείξει» χρειάζεται κινηματική ατμόσφαιρα και αγωνιστικό περιβάλλον. Ωστόσο απ’ το σημείο αυτό μέχρι του να φτάνει να σέρνεται, να διαιωνίζεται, να αναπαράγεται υπάρχει μεγάλη απόσταση και αποτελεί ένα ζήτημα που βαραίνει αποκλειστικά και διαχρονικά την καθοδήγηση της οργάνωσης. Και που αν συνεχίσουμε να το αντιμετωπίζουμε σαν ήσσονος σημασίας ζήτημα θα εξελιχθεί και σύντομα σε πολιτικό πρόβλημα αν δεν έχει ήδη πάρει τέτοιες διαστάσεις.

Το πιο ανησυχητικό είναι ότι το κλίμα της λειψής έως ανύπαρκτης αξιοποίησης πάει να παγιωθεί στην οργάνωση για μεγάλα διαστήματα, να γίνει ρουτίνα και διαβρωτική συνήθεια που οι «πάνω» αδυνατούν να δώσουν λύσεις και οι «κάτω» εξελίσσονται σταδιακά σε «απαθείς» παρατηρητές που έχουν «ξεχάσει» τι σημαίνει να είναι δημιουργικά ανήσυχοι και φορτικά πιεστικοί και απαιτητικοί. Ο πλήρης εφησυχασμός που φτάνει μέχρι τσαπατσουλιά στην ανάληψη ευθυνών, στο μοίρασμα και τον έλεγχο ευθυνών, στην κατανομή αρμοδιοτήτων και ρόλων, επιδεινώνουν δραματικά την κατάσταση και οι «λίγοι» φαίνονται ακόμη λιγότεροι.

Ο συγκεντρωτισμός με τη σειρά του «απαντιέται» από «άναρχους» κατακερματισμούς των προσπαθειών μας που μόνο κατ’ όνομα φαντάζουν σαν δημιουργικές πρωτοβουλίες, μεγαλώνουν την απόσταση μέσα στην οργάνωση και στον περίγυρο, και διευρύνουν την αναποτελεσματικότητα. Όλο και περισσότεροι τομείς της δράσης μας και προς τα μέσα και προς τα έξω απειλούνται από μια παραλυτική αναποτελεσματικότητα. Όλο και λιγοστεύουν οι τομείς της όλης μας δραστηριότητας και κίνησης που αποτελούν φωτεινά και ελπιδοφόρα παραδείγματα και που θα είχαμε χρέος να εξαπλώσουμε. Σ’ όποιον τομέα της δράσης μας και αν σκύψουμε θα δούμε ότι κινδυνεύει πρώτα και κύρια από μας να απαξιωθεί, πελεκώντας τα ίδια μας τα πόδια και παραδίνοντας τον στην «αναποτελεσματικότητα».

Στο πως οργανώνουμε, προετοιμάζουμε και μαζικοποιούμε τις παρεμβάσεις μας, τα μπλοκ μας, τα πανό μας, τα συνθήματά μας όταν συμμετέχουμε στις διαδηλώσεις και κινητοποιήσεις. Στο πως οργανώνουμε, προετοιμάζουμε, μαζικοποιούμε τις κομματικές μας συγκεντρώσεις, συσκέψεις, εκδηλώσεις. Στο πως παρεμβαίνουμε, στηρίζουμε, δίνουμε υπόσταση στα πλατιά σχήματα μέσα απ’ τα οποία έχουμε, και σωστά καταρχήν, αποφασίσει να περάσουμε τη δράση μας, την προώθηση των πολιτικών μας στόχων, τη σύνδεση και την προσέγγισή μας με τις μάζες. Στο πως επεξεργαζόμαστε και προβάλουμε το πολιτικό μας πρόσωπο και προφίλ, τη δράση μας, τις επιτυχίες μας μέσα απ’ τα έντυπά μας, τις εκδόσεις μας, την εφημερίδα μας. Στο πως στηρίζουμε και εξοπλίζουμε συλλογικά τον σύντροφο ή τους συντρόφους που έχουν σχέση και πρόσβαση σε μαζικούς χώρους εργαζομένων και νεολαίας, έτσι ώστε να φτάσουν σε δύσκολες συνθήκες ν’ αναλάβουν την ευθύνη μαζί με άλλους αγωνιστές να οικοδομήσουν εστίες αντίστασης.

Στο πως κάνουμε ή δεν κάνουμε κομματική δουλειά σε αγωνιστές του περίγυρου ώστε να φτάσουν να μην υποκύπτουν στην ιδεολογική επίθεση του συστήματος και ν’ αντιστέκονται μαζί μας στην πολιτική πίεση των αρνητικών συσχετισμών.

Στο πως διαμορφώνουμε ή δεν διαμορφώνουμε κλίμα ώστε συλλογικά αλλά και μεμονωμένα οι σύντροφοι, τα στελέχη, τα μέλη, οι επιρροές να μεριμνούν μόνιμα και σταθερά για να ανεβάσουν το ιδεολογικό και πολιτικό τους επίπεδο μέσω της μελέτης, της παρακολούθησης των απόψεων που κυκλοφορούν, της συλλογικής αξιοποίησης της εμπειρίας απ’ την πλούσια αλλά και ορισμένες φορές ασυντόνιστη δράση μας. Στο πως οργανώνουμε και στηρίζουμε τα μέτωπα αντιπαράθεσης συμβάλλοντας στη μάχη των ιδεών.

Θα μπορούσαμε να συνεχίσουμε τον κατάλογο των αδυναμιών που δυστυχώς είναι πάνω από «δεκάλογος». Δεν θα το κάνουμε γιατί υπάρχει ο απολογισμός. Και επισημαίνουμε μόνο ότι αυτές οι σοβαρές αδυναμίες και ανεπάρκειες έχουν απειλητικά φανερωθεί μετά τις εκλογές του 2004. Η βάση τους βέβαια προϋπήρχε. Σε μεγαλύτερο βαθμό συγκαλύφτηκαν και σε μικρότερο εξουδετερώθηκαν την περίοδο 2003-2004 και την πλούσια δράση που αναπτύξαμε ωθούμενοι απ’ την αντιπολεμική κινηματική έξαρση διεθνώς και στον τόπο μας, αλλά και «εκβιαζόμενοι» απ’ τις εσωτερικές πολιτικές ανακατατάξεις. Περίοδο όπου ευτυχώς για μια ακόμη φορά λειτούργησαν τα πλούσια αντανακλαστικά μας!

Στα πλαίσια της 6ης Συνδιάσκεψης, πέρα της ανάγκης μας να ανταποκριθούμε στην καθαυτή πολιτική συζήτηση που αποτελεί και το κύριο μέλημά μας, μιας και διαδικασίες σαν κι αυτές είναι κατ’ εξοχήν πολιτικές, πρέπει να αντιληφθούν όχι μόνο τα στελέχη αλλά και όλοι οι σύντροφοι ότι έχουμε υποχρέωση αν όχι άμεσα να δώσουμε λύσεις, τουλάχιστον να βάλουμε τις βάσεις ώστε οι λύσεις για όσα εντοπίζουμε να προκύψουν σύντομα στην αμέσως επόμενη φάση και ενόψει όλων όσων μας περιμένουν.

Πρέπει όλοι ν’ αφουγκραστούμε τα σήματα κινδύνου που εκπέμπουν οι αδυναμίες που εντοπίζουμε πριν παγιωθούν περισσότερο. Να καλλιεργήσουμε κλίμα θαρραλέας κριτικής και εντοπισμού προβλημάτων. Είναι «προτιμότερη» η υπερβολή, η λάθος ίσως προσέγγιση απ’ τη ρουτίνα και την διεκπεραιωτική λογική. Ακόμη και η γκρίνια μπορεί να αποβεί δημιουργική ενώ το «δε βαριέσαι» ομολογία αποτυχίας.

Με την απαραίτητη διευκρίνιση, ότι το Π.Γ. όσο μπορεί να καταλαβαίνει τον εαυτό του και την οργάνωση που καθοδηγεί, δεν αποδίδει τα αρνητικά που αναφέραμε σε μιαν αντίληψη φόβου του απέναντι στο κίνημα ούτε βέβαια τα θεωρεί εκφράσεις παραίτησής του και πολύ περισσότερο έλλειψη εμπιστοσύνης στη δύναμη των μαζών. Περισσότερο έχουν να κάνουν με το ότι οι ρυθμοί της και η λειτουργία της δεν της επέτρεπαν να αναπτύξει τα αντανακλαστικά της, που αποδεδειγμένα έχει. Δεν της επέτρεπαν να εντοπίζει συλλογικά και έγκαιρα ορισμένες από τις «παράπλευρες απώλειες» που επισημαίνουμε. Φυσικά και δε φτάνει να «σκύψει» η Συνδιάσκεψη πάνω απ’ την οργάνωση τα προβλήματά της και τις αδυναμίες της. Πρέπει και η καθοδήγηση συστηματικά να σκύβει πάνω απ’ την οργάνωση βρίσκοντας και τις κατάλληλες οργανωτικές μορφές και δομές για να το πράξει. Ακόμη και αν χρειαστεί να αντιμετωπίσει πλευρές του οργανωτικού που γίνονται βαρίδια.

Όπως επίσης το Π.Γ. έχει υποχρέωση να προσδιορίσει με περισσότερη σαφήνεια (και να το περάσει) τη σχέση και αλληλεπίδραση της πολιτικής λειτουργίας της οργάνωσης με την λειτουργία των πλατιών σχημάτων. Είναι δυστυχώς πολλά τα «μικρά» ζητήματα που καλείται να αντιμετωπίσει που αν διαιωνιστούν θα γίνουν βουνό και θα μας πνίξουν.

Όπως π.χ. το κομφούζιο με την πληθώρα των εντύπων που σταδιακά επωμιζόμαστε αλλά δεν διακινούμε. Όπως το χάος με τα στέκια και τα γραφεία, η αλληλοεπικάλυψη οργάνων ιδιαίτερα στην οργάνωση Αθήνας, το χάλι με τα οικονομικά, η σύγχυση αρμοδιοτήτων στο πλαίσιο των καθοδηγητικών οργάνων, η εδώ και χρόνια παντελής απουσία μιας κεντρικά καθοδηγούμενης και συστηματικά ελεγχόμενης πολιτικής οργανώματος νέων συντρόφων και νέων συναγωνιστών στο κόμμα και στα σχήματα.

¦ Ένα άλλο ζήτημα που μας απασχόλησε και θα συνεχίσει να μας απασχολεί είναι το που απευθυνόμαστε, που με τη σειρά του συνδέεται με τις επιλογές μας για το που παρεμβαίνουμε και που καθοριστικά εξαρτάται απ’ τη φάση που βρισκόμαστε, τους στόχους που αναδεικνύουμε σε συνδυασμό με τους συσχετισμούς.

Όλα αυτά σε συνδυασμό με τα οργανωτικά μέτρα που παίρνονται αποτελούν σε κάθε φάση αυτά που λέμε ΑΜΕΣΑ ΚΑΘΗΚΟΝΤΑ. Τα οποία με τη σειρά τους οφείλουν να επικαθορίζονται απ’ τα ΕΥΡΥΤΕΡΑ ΚΑΘΗΚΟΝΤΑ και τις ευρύτερες επιδιώξεις.

Υπάρχουν λοιπόν απευθύνσεις και απευθύνσεις. Καταρχήν απευθυνόμαστε στο λαό. Με γενικότερες ή ειδικότερες ευκαιρίες και αφορμές εσωτερικές και διεθνείς απ’ τη μια άκρη της χώρας στην άλλη. ΚΑΙ ΚΑΛΑ ΚΑΝΟΥΜΕ! Αποτελεί δική μας κατάκτηση, δημιουργήσαμε μια πανελλαδική πρώτη συσσώρευση για να το κάνουμε, επεξεργαστήκαμε το προφίλ μας, τη γλώσσα μας, τις διακηρύξεις μας, τη λογική μας, τις εκτιμήσεις μας. Μας διακρίνει «θράσος» και θάρρος να παίρνουμε την ευθύνη να τοποθετηθούμε για σημαντικά ζητήματα της πολιτικής και ταξικής πάλης. Χρωστάμε πολλά στην επανειλλημένη συμμετοχή μας στις εκλογές αλλά και στις επανειλλημένες αποχές μας απ’ της Ευρωεκλογές.(Τη συμμετοχή μας στις Δημοτικές εκλογές την αντιμετωπίζουμε σ’ άλλη βάση).

Απευθυνόμενοι στο λαό κατοχυρώνουμε μια φυσιογνωμία και εφ’ όλης της ύλης αλλά και για ειδικότερες πλευρές. Μαζί μ’ αυτό κάποιες σκόρπιες εμφανίσεις στην τηλεόραση αλλά και σποραδικές ανακοινώσεις-τοποθετήσεις σε εφημερίδες μεγάλης κυκλοφορίας. Κι αυτά επίσης καλώς καμωμένα. Και δηλώνουμε ότι θα συνεχίσουμε να τα κάνουμε, όσο τουλάχιστο το σύστημα κρίνει ότι αντέχει να μας δίνει αυτή τη δυνατότητα. Πλαισιωμένα με τα πιο «χαμηλής εμβέλειας» αλλά επίσης απαραίτητα όπλα προπαγάνδας και ζύμωσης που μας έχει κληροδοτήσει η εμπειρία του κινήματος (εφημερίδες, προκηρύξεις, τρικάκια κ.λπ.). Φυσικά όλοι καταλαβαίνουμε ότι μ’ αυτή την απεύθυνση και τη φάση που βρίσκονται τα πράγματα δεν μπορούμε να περιμένουμε εντυπωσιακά αποτελέσματα. Ούτε στο επίπεδο ν’ αλλάξουμε τους συσχετισμούς, τις ιδέες και τη συνείδηση των ανθρώπων, ούτε στο επίπεδο του να μαζικοποιήσουμε την προσπάθειά μας.

> Υπάρχει επίσης «απεύθυνση» πιο στενή σε κόσμο ή δυναμικό που τοποθετεί εαυτόν στην Αριστερά, που έχει κάνει μια διαδρομή στα πλαίσια του κινήματος, που έχει δεχτεί επιδράσεις απ’ την κομμουνιστική ιδεολογία και σοσιαλιστική προοπτική. Κόσμος που υπήρξε οργανωμένος που αποστρατεύθηκε με άσχημους όρους σε συνθήκες ήττας. Κόσμος της σημερινής βάσης του ΚΚΕ, των άλλων αριστερών κομμάτων. Κόσμος που πλαισίωσε ή συνεχίζει να πλαισιώνει άλλες οργανώσεις της εξωκοινοβουλευτικής Αριστεράς.

Βάλαμε την απεύθυνση σε εισαγωγικά γιατί αν εξαιρέσουμε δύο χρόνια το πολύ μετά το ’82, όπου συγκεκριμένα απευθυνόμασταν σε κόσμο της επιρροής του παλιού ΚΚΕ(μ-λ), ζητώντας του να συστρατευτεί και οργανωμένα μαζί μας, με επιμονή και σχετικά σχεδιασμένες κινήσεις, μ’ όλο το υπόλοιπο δυναμικό δεν επεξεργαστήκαμε κάποια ιδιαίτερη τακτική προσέγγιση.

Άλλωστε, τουλάχιστον μέχρι τη δεκαετία του ’90, ένα μέρος του δυναμικού αυτού κρατούσε απέναντι στη προσπάθειά μας ανταγωνιστική στάση, βουτηγμένη μέσα σε προκατάληψη. Τις εποχές εκείνες επίσης στον κόσμο αυτό ήταν πολύ έντονα πάνω του χαραγμένες οι συνέπειες της ήττας με αποτέλεσμα να κινείται σε άλλα μήκη κύματος απ’ τα δικά μας ενώ η απογοήτευση δεν του άφηνε και πολλά περιθώρια συμμετοχής σε κινηματικές διαδικασίες που έτσι κι αλλιώς ήταν αρκετά πεσμένες. Ας μην ξεχνάμε επίσης ότι ένα μέρος του κόσμου αυτού που ήθελε να παραμείνει σε τροχιά αγώνα ζητούσε από τότε απαντήσεις σε ζητήματα προοπτικής αλλά και ερμηνείας της παλινόρθωσης που το ιδεολογικό φορτίο του παλιού ΚΚΕ(μ-λ) αλλά και οι δικές μας πιο φρέσκες προσεγγίσεις, μ’ αφορμή την περεστρόικα δεν ήταν σε θέση να τον αγγίξουν ή να τον προβληματίσουν.

Το ζήτημα των σχέσεών μας μ’ αυτό τον κόσμο (ή τουλάχιστον με τμήματά του) αρχίζει και διαφοροποιείται απ’ το ’90 και μετά όταν σταδιακά επεξεργαζόμαστε και βάζουμε μπρος στη βάση των εκτιμήσεών μας για την επίθεση του συστήματος και την κλιμάκωση της επιθετικότητας των ιμπεριαλιστών στα Βαλκάνια την κατεύθυνση και πρακτική της ΚΟΙΝΗΣ ΔΡΑΣΗΣ.

Έχουμε πλέον ένα συγκεκριμένο πεδίο απεύθυνσης προς ένα μέρος τουλάχιστον του δυναμικού αυτού, στη βάση συγκεκριμένων απαιτήσεων και δεσμεύσεων που βοηθιέται απ’ τη δημιουργία της ΜΑΧΟΜΕΝΗΣ αλλά και απ’ τις προσεγγίσεις μας για τις εξελίξεις στις ανατολικές χώρες και την ΕΣΣΔ 1917-1953.

Μπαίνουν οι βάσεις συνεργασίας και συντονισμού με τον κόσμο αυτό σε βάση κίνησης που φθάνει στο καλύτερο επίπεδο της στο τέλος της δεκαετίας του ’90. Ανεξάρτητα αν αυτές οι σχέσεις με το μεγαλύτερο κομμάτι του δυναμικού αυτού έμειναν στάσιμες μέχρι να ξανασυναντηθούμε στο αντιπολεμικό ξέσπασμα, το 2003 μπορούμε αβίαστα να πούμε ότι οι δυνατότητες επικοινωνίας, ανταλλαγής απόψεων αλλά και ουσιαστικής αντιπαράθεσης μ’ αυτό τον κόσμο είναι σχετικά αυξημένες και συνεχίζουμε να του απευθυνόμαστε στη λογική της ΚΟΙΝΗΣ ΔΡΑΣΗΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΝΤΟΝΙΣΜΟΥ.

> Υπάρχει επίσης απεύθυνση σε πρωταρχικό επίπεδο μέσα σε μαζικούς χώρους με κοινά γνωρίσματα η οποία γίνεται ακριβώς στη βάση των κοινών προβλημάτων ανεξάρτητα ιδεολογικών ή πολιτικών ευρύτερων διαφορών.

Απεύθυνση που στόχο έχει να διαμορφώσει ένα πρώτο επίπεδο συσπείρωσης και συνάντησης (επιτροπές, σωματεία, σύλλογοι, πρωτοβουλίες) που διεκδικεί την ικανοποίηση των «προφανών αιτημάτων» κοινής αποδοχής, αλλά και επιδιώκει μια πρώτη αλλά και ουσιαστική διαπαιδαγώγηση τμημάτων λαού στην λογική της συλλογικότητας και του αγώνα. Πρόκειται για ένα ολόκληρο σχολειό που δεν το έχουν ανάγκη μόνο ο άνθρωπος του λαού, ο εργάτης, ο αγρότης, ο νεολαίος αλλά και ο πρωτοπόρος, ο κομμουνιστής. Πρόκειται για ένα πεδίο δράσης που δεν εξαντλείται μόνο σε «μικρά» ζητήματα αλλά και μεγάλα όπως της ειρήνης, των δημοκρατικών δικαιωμάτων, του 8ωρου κ.λπ. Η καθοδήγηση της οργάνωσής μας, μετά το ’82, είχε δείξει από νωρίς όταν ακόμα βρισκόταν σε θέση ενδιάμεσου στελέχους στο παλιό ΚΚΕ(μ-λ), πόσο πολύ πίστευε στη διαμόρφωση όρων και προϋποθέσεων μέσα στις επαναστατικές οργανώσεις ώστε να μπορούν τα μέλη και τα στελέχη τους να αφουγκράζονται τον παλμό του κόσμου, να μετατρέπουν τις διαθέσεις σε σύνθημα και στόχο που τον εκφράζει και με τον πιο ανοιχτό και δημοκρατικό τρόπο να βρίσκει και τις κατάλληλες μορφές για προωθείται ο αγώνας. Το ‘χε αποδείξει την περίοδο του 815, την περίοδο των σεισμών στη Θεσσαλονίκη.

Τέτοιους όρους και προϋποθέσεις, θέλησε αυτή τη καθοδήγηση να διαμορφώσει στην καινούρια οργάνωση μετά το ’82, ένα μόλις χρόνο μετά την ιδρυτική Συνδιάσκεψη που είχε κεντρικό σύνθημα «σύνδεση με τις μάζες» και την εργατική τάξη.

Για λόγους που εξήγησε τότε, η προσπάθεια αυτή δεν ολοκληρώθηκε, με εξαίρεση ίσως ένα διάστημα όπου είχαμε πρωτοβουλίες της τότε Σπουδάζουσας σε αυτή την κατεύθυνση. Πρωτοβουλίες που έφεραν τις πρώτες νέες συσπειρώσεις γύρω από τη λογική μας και μας έβαλαν την υποχρέωση να ευνοήσουμε τη δημιουργία των Αγωνιστικών Κινήσεων στα ΑΕΙ και ΤΕΙ.

Από τότε φάνηκε ότι η κατεύθυνσή μας αυτή θα αντιμετώπιζε πολλές δυσκολίες στην προώθησή της. Σκόνταφτε στο μικρό φορτίο των νέων συντρόφων, την ανεπάρκεια της οργάνωσης να τους εξοπλίσει, με το μείον της έλλειψης κινήματος, σκόνταφτε στις συνθήκες έξω από μας και στη μεγάλη θολούρα και ζαλούρα που είχε πέσει η ρεφορμιστική Αριστερά, βλέποντας να φεύγει το έδαφος κάτω από τα πόδια της, όσο πλησίαζε το ’90. Μέσα σ’ όλα μας απορροφούν δικαιολογημένα μια σειρά υποχρεώσεις παρέμβασης στην κεντρική πολιτική σκηνή (σκανδαλολογία, δημιουργία Συνασπισμού, εκλογές ’89) σε συνδυασμό με τη διάθεσή μας να κατοχυρώσουμε σε ευρύτερη διάσταση την ύπαρξη του ΚΚΕ(μ-λ). Είχαμε βέβαια κάποιες μεμονωμένες και περιφερειακές απόπειρες στο επίπεδο που αναφερόμαστε αλλά χωρίς αυτές να αναιρούν την αίσθηση ότι η κατεύθυνση έμενε ανενεργή. Άλλωστε, να έχουμε πάντα κατά νου, ότι η λογική και πρακτική αυτού του τύπου της απεύθυνσης, έχει πάρα πολλές απαιτήσεις και δεν αποτελεί μια απλή υπόθεση να αναληφθεί μόνιμα και σαν συστατικό στοιχείο της πρακτικής και νοοτροπίας δράσης για τους πρωτοπόρους αγωνιστές. Τέλος πάντων στοιχεία της λογικής αυτής καθοδηγημένα αρχίζουν να ξαναμπαίνουν μετά το ’90. Τη δημιουργία της Μαχόμενης Αριστεράς την βλέπαμε σαν το εργαλείο που θα διαμορφώσει ευνοϊκό κλίμα για δραστήριο μπάσιμο στον λαό αλλά και σαν διαδικασία αναμέτρησης στην κίνηση με άλλες λαθεμένες απόψεις και κατάκτηση υπεροχής μέσω αυτής. Η λαθεμένη αντίληψη του ΝΑΡ, που ο τότε συσχετισμός δεν μας επιτρέπει να αντιπαλέψουμε με επιτυχία, σε συνδυασμό με την μη ολοκληρωμένη δική μας κατανόηση της αντίληψης, μας οδηγούν στη διάλυση της Μαχόμενης Αριστεράς. Παρόλα αυτά, η πίεσή μας έχει κάποια αποτελέσματα, ιδιαίτερα την εποχή του αγροτικού ξεσπάσματος όπου ξαναμπαίνει σε εφαρμογή η κατεύθυνση αυτή, με το ΝΑΡ να σύρεται. Όπως σύρθηκε για τελευταία φορά το ’98, όπου η λογική μας δείχνει τις δυνατότητές της και που η φόρα της φέρνει τις κινήσεις μας την περίοδο του σεισμού, αλλά και το ’99 με τον Κλίντον και τον αποκλεισμό του λιμανιού. Ξαναφάνηκε σε όλη της την έκταση με το αντιπολεμικό ξέσπασμα. Ήδη βέβαια ένα μέρος της οργάνωσης είχε ξεθαρρέψει και έφερνε τα πρώτα αποτελέσματα από τη δεκαετία του ’90 στα νοσοκομεία, στους οικοδόμους και πολύ πρόσφατα σε ορισμένες γειτονιές της Αθήνας.

Συμπερασματικά, η πορεία για την οργανική ενσωμάτωση στη φυσιογνωμία μας μιας τέτοιου τύπου λογικής απεύθυνσης, υπήρξε αργή και βασανιστική.

Κυρίως μπλοκαρίστηκε από αντικειμενικά δεδομένα, υπήρξαν όμως και υποκειμενικά λάθη που την μπέρδεψαν.

Τα τελευταία χρόνια, με τις επεξεργασίες μας για το ΜΕΤΩΠΟ ΑΝΤΙΣΤΑΣΗΣ και τις προσπάθειές μας για δημιουργία και στήριξη πλατύτερων σχημάτων «βοηθούσης» και της άγριας επίθεσης, δείχνουμε να είμαστε πιο κοντά και πιο ώριμοι. Και η ωριμότητά μας θα φανεί όχι μόνο αν επιμείνουμε στη στήριξη και επεξεργασία της κατεύθυνσης να πρωτοστατούμε στη διαμόρφωση όρων για να αρχίσει να βγαίνει ο λαός στο προσκήνιο, καταχτώντας και μέσα από κει έναν πρωτοπόρο ρόλο. Αλλά αν εκ παραλλήλου φτάσουμε να απευθυνθούμε με θάρρος και αποφασιστικά, σε ό,τι πρωτοπόρο αναδείχνεται από τη δύναμη του λαού και τις δικές μας προσπάθειες, προκειμένου να ενισχύσει συνειδητά και μόνιμα την οργάνωσή μας αλλά και τα πλατύτερα σχήματα.

Αντιλαμβανόμαστε ότι για να φτάσει ο Χ αγωνιστής να μην αρκείται στο να στηρίξει τις μάχες στο πρώτο επίπεδο που αναφέραμε, για να φτάσει ένας άλλος πρωτοπόρος που έχει διαφορετικές αφετηρίες από μας και συνεργάζεται μαζί μας στο πρωταρχικό επίπεδο, να δει τον εαυτό του συναγωνιστικά με τη δική μας προσπάθεια, πρέπει να πεισθεί για την ανάγκη ανεβάσματος της συμμετοχής του σε ανώτερο επίπεδο. Και οι μόνοι που μπορούμε να τον πείσουμε είμαστε εμείς οι ίδιοι. Οι οποίοι θα πρέπει να είμαστε όλο και πιο ικανοί να το φέρουμε σε πέρας. Και ατομικά και συλλογικά. Η καθοδήγηση της οργάνωσης έχει την συναίσθηση αυτού που απαιτούν σήμερα πολλοί πρωτοπόροι αγωνιστές και εμείς οι ίδιοι. Και αυτό είναι καλύτερα επεξεργασμένα ζητήματα προοπτικής, σοσιαλισμού και αποτίμησης του παρελθόντος του κινήματος. Και πασχίζει να ανταποκριθεί με την άλλη δουλειά που γίνεται παράλληλα με τη διαδικασία της Συνδιάσκεψης.

 

Συμμαχίες – συνεργασίες – κοινή δράση

¦ Για να συνδεθούμε με την προηγούμενη ενότητα, θα πούμε ότι η γενική απεύθυνση στο λαό, είναι μια προσπάθεια που θα συνεχίσουμε να την κάνουμε, αξιοποιώντας τις ευκαιρίες που μας παρέχουν οι πολιτικές εξελίξεις και ανακατατάξεις εσωτερικά και διεθνώς. Το τι μας εξασφαλίζει και τι όχι μια τέτοιου τύπου απεύθυνση και κίνηση, νομίζουμε ότι το ξεκαθαρίσαμε. Η «δοσολογία» είναι ζήτημα εκτίμησης κάθε φορά και συνάρτηση διαφόρων παραμέτρων. Η απεύθυνσή μας, πιο ειδικά στον κόσμο της Αριστεράς και με δεδομένη την πολυσπερμία και διαφορετικότητα που την χαρακτηρίζει, έχει βέβαια ανάλογα με τις φάσεις και τις προκλήσεις την «αυτονομία» της, αλλά κατά βάση περνάει μέσα από τα υπόλοιπα κανάλια και δρόμους παρέμβασης και δράσης μας. Έχει και γενικά χαρακτηριστικά, μέσα απ’ τη συμμετοχή μας στη συζήτηση-αντιπαράθεση που κατά καιρούς ανοίγει για διάφορα ζητήματα προοπτικής ή ιστορίας του κινήματος, αλλά και ειδικές εκφράσεις σχετικά με την πολιτική πάλη που διεξάγεται άμεσα και καθημερινά.

Το αν θα προκαλούμε τη συζήτηση ή απλώς θα συμμετέχουμε, έχει να κάνει και με τις δικές μας δυνατότητες αλλά και ιεραρχήσεις. Έχουμε μια μεγάλη εμπειρία πλέον, την οποία αν αξιοποιήσουμε μπορούμε να βελτιώσουμε σοβαρά την προβολή και τεκμηρίωση των απόψεών μας. Με ποικιλία μορφών, είτε μόνοι μας είτε μέσω συνεννόησης και κοινών μορφών με άλλους που επιλέγουμε.

Έχουμε κάνει βέβαια σαφές, ότι μας απασχολούν οι δυο τύπου απευθύνσεις που στοχεύουν αφ’ ενός στο να μας εντάξουν πιο ουσιαστικά και μόνιμα στη διαμόρφωση λαϊκών αντιστάσεων και αφετέρου να μας ενισχύσουν σαν οργανωμένη προσπάθεια. Όχι μόνο γιατί θα μας δώσουν άλλες δυνατότητες, αλλά και γιατί είναι και οι πιο «σχετικά» υποβαθμισμένες σε σχέση με τις άλλες δυο που προαναφέραμε.

Μας ενδιαφέρει βεβαίως η ποσοτική μας συσσώρευση να συνοδεύεται από ποιοτική αναβάθμιση των δυνατοτήτων μας. Δεν αρκούμαστε μόνο στο να γίνουμε περισσότεροι. Θέλουμε αυτό να μεταφραστεί σε αποφασιστικότητα, αλλά και συνεχή διεύρυνση των δυνατοτήτων μας να ανταποκρινόμαστε αλλά και να πρωτοστατήσουμε όπου είναι δυνατόν στα μέτωπα πάλης του λαού.

Έχουμε τη φιλοδοξία, ακόμη κι αν δεν έχουμε τις δυνάμεις να πρωτοστατήσουμε (αυτός είναι σήμερα ο κανόνας), να είμαστε οργανικό, αποδεκτό και χρειαζούμενο τμήμα των μετώπων πάλης, των αντιστάσεων. Γιατί μόνο έτσι θα μάθουμε, θα μας μάθουν, θα «τους» μάθουμε.

¦ Έχουμε κατ’ επανάληψη εξηγήσει ότι οι συμμαχίες, οι συνεργασίες, η κοινή δράση πάνω σε κοινούς στόχους και αιτήματα που εκφράζουν, αναδεικνύουν, προωθούν τα λαϊκά συμφέροντα, που διασφαλίζουν και διευρύνουν τα λαϊκά δικαιώματα, ανάμεσα σε κόμματα, οργανώσεις, ομάδες, κινήσεις, ανένταχτους αγωνιστές, είναι μια ανάγκη που την αντιλαμβάνονται πρώτα και κύρια ευρύτερα τμήματα του λαού. Ακόμα και λαϊκά τμήματα που δεν αναφέρονται μ’ οποιονδήποτε τρόπο στην Αριστερά, που έχουν απογοητευτεί απ’ αυτήν, βλέπουν με καλό μάτι την υπόθεση της συνεργασίας. Γιατί, έστω και ενστικτώδικα, αντιλαμβάνονται ότι η συνεργασία, η ενότητα, μπορεί να βελτιώσει τη θέση τους και τη δυνατότητα να διεκδικήσουν, να επιβάλλουν, να υπερασπιστούν. Γιατί αντιλαμβάνονται ότι στην ενότητα των αντιδραστικών μπορεί να διαμορφωθεί, αν όχι ένα αντίπαλο δέος, τουλάχιστον μια σοβαρή αντίσταση και κόντρα. Η άγρια επίθεση του κεφαλαίου, διευρύνει αντικειμενικά τις δυνατότητες και αυξάνει τις απαιτήσεις για ενότητα, και συνεργασίες. Μια άλλη υπόθεση βέβαια, είναι το πώς και αν ανταποκρίνονται σ’ αυτή τη λαϊκή απαίτηση μια σειρά πολιτικές δυνάμεις. Αν απλώς την εκμεταλλεύονται λαθροχειρώντας, αν τη διαχειρίζονται κάτω από την πίεση που ασκεί, αν ενδιαφέρονται να την υπερασπίσουν ουσιαστικά ή στη βάση εντυπώσεων.

Ανάγκη όμως συνεργασιών, συμμαχιών, ακόμη και ενότητας έχουμε κι εμείς. Και όχι μόνο εμείς, αλλά και οι άλλες αριστερές δυνάμεις, άσχετα αν και πως το αντιλαμβάνονται. Με την επισήμανση ότι εμείς αυτή την ανάγκη την εντοπίσαμε και τη θέσαμε όχι μόνο σαν ιδέα, αλλά και σαν πρακτική, πολύ πριν το θέμα της ενότητας καταντήσει αγοραίο από ορισμένες πλευρές. Φυσικά, τις συμμαχίες και τις συνεργασίες δεν τις ανακαλύψαμε εμείς, ούτε θεωρούμε ότι τις χρειαζόμαστε επειδή οι δυνάμεις μας είναι ακόμα μικρές και θέλουμε να «κρυφτούμε» πίσω απ’ αυτές, ούτε τις αντιμετωπίζουμε σαν μια «υποχρέωση» που είναι απόρροια της υποχώρησης ή της ήττας. Συμμαχίες άλλωστε στο πλαίσιο του κινήματος, της πάλης, δεν γίνονται μόνο σε εποχές υποχώρησης, αλλά και επίθεσης. Οπωσδήποτε όμως, κάθε φάση βάζει το στίγμα της στο τι είδους συμμαχίες-συνεργασίες προκύπτουν ή δεν προκύπτουν.

Απ’ τη δική μας τη σκοπιά, τις θεωρούμε μια φυσιολογική συνέπεια της συσσώρευσης και συσπείρωσης δυνάμεων για την επίτευξη στόχου ή και στόχων. Εκτός όμως από συνέπεια, είναι και μέσο για τη διευκόλυνση της συσσώρευσης που αναφέρουμε. Φυσικά, για να μην θεωρηθεί ότι αεροβατούμε και για να μη δώσουμε λαβές για παρεξήγηση, όταν εμείς αναφερόμαστε σε συνεργασίες στη φάση που βρισκόμαστε, με βάση την εμπειρία από τις προσπάθειές μας, με βάση τις σοβαρές διαφορές που υπάρχουν στα πλαίσια της Αριστεράς, αλλά και λαμβάνοντας υπόψη τους συσχετισμούς, επικεντρωνόμαστε και απευθυνόμαστε κατ’ αρχάς σε οργανωμένο και ανένταχτο δυναμικό που αναφέρεται στην Αριστερά και ειδικότερα στις πιο αγωνιστικές και ριζοσπαστικές τάσεις και εκφράσεις της. Θέση μας, την οποία ιδιαίτερα έντονα και επίμονα προωθούμε, είναι αυτή η συνεργασία να βοηθήσει στη συγκέντρωση δυνάμεων που θα συμβάλει στην ανάπτυξη των λαϊκών αντιστάσεων στην άγρια επίθεση του κεφαλαίου. Επιδίωξή μας είναι αυτή η συνεργασία για να στεριώνεται, ή καλύτερα για να αποφεύγει σκοπέλους και τρικλοποδιές, για να μπορεί να δεσμεύεται πρόσωπο με πρόσωπο σ’ αυτούς που απευθύνεται, να υλοποιείται κατ’ αρχάς στο πρωταρχικό και άμεσο επίπεδο. Σε χώρους εργαζομένων, είτε υπάρχει είτε δεν υπάρχει σωματείο. Σε χώρους της γειτονιάς, στα χωριά και την επαρχία, στους χώρους της νεολαίας. Η προσπάθεια συγκέντρωσης δυνάμεων σ’ αυτό το «πρώτο» επίπεδο και με την προϋπόθεση ότι δεν καταλήγει σε «συσπείρωση για τη συσπείρωση» που απλώς θα στεγάσει και περιφερειακά κάποιους «ομογάλακτους», έχει και το πλεονέκτημα να διευκολύνει την από τα κάτω κίνηση και συνεργασία όπου είναι δυνατόν με αγωνιστές της βάσης των κομμάτων της επίσημης λεγόμενης Αριστεράς. Έχει το σχετικό πλεονέκτημα να προκαλεί ρήγματα και να βοηθάει αγωνιστές ή πλατύτερο κόσμο να δει το πραγματικό πρόσωπο των αστικών κομμάτων και του κράτους.

Όποιος βέβαια πιστεύει ότι ο δρόμος αυτός είναι εύκολος ή μαγική συνταγή για να βρεθεί διέξοδος και να στηθούν γέφυρες με τμήματα του λαού, ή δεν έχει εμπειρία ή είναι αφελής ή και τα δύο. Μέλη και στελέχη του ΚΚΕ(μ-λ) έχουν αποκτήσει κάποια εμπειρία, ιδιαίτερα τα τελευταία χρόνια. Κυρίως μέσα από σφαλιάρες και δευτερευόντως μέσα από επιτυχίες.

Το μεγάλο εμπόδιο, σε εμάς τουλάχιστον, δεν ήταν η λάθος αντίληψη, αλλά κυρίως οι υποκειμενικές μας δυνατότητες. Για το ΚΚΕ π.χ., παρ’ όλο που δεν υπερεκτιμάμε τις οργανωτικές του δυνατότητες, το εμπόδιο που αντιμετωπίζει βρίσκεται στην αντίληψή του.

Είναι σαφές ότι όλη αυτή η δράση που χοντρικά περιγράψαμε και που δεν έχει ημερομηνία λήξης και οφείλει να είναι συνεχής και συστηματική, έχει να αντιμετωπίσει πολλές δυσκολίες και εμπόδια, παρά τα σχετικά πλεονεκτήματα που έχει ή εν δυνάμει μπορεί να αποκτήσει.

Χρειάζεται ζωντανούς φορείς, που να είναι σε θέση να αναγνωρίζουν και να γνωρίζουν το πεδίο παρέμβασης. Να έχουν αντίληψη στο πως αφουγκράζονται και τι αφουγκράζονται απ’ τη διάθεση του κόσμου. Να είναι σε θέση να εντοπίζουν στόχους που ενώνουν, που να παλεύονται. Να έχουν αποφασιστικότητα και στη βάση αυτή να αποκτούν κύρος, αλλά και καθαρή στάση απέναντι στην τρομοκρατία των αφεντικών, του κράτους.

Πέρα όμως απ’ αυτά, οι σκόπελοι είναι και άλλοι. Ο κυριότερος έχει να κάνει με το ότι αργά ή γρήγορα, οι όποιοι επιμέρους αγώνες πρέπει να μπορούν να σπάνε την απομόνωση, να άρουν τον κατακερματισμό και να θεωρούν εαυτόν σαν ένα ρυάκι που οδηγεί στο μεγάλο ποτάμι ή στο χείμαρρο.

Τέτοια άμεση προοπτική που να μην είναι οι καρικατούρες διεξόδων που προτείνει το ΚΚΕ και ο ΣΥΝ και που να αποτελεί αναφορά για τους επιμέρους αγώνες, δεν φαίνεται ότι μπορεί σήμερα να αποκτήσει σάρκα και οστά. Αλλά δεν λείπει μόνο η άμεση πολιτική αναφορά και προοπτική των αγώνων. Λείπει και ένα ιδιαίτερο (όχι απομονωμένο) πεδίο αναβαθμισμένης συνεννόησης και συνάντησης του δυναμικού που κάνουμε λόγο, που θα λειτουργεί σε αναφορά και σύνδεση με τους αγώνες και τις ανάγκες τους, αλλά θα διασφαλίζει τις απαιτήσεις για πιο αναβαθμισμένη επεξεργασία και παρέμβαση. Που θα εξοπλίζει για μια συντονισμένη κίνηση αυτού του δυναμικού.

Το ΚΚΕ(μ-λ) ακόμα και να ήθελε (που δεν θέλει) δεν θα μπορούσε να θεωρεί εαυτόν υποκατάστατο της πολιτικής αναφοράς των αγώνων και του πεδίου συνάντησης ενός αποδεδειγμένα ετερόκλητου δυναμικού. Ωστόσο, δεν μπορεί να περιμένει με σταυρωμένα χέρια, ή να «ιεραρχεί» διαφορετικά επειδή ακριβώς υπάρχουν αυτά τα σοβαρά ελλείμματα και κενά. Γι’ αυτό και πασχίζει να συμβάλλει και στην ευρύτερη συνειδητοποίηση των κενών που υπάρχουν, αλλά και την κάλυψή τους. Προβάλλοντας την απόφασή μας να συμβάλλουμε στην οικοδόμηση ενός ΜΕΤΩΠΟΥ (ή ΠΟΛΙΤΙΚΟΥ ΡΕΥΜΑΤΟΣ) ΑΝΤΙΣΤΑΣΗΣ ΚΑΙ ΠΑΛΗΣ ΓΙΑ ΕΙΡΗΝΗ-ΔΟΥΛΕΙΑ-ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ, περισσότερο προβάλαμε τη λογική με την οποία αντιμετωπίζουμε την προοπτική των αγώνων, την πολιτικοποίησή τους. Την ενισχύσαμε και την ενισχύουμε μέσα από την αντιπαράθεσή μας με άλλες διαφορετικές λογικές. Δεν παρουσιάσαμε (αν ερμηνεύτηκε έτσι) κάποιο συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα υλοποίησής του, ούτε ένα σχέδιο επί χάρτου βημάτων ή σταδίων μιας και δεν είναι εφικτή η άμεση υλοποίησή του. Ωστόσο, ήμασταν απόλυτοι ότι θα πρέπει ν’ αρχίσει να χτίζεται απ’ τα κάτω, απ’ τα θεμέλια.

Δεν περιοριστήκαμε όμως σε εκκλήσεις και διακηρύξεις. Θεωρήσαμε ότι για ν’ αρχίσουν να μπαίνουν οι βάσεις, πρέπει η οργάνωσή μας να προσανατολίσει μέλη και στελέχη να ξεκινήσουν και να απευθυνθούν θαρραλέα και σ’ άλλους αγωνιστές για την υλοποίηση του δύσκολου έργου, για τη δημιουργία των πρώτων μορφών αναβαθμισμένης συνεννόησης και συνάντησης που θα τους στηρίξουν και θα τους εξοπλίσουν. Η πιο πρόσφατη απ’ αυτές τις μορφές είναι η ΤΑΞΙΚΗ ΠΟΡΕΙΑ. Είχαν προηγηθεί οι ΛΑΚ, οι Αγωνιστικές Κινήσεις και οι αντιιμπεριαλιστικές επιτροπές. Μορφές που δεν φτάνει να ισχυρίζονται ότι είναι πλατιά σχήματα, αλλά πρέπει και να το αποδείξουν. Μορφές που όσο καθυστερούν να συνδέσουν τη διαδρομή τους με αντιστάσεις και αγώνες, τόσο θα κινδυνεύουν να χαρακτηριστούν «βεβιασμένες», «αναντίστοιχες» και ό,τι άλλο θέλετε.

Το επιδιωκόμενο είναι αυτές οι μορφές, να αποδείξουν ότι είναι εργαλείο και όπλο στα χέρια των αγωνιστών που αναλαμβάνουν το δύσκολο έργο να γίνουν αναπόσπαστο κομμάτι χώρων εργαζομένων, νεολαίας και αγροτών και να πρωτοστατήσουν στην αγωνιστική αφύπνιση αυτών με τους οποίους ζουν, δουλεύουν, σπουδάζουν.

 

¦ Είναι γεγονός ότι η προώθηση των πολλαπλών καθηκόντων μας, σε συνδυασμό με τις μικρές μας δυνάμεις, αλλά και το ότι δεν αξιοποιούνται όπως πρέπει, συνοδεύτηκε και πιθανόν να συνοδεύεται από συγχύσεις όσον αφορά την ιεράρχηση των καθηκόντων και την κατανομή δυνάμεων. Η καθοδήγηση της οργάνωσης έχει επωμιστεί την ευθύνη για πολλές απ’ αυτές τις συγχύσεις. Ωστόσο, σε σημαντικό βαθμό οι συγχύσεις αυτές, η «σύγκρουση» καθηκόντων, ο κατακερματισμός δυνάμεων, είναι απόρροια της περιόδου και συνέπεια του ότι κατά βάση τα γεγονότα και τις απαιτήσεις διαμορφώνουν παράγοντες έξω από εμάς και δεν μπορούμε ούτε πρέπει να τα αγνοούμε. Ναι, πολλές φορές είμαστε «υποχρεωμένοι» να τρέχουμε πίσω από τα γεγονότα, μιας και δεν έχουμε τις δυνάμεις να τα «δημιουργούμε»!

Αυτό, ωστόσο, δεν προβλέπεται να αλλάξει. Πιθανόν μάλιστα να ενταθεί η πίεση αυτή, αν αναλογιστούμε ότι δεν μπορούμε να αποκλείσουμε εξελίξεις και ανακατατάξεις στο κεντρικό πολιτικό επίπεδο, που σίγουρα θα μας φορτώσουν επιπλέον πολιτικά καθήκοντα, που θα μας πιέζουν σε αναπροσανατολισμούς της δράσης μας, σε νέους σχεδιασμούς και κατανομές δυνάμεων.

Ένας ακόμη παράγοντας που μας προσθέτει υποχρεώσεις, είναι οι προσπάθειες που κατά καιρούς κάνουμε για την προώθηση συνεργασιών στα πλαίσια της κοινής δράσης, οι ευθύνες που αναλαμβάνουμε και καλά κάνουμε, στη στήριξη πλατύτερων συσπειρώσεων κόσμου (επιτροπές κ.λπ.) για να στηρίξουμε την αντίσταση στην επίθεση. Γιατί όλα αυτά απαιτούν δυνάμεις, οι οποίες ταυτόχρονα δεν μπορούν και δεν πρέπει να αποκόβονται απ’ τις λειτουργίες και τις απαιτήσεις της ίδιας της οργάνωσης, προκειμένου να είναι ζωντανή, να ανανεώνεται, να παράγει. Ούτε έχουμε την πολυτέλεια οι δυνάμεις αυτές να αποκόβονται από τα σχήματα παρέμβασης που εμείς οι ίδιοι αποφασίσαμε να στήσουμε σε διάφορους χώρους, μέσα από συλλογικές διαδικασίες και αποφάσεις.

Η καθοδήγηση της οργάνωσης απόφευγε να προσεγγίσει τα καθήκοντά της με μια «απόλυτη» λογική «κάνουμε αυτό και τίποτα άλλο» με βάση την οπτική της να μην προσαρμόζει τις απαιτήσεις της ταξικής πάλης στα μέτρα μας αλλά να φιλοδοξεί σε μια συνολική αναβάθμιση της οργανωμένης μας προσπάθειας, ώστε να προσεγγίζονται από καλύτερες θέσεις οι απαιτήσεις. Γι’ αυτή τη λογική της, κρίνεται και θα κριθεί. Ωστόσο, η πραγματικότητα σπρώχνει αρκετές φορές τα πράγματα «μονόπαντα», με αποτέλεσμα αυτή η οπτική να νοθεύεται και να φαίνεται σαν ένα διαρκές τσαπατσούλικο τσαλαβούτημα. Με αποτέλεσμα, σε αρκετές περιπτώσεις, να ελέγχεται αυτή η καθοδήγηση ότι υπερεκτιμάει τις δυνατότητές της και τις δυνατότητες της οργάνωσης, αλλά και ότι δεν πασχίζει για το ανέβασμα της προσφοράς της δικιάς της και της οργάνωσης συνολικά.

Συμπερασματικά, αν θέλουμε να συνεχίσουμε να βλέπουμε τα πράγματα με την κατ’ αρχήν σωστή οπτική που είπαμε, θα πρέπει επιτακτικά να κινηθούμε στην κατεύθυνση της αξιοποίησης του δυναμικού που έχουμε. Εκεί να προσανατολιστούμε και όχι σε κινήσεις μονόπαντες. Ωστόσο, δεν σημαίνει ότι είμαστε απαλλαγμένοι απ’ την υποχρέωση να διευκολύνουμε, να απλοποιούμε τις προσπάθειές μας, παίρνοντας και τις κατάλληλες αποφάσεις.

 

Η ΕΠΙΘΕΣΗ, ΤΑ ΜΕΣΑΙΑ ΚΑΙ ΜΙΚΡΑ ΑΣΤΙΚΑ ΣΤΡΩΜΑΤΑ

Η ΝΕΟΛΑΙΑ ΚΑΙ Η ΕΡΓΑΤΙΚΗ ΤΑΞΗ

Θα ήταν κοινός τόπος να λέγαμε ότι το σύστημα, μιλώντας κατ’ αρχήν για τη χώρα μας, αλλά και με τις απαραίτητες αναγωγές σε διεθνές επίπεδο, είχε πολλές επιτυχίες και νίκες σε βάρος των δυνάμεων και των τάσεων επανάστασης, χειραφέτησης, ανατροπής, που αντικειμενικά παρήγαγε και θα συνεχίσει να παράγει η βάρβαρη καπιταλιστική πραγματικότητα. Υπάρχουν βέβαια και μια σειρά δεδομένα (τα έχουμε αναλύσει και θα το κάνουμε πιο ουσιαστικά στο μέλλον), που δεν επιτρέπουν στο σύστημα να πετύχει πολλά από αυτά που διακηρύσσει. Δεδομένα ιστορικά αλλά και σύγχρονα κοινωνικά, δεν μας αφήνουν να χαρακτηρίσουμε τις επιτυχίες αυτές στρατηγικές, γιατί δεν είναι σε θέση ούτε την Ιστορία να «τελειώσουν», ούτε την εργατική τάξη να αφανίσουν, ούτε την προοπτική μιας άλλης σοσιαλιστικής κοινωνίας να αποτρέψουν, όσο και αν το σύστημα καταφέρνει να τη μεταθέτει.

Επιτυχίες και νίκες που όσο εμπεδώνονται προσθέτουν και άλλα τείχη στο φρούριο του καπιταλισμού και του ιμπεριαλισμού, που για τους λαούς φαίνονται ακόμα πιο θεόρατα και απαραβίαστα.

Το σχέδιο του συστήματος ήταν απλό στη σύλληψή του, αλλά βεβαίως δύσκολο και περιπλεγμένο στην εφαρμογή του. Το σχέδιο δεν πρόβλεπε μόνο τον αφοπλισμό των λαών, δηλαδή το ξεδόντιασμα και την αχρήστευση του κομμουνιστικού κινήματος. Αλλά πήγαινε και πιο πέρα, προκειμένου να καταφέρει καίρια πλήγματα στον εχθρό λαό και να τον ρίξει για τα καλά στο καναβάτσο. Ξέροντας το σύστημα ότι δεν μπορεί να απαλλαγεί από αντιστάσεις έχοντας επίγνωση του τι μεθοδεύει, επικεντρώθηκε στα «ζωτικά όργανα» και σημεία του αντιπάλου. Και αυτά ήταν η εργατική τάξη και η νεολαία. Θεώρησε λοιπόν το σύστημα από την εμπειρία που αποκόμισε μετά τον 20ο αιώνα και τους εφιάλτες που έζησε από την ορμητική είσοδο στο προσκήνιο του κινήματος, των εξεγέρσεων, των επαναστάσεων, ότι αν βάλει για τα καλά χέρι στην εργατική τάξη και τη νεολαία θα μπορεί βάσιμα να ελπίζει στη θωράκιση της κυριαρχίας του. Στα πιο τρελά της όνειρα, βέβαια, η άρχουσα τάξη φαντασιώνονταν μέχρι και την «εξαφάνιση» της εργατικής τάξης, αλλά βέβαια στην πραγματικότητα γνώριζε ότι δεν μπορεί να το πετύχει.

Το σύστημα ποτέ δεν έκρυψε το μίσος του για την εργατική τάξη αλλά και τη νεολαία. Στην πιο ακραία του μορφή το έδειχνε, όταν έριχνε την εργατική τάξη και τη νεολαία στα πεδία των άδικων πολέμων, σαν κρέας για τα κανόνια.

Στη χώρα μας πιο συγκεκριμένα, με τις ιδιαιτερότητες που υπάρχουν και τα χαρακτηριστικά της μεγαλοαστικής τάξης, το σχέδιο να πληγεί καίρια η εργατική τάξη αλλά και η νεολαία μπήκε σε εφαρμογή, όπως ήδη είπαμε, τη δεκαετία του ’80. Την εποχή δηλαδή, που αποφασίσαμε να συνεχίσουμε να υπάρχουμε και να δρούμε σαν κομμουνιστική οργάνωση με καινούριες δυνάμεις και χαρακτηριστικά. Την εποχή που διεθνώς το σύστημα άρχισε να αισθάνεται παντοδύναμο και έτοιμο να βάλει και την ταφόπετρα στον τάφο του κομμουνιστικού κινήματος. Την εποχή που και στη χώρα μας το σύστημα αισθάνεται να πατάει πιο γερά στα πόδια του, έχοντας κάνει ήδη μια διαδρομή σταθεροποίησης μετά τη μεταπολίτευση.

Είναι γεγονός ότι η «έναρξη» της επίθεσης του κεφαλαίου στη χώρα μας, με εξαίρεση κάποιες τότε δικές μας προσεγγίσεις και εκτιμήσεις, δεν συνειδητοποιήθηκε σε όλο της το βάθος και την έκταση. Πολλοί παράγοντες έπαιζαν ρόλο γι’ αυτό. Ένας απ’ αυτούς, αρκετά σημαντικός, ήταν ότι η λεγόμενη τότε επίσημη Αριστερά είχε χάσει τελείως το μπούσουλα, εγκλωβισμένη, μεταξύ άλλων, σε μια πολιτική ουράς στο ΠΑΣΟΚ και στήριξης τμημάτων της άρχουσας τάξης. Τμημάτων που υποτίθεται ότι ήθελαν να βάλουν τέλος στην ανωμαλία της μετεμφυλιοπολεμικής και μεταπολιτευτικής Ελλάδας που συντηρούσε η Δεξιά, να επαναδιαπραγματευτούν από καλύτερη θέση με τον ιμπεριαλισμό, να «εκσυγχρονίσουν» την καθυστερημένη χώρα, να «ανταμείψουν» τον εργάτη και τον αγρότη που στέναζε όλες τις προηγούμενες δεκαετίες.

Κάτω απ’ αυτό το κλίμα λοιπόν, φανταζόμαστε το σοκ και τον αιφνιδιασμό που υπέστησαν όλοι όσοι στο όνομα της Αριστεράς στήριζαν με διάφορους τρόπους το ΠΑΣΟΚ. Τότε λοιπόν, αρκετοί έφαγαν το «παραμύθι» ότι η επίθεση θα ήταν προσωρινή, ότι θα έληγε σε μια επόμενη φάση, ότι επιβλήθηκε κάτω από «έκτακτες» ανάγκες και συγκυρίες. Θυμόμαστε όλοι τις περίφημες ΠΑΣΟΚικές θεωρίες για τη «στενωπό» που δήθεν θα διαβαίναμε γρήγορα για να μπούμε στη «λεωφόρο της ευημερίας». Πολλοί θεώρησαν ότι η επίθεση είχε μόνο «άμεσες» επιδιώξεις και ειδικές πλευρές να «μπαλώσει» προς όφελος του κεφαλαίου. Να «βελτιώσει» το ελλειμματικό εμπορικό ισοζύγιο, να «διορθώσει» το δημόσιο έλλειμμα, να «βρει χρήματα» να αποπληρώσει το χρέος στους ιμπεριαλιστές, να «βελτιώσει» τη θέση της χώρας που είχε μπει στην ΕΟΚ, να την κάνει πιο «ανταγωνιστική», να «δυναμώσει» το νόμισμα (δραχμή τότε), να προσελκύσει ξένες επενδύσεις.

Τι πιο «φυσιολογικό» λοιπόν, «να δουλέψουμε περισσότερο και να αμειφθούμε λιγότερο». Τι πιο «φυσιολογικό» να «έχουμε λιγότερο κράτος». Τι πιο «φυσιολογικό» η εργατική τάξη να «συνεργαστεί» με το κεφάλαιο και να «πάψει να διεκδικεί» προκειμένου «όλοι μαζί» να βρουν τους πόρους για να «ξεχρεωθούν τα φέσια» και σε μια επόμενη φάση, απ’ το «περίσσευμα» που θα μαζευτεί να γίνει «δικαιότερη κατανομή του πλούτου».

Ακόμα και εκείνοι από την Αριστερά, αλλά και το «ριζοσπαστικό» ΠΑΣΟΚ που αντέδρασαν, όπως αντέδρασαν, στα μέσα του ’80 στο βάθος της κεφαλής τους είχαν «κατανόηση». Έβλεπαν οι άνθρωποι τα «προβλήματα»! Παρηγορούνταν βέβαια, απ’ τη «βεβαιότητα» που είχαν ότι όλα αυτά θα «τελειώσουν» σύντομα. Θα είχαν ένα όριο βρε αδερφέ! Τους «παρηγορούσε» η εντύπωση ότι αφού «ανήκουμε στην Ευρώπη» έχουμε ορισμένα ατού. Βαυκαλίζονταν ότι το «Ευρωπαϊκό μοντέλο» λόγω ιστορικών και κοινωνικών λόγων θα ακολουθήσει στα ζητήματα διαφορετική πολιτική από τις ΗΠΑ και θα «αντισταθεί». Φαντασιώνονταν πακτωλούς εισροών από την Ευρώπη μέσω των μεσογειακών προγραμμάτων και των πακέτων στήριξης μετέπειτα.

Μπορεί πράγματι, λοιπόν, όταν η επίθεση ξεκίνησε πριν από 20 χρόνια, να χρωματίστηκε από την πίεση των άμεσων τότε προτεραιοτήτων. Μπορεί πράγματι επίσης, η επίθεση αλά Ελληνικά έτσι όπως εξελίχθηκε να μην ήταν καρμπόν (και δεν ήταν) της πορείας της επίθεσης στις μητροπόλεις του καπιταλισμού και σε άλλα σημεία του πλανήτη. Να «νοθεύτηκε», να ζήτησε και να πήρε «εξαιρέσεις» και «απαλλαγές», να είχε τις «καθυστερήσεις» της.. Όλα αυτά δηλαδή, που δικαίωναν κάποιους να λένε, όχι αβάσιμα, ότι «ακόμα καλά είμαστε».

Υπήρχαν βέβαια και μερικοί (λίγοι σ’ εκείνη τη φάση) που έλεγαν ότι «έρχονται και χειρότερα» ή ότι «ακόμα δεν έχουμε δει τίποτα». Μεταξύ αυτών και εμείς! Ωστόσο, όταν λέμε ότι το βάθος και η έκταση της επίθεσης δεν συνειδητοποιήθηκε, εννοούμε απλά ότι δεν εκτιμήθηκε μια παραδοσιακή αλήθεια που λέει ότι «τρώγοντας έρχεται η όρεξη». Που ισχύει στο ακέραιο με το κεφάλαιο (διεθνές και ντόπιο). Και που επιβλήθηκε κυρίως στη διεθνή του διάσταση μετά το ’90. Αλήθεια, που με δραματικό τρόπο βιώνουμε μετά το 2000, που πράγματι άρχισαν «να έρχονται τα χειρότερα» και μέσα στη χώρα μας. Τα καμπανάκια, βέβαια, χτυπούσαν σε όλη τη διαδρομή αυτή, αλλά πολλά αυτιά δεν άκουγαν, «βουλωμένα» απ’ τον κρότο των εξελίξεων του ’90 και του 2000.

Και η όρεξη που σταδιακά γεννιόταν στο κεφάλαιο, βλέποντας ότι τα επιμέρους χτυπήματα που καταφέρνει στην εργατική τάξη και τους εργαζόμενους απέδιδαν παρά τις όποιες επιμέρους αντιστάσεις, άρχισε να πηγαίνει πιο πέρα από τα «αυτονόητα» και μαρξιστικά προβλεπόμενα σε σχέση με την κυκλικότητα των κρίσεων και την «παραδοσιακή» αντίδραση του κεφαλαίου. Η όρεξή του πήγαινε πιο πέρα από το να εντείνει την εκμετάλλευση για να αυξήσει το κέρδος του. Θεώρησε ότι μπορεί να φτάσει μέχρι πλήρους εξουθένωσης της εργατικής τάξης, μέχρι να αφαιρέσει τη βάση της συγκρότησής της, μέχρι να της αφαιρέσει το έδαφος κάτω απ’ τα πόδια της, καθιστώντας την στρατηγικά ανίκανη να πάρει στις πλάτες της το έργο της απελευθέρωσης της κοινωνίας. Θεώρησε ότι έχει την πολυτέλεια να δοκιμάσει να περάσει σε φάση όπου δεν θα «επιτίθεται» για να «γιατρεύει» κρίσεις που το ίδιο δημιουργεί, αλλά να «μονιμοποιήσει» την επίθεση πάνω στο έδαφος της «μονιμοποίησης» της κρίσης. Το μόνο «παρήγορο» είναι ότι ένα τέτοιο «πείραμα» θα είναι και το τελευταίο του ιστορικά. Είναι τόσο «διαβολικό» και εφιαλτικό, που θα του γυρίσει μπούμερανγκ, μιας και δείχνει τόσο «απελευθερωμένο» να το βάλει σε πράξη. Ωστόσο, το καθόλου παρήγορο είναι ότι το τίμημα που θα πληρώσει ολόκληρη η ανθρωπότητα και όχι μόνο η εργατική τάξη, θα είναι το πιο βαρύ της Ιστορίας μέχρι τώρα, μιας και περιλαμβάνει και την υλοποίηση του σεναρίου ενός γενικευμένου πολέμου. Τίμημα που θα είναι πολύ πιο οδυνηρό απ’ αυτό πληρώθηκε και πληρώνεται στην Αργεντινή, στο Ιράκ, στη Γαλλία, στην Αφρική, στη Λατινική Αμερική, στην Ασία και φυσικά στις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης. Τίμημα που έχουμε αρχίσει να πληρώνουμε και σαν χώρα.

Και για να ξαναγυρίσουμε στα δικά μας, θα πούμε ότι είναι λίαν φαιδρές και αποπροσανατολιστικές οι «ερμηνείες» που κατά καιρούς δίνονται από τους κρατούντες που εναλλάσσονται στην εξουσία, αλλά και από τμήματα της Αριστεράς για το ότι η επίθεση διαιωνίζεται, εντείνεται και δεν ανακόπτεται. Δεν φταίει βέβαια το ότι οι κρατούντες είναι ανίκανοι ή «κλέφτες», πολύ περισσότερο δεν «ευθύνεται» το ότι η χώρα μας έγινε ιμπεριαλιστική και συνεπώς πρέπει να «μονιμοποιήσει» την επίθεση προκειμένου να ανταποκριθεί στο «νέο» ρόλο της και τη «νέα» θέση της. Οι ειδικότερες ερμηνείες για την επίθεση του κεφαλαίου στη χώρα, για τους ρυθμούς της, τη φάση της, πέραν των γενικότερων ερμηνειών που δίνονται για τη γενικευμένη και διεθνή επίθεση, πρέπει να αναζητηθούν στα ειδικότερα χαρακτηριστικά και γνωρίσματα του ντόπιου κεφαλαίου, αλλά και στα ειδικότερα γνωρίσματα της εργατικής τάξης της χώρας μας.

Για να δώσουμε το στίγμα μας, θα πούμε ότι η ειδικότερη και πρόσφατη έξαρση της επίθεσης, πέραν των ερμηνειών που είναι σωστές, για αναγκαστική ευθυγράμμιση της χώρας στις επιλογές των ισχυρών της ΕΕ που θέλουν να ανταγωνιστούν τις ΗΠΑ, έχει να κάνει με ακριβώς αντίθετους λόγους από αυτούς που φαντασιώνονται οι υπερασπιστές της άποψης για «ιμπεριαλιστική Ελλάδα». Και οι λόγοι αυτοί έχουν να κάνουν με την υποβάθμιση της θέσης και του ρόλου του ντόπιου κεφαλαίου, με μια ας πούμε «ασφυξία» στην οποία έχει περιέλθει ιδιαίτερα την τελευταία πενταετία λειτουργώντας μόνιμα στη σκιά και το περιθώριο του μεγάλου ξένου κεφαλαίου. «Ασφυξία» που σε συνδυασμό με τις τάσεις του μεγάλου ευρωπαϊκού κεφαλαίου, όπως χαρακτηριστικά φαίνεται στην περίπτωση της Γερμανίας, θα καταστήσει τη μεγαλοαστική τάξη ακόμα πιο επικίνδυνη και αχαλίνωτη.

Είμαστε από αυτούς που υποστηρίζαμε και συνεχίζουμε να υποστηρίζουμε ότι η άγρια επίθεση του κεφαλαίου χρειάζονταν το κράτος της κάθε καπιταλιστικής χώρας σαν ένα από τα βασικά εργαλεία και όπλα στα χέρια της άρχουσας τάξης προκειμένου αυτή η επίθεση να υλοποιηθεί. Θεωρούσαμε δηλαδή και θεωρούμε σαν αποπροσανατολιστικό για τις πραγματικές προθέσεις του συστήματος αυτό που ακούγαμε και ακούμε ότι υποτίθεται επεδίωκε η επίθεση, το «λιγότερο κράτος» δηλαδή. Όχι μόνο για την Ελλάδα, αλλά και για τις ανεπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες η επέκταση της καπιταλιστικής δράσης και κερδοφορίας όχι μόνο δεν αναιρεί αλλά προϋποθέτει ισχυρό και αποτελεσματικό κράτος. Για τη χώρα μας ειδικά η αναγκαιότητα του κράτους να προστατεύει, να διασφαλίζει, να εποπτεύει, να ρυθμίζει την ντόπια καπιταλιστική δραστηριότητα και να «διαπραγματεύεται» με το ξένο κεφάλαιο πάει πολύ πίσω στην ιστορία γέννησης του ελληνικού έθνους αλλά έχει και αρκετό μέλλον. Δεν έχουμε παρά να φέρουμε στο νου μας τη διαδρομή της άρχουσας τάξης ιδιαίτερα μετά την μεταπολίτευση η οποία προκειμένου να βγάλει τη χώρα από την κρίση, ανέθεσε ολόκληρους τομείς της οικονομίας σε άμεση κρατική διαχείριση ή σε έμμεση κρατική εποπτεία. Μια τέτοια σχέση κράτους και «επιχειρηματικής δραστηριότητας» είχε την έγκριση των ιμπεριαλιστών γιατί πέραν των άλλων τους έδινε σαφείς δυνατότητες να επιβάλλουν τους όρους τους. Μέσα από τη συναλλαγή τους με έναν ολόκληρο μηχανισμό μπορούσαν να υπαγορεύουν τις ληστρικές συμφωνίες και συμβάσεις στις οποίες υπόκεινταν οι περίφημες ξένες επενδύσεις. Σε όλη τη μεταπολιτευτική διαδρομή το κράτος γιγαντώθηκε. Δημιουργήθηκε ένα τεράστιο «κουβάρι» όπου κράτος, υπηρεσίες, τριτογενής τομέας, κόμματα, «επιχειρηματικές δραστηριότητες», γίνανε ένα. Μ’ αυτή τη συνταγή επιχειρήθηκε να εξυπηρετηθούν πολλές σκοπιμότητες που επέβαλλε η πορεία της χώρας τα τελευταία 30 χρόνια. Επιχειρήθηκε να αμβλυνθούν οι συνέπειες της κρίσης απ’ τη φθίνουσα πορεία σημαντικών κλάδων της οικονομίας που σε προηγούμενες εποχές ήταν ατμομηχανές για τη χώρα. Προσπαθήθηκε να καλυφθούν τα κενά απ’ τη συρρίκνωση της παραγωγικής βάσης της χώρας. Επιδιώχθηκε η διεύρυνση της βάσης στήριξης των αστικών κομμάτων (πελατειακές σχέσεις). Διαμορφώνονταν πιο ευνοϊκοί όροι στο κράτος «επιχειρηματία», να επιβάλλει για λογαριασμό των ιμπεριαλιστών το μονόδρομο που ήθελε η ΕΕ. Επιχειρήθηκε με επιτυχία το ξεδόντιασμα του συνδικαλιστικού κινήματος και δόθηκε «νέα» και «σύγχρονη» διάσταση σε αυτό που ονομάζεται «κρατικός συνδικαλισμός». Ολοι θυμόμαστε την περίφημη «μικτή οικονομία» του ΠΑΣΟΚ. Στην ουσία επρόκειτο για μια ενιαία οικονομία στα πλαίσια της οποίας και με τη συστηματική στήριξη του κράτους είχαμε και μια σημαντική διεύρυνση των μεσοστρωμάτων. Διεύρυνση που φιλοδοξούσε να εμπεδώσει την κυριαρχία του συστήματος μέσα από την «υποβάθμιση» του ρόλου της εργατικής τάξης. Η οποία σημειωτέον σε όλη αυτή τη διαδρομή υπόστηκε σωρεία αλλαγών, διαιρέσεων και καρατομήσεων. «Υποβάθμιση» που μεταξύ άλλων έδωσε τη δυνατότητα στην άρχουσα τάξη να μπορέσει να εκμεταλλευτεί τους μετανάστες. Οι δύο τάσεις της Αριστεράς στη χώρα μας έχουν ταλαιπωρηθεί πολύ από αυτό το τεράστιο πλέγμα. Η προερχόμενη από την ορθόδοξη ρεβιζιονιστική τάση, στάθηκε απέναντί του από αμήχανα έως και θετικά μιας και αυτό παρέπεμπε σε πλευρές του μπρεζνιεφικού μοντέλου. Η άλλη η προερχόμενη από την «ευρωκομμουνιστική» λεγόμενη σχολή, με βάση την υποτιθέμενη αντικρατικστική αντίληψη που είχε, μπερδεύτηκε ακόμα χειρότερα. Άλλοτε το ευνοούσε γιατί δήθεν μέσω του απλώματος του κράτους γίνονταν πιο «ευάλωτο» στην πάλη της κοινωνίας και άλλοτε πάλι, σέρνονταν στην ουρά των κατά καιρούς προσπαθειών της άρχουσας τάξης, να το κάνει πιο «ευέλικτο» και «προσαρμοστικό».

Είναι γεγονός ότι το πλέγμα αυτό, παρόλο που αποδείχτηκε ιδιαίτερα αποτελεσματικό, εμφάνισε στη πορεία αναντιστοιχίες με επιδιώξεις και βλέψεις μερίδων του κεφαλαίου, ντόπιου και ξένου. Ωστόσο, δεν πρέπει να θεωρούμε ότι η επίθεση του κεφαλαίου στη χώρα έχει σαν προϋπόθεση τη συνολική ανατροπή αυτού του πλέγματος. Δεν πρέπει να θεωρούμε ως στόχο της επίθεσης, το ξεθεμελίωμα αυτού του οικοδομήματος και την αντικατάστασή του από ένα «διευθυντήριο» που απλώς θα έχει ρυθμιστικό ρόλο. Το σύστημα στη χώρα αν έχει πρόβλημα, είναι με πλευρές αυτού του πλαισίου και εκεί επιδιώκει να παρέμβει. Η κατεύθυνση της αντίστασης στην επίθεση του κεφαλαίου, δεν θα πρέπει να εγκλωβιστεί στις τριβές και τις αντιθέσεις που γεννιούνται από τις τάσεις προσαρμογής του όλου οικοδομήματος στις καινούριες απαιτήσεις. Η κατεύθυνση της αντίστασης στην επίθεση, δεν πρέπει να προσαρμοστεί στη γραμμή του ΚΚΕ που στο όνομα της υπεράσπισης του δημόσιου χαρακτήρα, ουσιαστικά κινείται με βάση τη «νοσταλγία» για συστήματα εξουσίας που παραπέμπουν στις χρεοκοπημένες μορφές του «υπαρκτού σοσιαλισμού» στα τελευταία στάδια της αποσύνθεσής του. Αυτή που έχει πρώτιστη ανάγκη να υπερασπίσει τον εαυτό της δηλαδή η εργατική τάξη, οφείλει να μην υποτάσσεται στη διαπραγμάτευση που κάνουν ή θα κάνουν μεσαία στρώματα της πόλης και της υπαίθρου, που πράγματι η θέση τους κλονίζεται. Όσο η εργατική τάξη «κρύβεται» πίσω από τις αντιστάσεις ή «αντιστάσεις» των μεσοστρωμάτων, χάνει παρά κερδίζει σ’ αυτό που κυρίαρχα θα πρέπει να επιδιώξει, την κατάκτηση του ηγεμονικού της ρόλου.

Η πλευρά της επίθεσης που επικεντρώνεται τελευταία σε στρώματα της ευρύτερης υπαλληλίας στη χώρα μας που απασχολούνται σε διάφορους κλάδους, κρατικούς και μη, έχει σαφώς χρωματίσει την περίοδο. Η πλευρά αυτή της επίθεσης, εκδηλώθηκε σχετικά καθυστερημένα, όχι μόνο στη χώρα μας αλλά και πανευρωπαϊκά (βλ. και εξελίξεις στη Γερμανία) σε σχέση με την έκταση και το βάθος της επίθεσης που προηγήθηκε σε βάρος του κορμού της εργατικής τάξης. Αυτή η «διαφορά φάσης», εξυπηρετούσε το σύστημα από τακτική άποψη και του επέτρεπε να μην έχει απέναντι ευρύτερα λαϊκά στρώματα. Αυτή η διαφορά φάσης βέβαια, ήταν και είναι σχετική. Με την έννοια ότι το στρίμωγμα των μικρών και μεσαίων στρωμάτων, μπορεί να έχει τη δική του αυτονομία, ωστόσο, πήγαινε και θα πηγαίνει παράλληλα με την επίθεση σε βάρος της εργατικής τάξης. Θα είναι λάθος να θεωρήσουμε ότι τώρα που «τελείωσε» η επίθεση στην εργατική τάξη, πήραν σειρά οι επόμενοι. Αν επικεντρώσουμε στην «αυτονομία» των τελευταίων επιθετικών κινήσεων του συστήματος σε βάρος αυτών των στρωμάτων (μια ιδιαιτερότητα έχει η επίθεση στην αγροτιά, που επίσης προηγήθηκε), θα είχε μεγάλο ενδιαφέρον να μελετήσουμε τους ιδιαίτερους λόγους και τις ιδιαίτερες στοχεύσεις αυτών των κινήσεων. Όπως επίσης έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον να βλέπουμε τις δυνατότητες αυτών των στρωμάτων να αντιδράσουν με δεδομένη την πολύ άσχημη κατάσταση της εργατικής τάξης. Αν θελήσουμε λοιπόν να περιγράψουμε σύντομα τις προθέσεις του συστήματος, θα λέγαμε κατ’ αρχάς το προφανές. Θέλει να περικόψει μια σειρά δικαιώματα που το ίδιο σε προηγούμενες φάσεις παραχώρησε σε αυτά τα στρώματα (και κάτω από την πίεση της πάλης αλλά και για να τα πάρει με το μέρος του), προκειμένου να διευρύνει τα περιθώρια εκμετάλλευσής τους από το κεφάλαιο, ιδιαίτερα στους νευραλγικούς τομείς της δημόσιας αλλά και ιδιωτικής οικονομίας. Εμείς από την πλευρά μας, σε όλη τη διαδρομή από το ’85 που ξεκίνησαν οι απόπειρες να θιχτούν αυτά τα στρώματα που δεν είχαν στεγανά και άγγιζαν ευρύτερα στρώματα εργαζομένων, υποστηρίξαμε και σταθήκαμε αλληλέγγυοι στις όποιες αντιστάσεις τους. Αν το πράξαμε και το πράττουμε, δεν το κάνουμε επειδή θεωρούμε την οργάνωσή μας εν δυνάμει πολιτικό εκφραστή τέτοιων στρωμάτων. Αλλά εξετάζοντας τα ζητήματα από τη σκοπιά της εργατικής τάξης, «σαν» να ήταν αυτή η τάξη συγκροτημένη, «σαν» να είμαστε εκφραστές αυτής της εργατικής τάξης και από τη σκοπιά της διαμόρφωσης των συμμαχιών της με άλλα στρώματα. Ήμασταν και είμαστε υπέρ των αντιστάσεων, των τραπεζοϋπαλλήλων, των καθηγητών, των εργαζομένων στα νοσοκομεία, στις συγκοινωνίες κ.λπ., όχι μόνο γιατί έχουμε στις γραμμές μας αγωνιστές από αυτούς τους χώρους. Θα το κάναμε ακόμα κι αν δεν είχαμε ερείσματα. Πρέπει όμως αυτή μας η στάση να ξεκαθαρίζεται ότι γίνεται από τη σκοπιά των συμφερόντων και των δικαιωμάτων της εργατικής τάξης. Μπορεί βέβαια αν κάνουμε τον απολογισμό μας, να «φανεί» ότι σε ορισμένες περιπτώσεις, λόγω μικρών δυνάμεων, λόγω απειρίας, λόγω της διάθεσής μας να υπάρξει αγωνιστικό κλίμα, «υποκύψαμε» στις πιέσεις των στρωμάτων αυτών. Να «φανεί» ότι δεν υπερασπιστήκαμε μόνο δικαιώματα και καταχτήσεις που η εργατική τάξη είτε θεωρούσε δικά της, είτε σε θέση να διασφαλίσει για ευρύτερα λαϊκά στρώματα στην προοπτική μιας άλλης κοινωνίας. Να «φανεί» ότι «υπερασπιστήκαμε» και «προνόμια» που παζάρευαν κάποια στρώματα με την εξουσία, προκειμένου να αναπαραχθούν εντός συστήματος και σε βάρος άλλων κομματιών εργαζομένων, ή και της εργατικής τάξης, η οποία θα έπρεπε να θυσιαστεί ακόμα μια φορά. Ωστόσο, δεν θεωρούμε ότι το γενικό μας χαρακτηριστικό ήταν να υποκύπτουμε στο «θόρυβο» των μικρών και μεσαίων στρωμάτων. Δεν θεωρούμε ότι «υποκύψαμε» στη γραμμή των ρεφορμιστών που γαντζώνονταν από τέτοια στρώματα, που βλέποντας να χάνεται το έδαφος κάτω από τα πόδια τους, αντιδρούσαν στο «όνομα του λαού», κρύβοντας τους πραγματικούς λόγους και τις πραγματικές τους επιδιώξεις. Η χάραξη στόχων δεν είναι μια μονόδρομη και ευθύγραμμη διαδικασία που καθορίζεται από κάποιο συνταγολόγιο. Αν κάτι επιδιώκαμε μόνιμα στις προσπάθειες που κάναμε στους χώρους των εργαζομένων ήταν η υπεράσπιση και η διεύρυνση δικαιωμάτων και καταχτήσεων που πρώτη από όλους επέβαλλε η εργατική τάξη και το ταξικό της κίνημα στη διαδρομή του μισού του προηγούμενου αιώνα. Αντιδράσαμε από κοινού με τα λαϊκά στρώματα, προκειμένου αποφευχθεί η επιδείνωση ενός αρνητικού συσχετισμού που έφερνε πιο πίσω την ίδια την εργατική τάξη. Γιατί εκτιμούσαμε ότι οι αγωνιστές και πρωτοπόροι εργάτες έπρεπε να κάνουν ό,τι περνάει από το χέρι τους ώστε να μπαίνουν οι βάσεις της συμμαχίας στην προοπτική ενός ευρύτερου μετώπου αντίστασης. Διότι η «εξίσωση προς τα κάτω», πολλές φορές αντί να δημιουργεί τη βάση της συμμαχίας όπως αυταπατώνται κάποιοι, φτιάχνει πρόσφορο έδαφος για λύσεις ατομικής σωτηρίας που είναι ο σπόρος για να θεριέψει η πολιτική του συστήματος «διαίρει και βασίλευε». Η εργατική τάξη, ακόμα και συγκροτημένη και χειραφετημένη, κλήθηκε πολλές φορές στην Ιστορία να «πληρώσει» όχι μόνο «τις αμαρτίες» του καθεαυτού εχθρού της αλλά και τις υποχρεώσεις της απέναντι στις κοινωνικές συμμαχίες που έκανε. Και αυτό εκφράζονταν ακόμα και σε κορυφαίες στιγμές της ταξικής πάλης και πριν την κατάληψη της εξουσίας από την εργατική τάξη αλλά και μετά στις μεταβατικές κοινωνίες. Ο κομμουνιστής έχει υποχρέωση να λειτουργεί με πλήρη συνείδηση του ρόλου της τάξης που θέλει να υπηρετήσει. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι πρέπει να συμπεριφέρεται ανυπόμονα. Πρέπει να συνδυάζει την προσήλωση στην προοπτική με τη χάραξη μιας γραμμής που δεν θα απομονώνει την εργατική τάξη, που δεν θα την οδηγεί σε μοναχικούς δρόμους.

Αν επίσης συνυπολογίσουμε τις μέχρι τώρα μειωμένες αντιστάσεις της εργατικής τάξης, μαζί με το χάλι της επίσημης Αριστεράς, μπορούμε να καταλάβουμε γιατί εδώ και δύο χρόνια ιδιαίτερα, και με αφορμή τη δημιουργία της ΤΑΞΙΚΗΣ ΠΟΡΕΙΑΣ, έχουμε αναδείξει στην πρώτη γραμμή την προσπάθειά μας να ξεκινήσουμε επίμονα μια πορεία σύνδεσης με κομμάτια της εργατικής τάξης και των εργαζομένων μέσα από κάθε πρόσφορη μορφή και κανάλι που μπορούμε να αξιοποιήσουμε και «μόνοι» μας και σε συντονισμό (όπου είναι δυνατόν) με άλλες ανάλογες προσπάθειες. (Αν και στο δεύτερο τα πράγματα δεν είναι καθόλου ρόδινα.). Υπάρχει βέβαια απολογιστικά το ζήτημα τι κάναμε μέχρι τώρα! Έχει τη σημασία του να το δούμε! Ωστόσο, καθοριστικότερο είναι τι κάνουμε από δω και πέρα. Και αυτά που «πρέπει» δεν εξαντλούνται σε «ένα μοναδικό». Είναι συνδυασμός πολλών πλευρών της δράσης μας. Ωστόσο, εκεί που θα κριθούμε, είναι στο να καταφέρουμε ΑΜΕΣΑ να έρθουμε δίπλα (μαζί και μόνιμα) με αγωνιστές που προέρχονται μέσα από τα σπλάχνα της εργατικής τάξης και των εργαζομένων. Αγωνιστές που έχουν αναδειχθεί, ή και που θα αναδειχθούν μέσα και από τις δικές μας προσπάθειες να οικοδομηθούν αντιστάσεις. ΕΙΝΑΙ ΕΠΕΙΓΟΝ και ταυτόχρονα δύσκολο και μέχρι στιγμής δεν έχουμε αναδείξει τις δυνατότητες που πρέπει να έχουμε για να το πετύχουμε.

Στη φάση που είμαστε και με τις δυνατότητες που έχουμε αναπτύξει, δεν είμαστε σε θέση να πετύχουμε το στόχο μας ακολουθώντας ΜΙΑ μόνο οδό. Η οδός αυτή θα ήταν πιο προφανής και σίγουρα αποτελεσματική, αν είχαμε στις γραμμές μας περισσότερους αγωνιστές με το ανάλογο φορτίο και εμπειρία, που να είναι ριζωμένοι μέσα σε χώρους δουλειάς της εργατικής τάξης και των εργαζομένων. Αυτή η μαγιά θα μπορούσε να ηγηθεί, να συμμετάσχει στις απόπειρες και προσπάθειες αντίστασης μέσα στους χώρους δουλειάς σε απ’ ευθείας σύγκρουση με την εργοδοσία και πάνω σε στόχους που έχουν αναδειχθεί από την άγρια επίθεση, θα ήταν σε θέση να επεξεργαστεί καλύτερα τους στόχους αυτούς. Αυτή η μαγιά θα μπορούσε να απεγκλωβίσει μέσα από την ενότητα και πάλη άλλους αγωνιστές από την επιρροή του ρεφορμισμού, άλλους αγωνιστές από την επιρροή διαλυτικών απόψεων που κυκλοφορούν σε άλλους ριζοσπαστικούς χώρους. Έχουμε όμως και ένα ακόμη πρόβλημα! Ενώ λοιπόν «κάτι έχουμε», «κάτι έχουμε οικοδομήσει» αν όχι μέσα σε τμήματα της εργατικής τάξης, και στους μετανάστες, αλλά σε χώρους εργαζομένων, δεν το αξιοποιούμε, δεν το στηρίζουμε όσο πρέπει. Βέβαια αυτή η μαγιά δεν θα συσσωρευτεί μόνο επειδή θα εκτιμήσει τους πρωτοπόρους για τη συμμετοχή τους στους αγώνες και στις συγκρούσεις για την αδιάλλακτη στάση τους. Αλλά και στη βάση της ιδεολογικής-πολιτικής συγκρότησης αυτών των πρωτοπόρων που επωμίζονται την ευθύνη να «μαζέψουν» τη μαγιά.

Γι’ αυτό δεν πρέπει να υποτιμάμε δύο πράγματα. Πρώτον, το πλησίασμα της εργατικής τάξης και των εργαζομένων, όχι μόνο απ’ τα «μέσα» εκεί που δουλεύουν, αλλά και απ’ τα «έξω», εκεί που ζουν, στις γειτονιές, στις συνοικίες. Δεύτερον, την ανάγκη που έχουμε να γίνουμε πιο τολμηροί στην προβολή, επεξεργασία και στήριξη της προοπτικής της εργατικής τάξης.

Δεν πρόκειται διαφορετικά να χτιστεί και να τσιμενταριστεί η πρωτοπόρα μαγιά, αν δεν δέσει και πάνω σε ζητήματα προοπτικής. Και δικής της και της τάξης στην οποία αναφέρεται και απ’ την οποία προέρχεται.

> Αναφέραμε όμως, ότι το σύστημα προκειμένου να πλήξει τη λαϊκή πάλη και να την καταστήσει ανώδυνη, ακόμα και όταν αναγκαστικά ξεσπάει, επικεντρώνει τα χτυπήματά του εκτός από την εργατική τάξη και στη νεολαία. Το σύστημα έχει μεγάλη ανάγκη τη νεολαία. Και στο τμήμα της που προορίζεται να ενταχθεί στην οικονομική βάση, αλλά και στο τμήμα της που προορίζεται να ενταχθεί και να υπηρετήσει το εποικοδόμημα.

Στις καπιταλιστικές κοινωνίες γενικότερα, αλλά και στη δικιά μας, και στα πλαίσια της ταξικής πάλης που διεξαγόταν και διεξάγεται, γινόταν ένας σκληρός αγώνας ιδεολογικός και πολιτικός για το ποιος θα «κερδίσει» τη νεολαία. Το επαναστατικό κίνημα, το λαϊκό κίνημα ιδιαίτερα στη χώρα μας, οφείλει πολλά στη νεολαία η οποία σε διάφορες φάσεις πρωτοστάτησε, πυροδότησε αγώνες. Υπήρξαν εποχές και σχετικά πρόσφατες, που το μεγαλύτερο κομμάτι της νεολαίας, κυρίως αυτό που προοριζόταν να επανδρώσει τη διανόηση, τέθηκε στην υπηρεσία του κινήματος. Ενώ και οι νέοι εργάτες και εργαζόμενοι έχουν ταχθεί πολλές φορές στο πλευρό της επανάστασης, έχουν υπηρετήσει το μεγάλο όραμα μιας άλλης κοινωνίας. Σήμερα, και για να είμαστε πιο ακριβείς, από τα τέλη της δεκαετίας του ’80, φαίνεται ότι το σύστημα στη χώρα μας αξιοποιώντας τις δυνατότητες που του προσφέρονται από τις εξελίξεις του ’90 και τη φαινομενική παντοδυναμία των ΗΠΑ, έχει κερδίσει το στοίχημα της νεολαίας σε βάρος της επανάστασης. Διάφορε πλευρές μάλιστα, ακόμα και από την Αριστερά, έχουν φτάσει να απλοποιήσουν αυτήν την κατάσταση και να θεωρούν ότι το στοίχημα κερδήθηκε από το σύστημα στρατηγικά και ότι η νεολαία στην πλειοψηφία της είναι μια κοινωνική κατηγορία που στηρίζει το σύστημα και ενδιαφέρεται πρωτίστως για την ομαλή και απρόσκοπτη αναπαραγωγή του. «Εξαιρούνται» βέβαια, ορισμένα τμήματά της, που αποκαλούνται απολίτικα σαν «άγρια νεολαία» την οποία όμως, μέσα από άλλες «ερμηνείες» τη θεωρούν επίσης ανίκανη να ενταχθεί στο επαναστατικό κίνημα.

Εμείς, σ’ αυτή τη συζήτηση αν κάτι θέλουμε να πούμε, μιας και το ζήτημα αυτό μας απασχολεί κατ’ επανάληψη αυτό τον καιρό, είναι ότι για να βλέπουμε τι κάνουμε, πως το κάνουμε και με ποιους στόχους, για να είναι αποτελεσματικό πρέπει να αντιμετωπίσουμε το ζήτημα κατάφατσα με μια οπτική που δεν είναι μεν «συνταγή», αλλά νοοτροπία. Δηλαδή, πρέπει να δούμε ότι οι όροι της ανατροπής αυτής της πραγματικότητας (εμείς πιστεύουμε ότι μπορεί να ανατραπεί) βρίσκονται μέσα στους όρους που σταδιακά το σύστημα κατάφερε να καθυποτάξει τη νεολαία. Αποτελεί δουλειά και επεξεργασία συλλογική και ουσιαστική, με βοήθεια από την καθοδήγηση, να σκύψουμε και να μελετήσουμε που πάτησε, τι εκμεταλλεύτηκε, τι βοήθειες πήρε το σύστημα στη χώρα για να πετύχει αυτή τη νίκη, που μπορεί να είναι προσωρινή, αλλά άμεσα έχει πολλές αρνητικές επιπτώσεις όχι μόνο σε μας. Δεν πρέπει να θεωρούμε ότι αν αντιμετωπίσουμε έτσι το ζήτημα «αποδεχόμαστε» την επιτυχία του συστήματος. Ούτε βέβαια να πιστέψουμε ότι μια τέτοια προσέγγιση, που ήδη έχει ξεκινήσει, είναι μια «μελέτη εργαστηρίου» την οποία θα «περιμένουμε» για να δράσουμε. Θα πρέπει να συνοδεύεται από τις επίμονες προσπάθειες των μελών και στελεχών της σπουδάζουσας να διευρυνθούν τα ερείσματά μας στο χώρο και κατ’ αρχήν στα ΑΕΙ και ΤΕΙ. Προσπάθειες που πρέπει να στηρίζονται από την οργάνωση, η οποία μέσα από τη συνολική της λειτουργία, αλλά και με ιδιαίτερες μορφές (συσκέψεις, ημερίδες κ.λπ.) οφείλει μόνιμα να εξοπλίζει τους συντρόφους μας ιδεολογικά και πολιτικά.

Ένα άλλο επίσης κεφάλαιο είναι η δουλειά στους μαθητές και τμήματα νεολαίας που βρίσκονται «ξεπεταγμένα» από το εκπαιδευτικό εποικοδόμημα, λίγο πριν ή μόλις ενταγμένα στην παραγωγή. Και είναι άλλο, γιατί η σημερινή Οργάνωση Σπουδάζουσας με τις όποιες δυνάμεις έχει στη Θεσσαλονίκη και τις σοβαρές αδυναμίες που έχει στην Αθήνα, δεν μπορεί να ανταπεξέλθει και σ’ αυτά τα βάρη. Αυτή είναι μια υπόθεση που πέφτει στις πλάτες των Οργανώσεων Συνοικίας και Επαρχίας. Και όσο βοηθήσουν οι εκπαιδευτικοί του Κόμματος.

Τέλος, για μια ακόμη φορά, θα πάρουμε ως Π.Γ. τις ευθύνες μας για την καθυστέρηση της Συνδιάσκεψης. Και αυτές αφορούν τους ρυθμούς που έχουμε ως καθοδήγηση. Ελπίζουμε τουλάχιστον αυτή η καθυστέρηση να έχει ένα καλό. Να μας δώσει περισσότερο χρόνο για να συζητήσουμε, να εντοπίσουμε τα προβλήματα για να δώσουμε τις λύσεις που χρειάζονται. Να δώσει περισσότερο χρόνο στους συντρόφους και φίλους της οργάνωσης να ετοιμάσουν τις παρεμβάσεις τους μέσα από το διάλογο στην εφημερίδα που θα ανοίξει άμεσα!

Ας ελπίσουμε ότι αυτή η καθυστέρηση θα μας δώσει και την ευκαιρία να κάνουμε πιο αποτελεσματικά τη μαζική οικονομική μας δουλειά.

 

ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ
Κατηγορίες
Βιβλιοπωλείο-Καφέ

Γραβιάς 10-12 - Εξάρχεια
Τηλ. 210-3303348
E-mail: books@ektostonteixon.org

 
ΒΙΝΤΕΟ