09 ΙΟΥΛΗ 2017

ΗΠΑ vs Β. Κορέα: Το τέλος της «στρατηγικής υπομονής» και οι κίνδυνοι πολέμου

Πληθαίνουν τα στρατιωτικά γυμνάσια και οι ασκήσεις στη Θάλασσα της Ιαπωνίας, το τελευταίο διάστημα. Το μεγαλύτερο μέρος της αεροναυτικής δύναμης των ΗΠΑ, που εποπτεύει τον Ειρηνικό, μαζί με ιαπωνικά στρατεύματα (και σε κάποιες περιπτώσεις με βρετανικά και γαλλικά), κάνουν επίδειξη δύναμης με προφανή στόχο τη Β. Κορέα, αλλά ουσιαστικά απευθύνονται προς το Πεκίνο. Ωστόσο, κάποια πράγματα δεν πήγαν καλά σε αυτά τα πολεμικά γυμνάσια. Η ίδια η Διοίκηση Πυραυλικής Άμυνας των ΗΠΑ ανακοίνωσε την αποτυχία της προσομοίωσης αναχαίτισης βαλλιστικού βλήματος κατηγορίας του βορειοκορεατικού Hwasong-12 ή του ανάλογου ιρανικού al Shahab. Ο προβληματισμός, που συνόδευσε αυτή την αποτυχία, έχει ιδιαίτερη σημασία στο βαθμό που σε στρατηγικό επίπεδο η αντιβαλλιστική ασπίδα του ναυτικού των ΗΠΑ είναι θεμελιώδες στοιχείο της αποτρεπτικής του ικανότητας. Τα γυμνάσια αυτά ακολουθούν τις τρεις δοκιμές βαλλιστικών πυραύλων της Πιονγκγιάνγκ σε ισάριθμες εβδομάδες. Μάλιστα, ο τελευταίος έπεσε στα διεθνή ύδατα στη Θάλασσα της Ιαπωνίας αλλά εντός της ιαπωνικής ΑΟΖ. Η Πιονγκγιάνγκ διεμήνυσε ότι θα συνεχίσει αυτές τις δοκιμές μέχρι να ολοκληρωθεί το πρόγραμμά της.

Η νέα όξυνση μεταξύ ΗΠΑ και Β. Κορέας έχει ακόμη μία αφορμή. Τον θάνατο του φοιτητή Ότο Γουόρμπιερ, ο οποίος είχε επισκεφθεί τη Β. Κορέα ως μέρος ενός εκπαιδευτικού ταξιδιού στην Κίνα και τη Β. Κορέα. Συνελήφθη, γιατί έκλεψε μια κυβερνητική αφίσα, καταδικάστηκε και οδηγήθηκε στις φυλακές τον Γενάρη του 2016. Δύο μήνες μετά, πέφτει σε κώμα, στο οποίο παρέμεινε επί ένα χρόνο. Οι αμερικανικές αρχές είχαν ενημερωθεί και είχε ξεκινήσει μια προσπάθεια απελευθέρωσης του νεαρού για ανθρωπιστικούς λόγους. Αυτό έγινε στις 13 Ιουνίου αλλά ο φοιτητής πέθανε. Ωστόσο, ανεξάρτητα από αυτό το γεγονός, η μόνιμη ένταση στη κορεατική χερσόνησο (από το 1953 και μετά) αφορά βαθύτερα και πιο σύνθετα αίτια.

Μόνιμα στο στόχαστρο, τις τελευταίες δεκαετίες, βρίσκεται το πυρηνικό πρόγραμμα της Β. Κορέας, για το οποίο οι ΗΠΑ θεωρούν (καθόλου αβάσιμα) ότι πίσω του βρίσκεται η Κίνα. Πρόσφατα, ο υπουργός άμυνας των ΗΠΑ Μάτις «συμβούλεψε» το Πεκίνο να θεωρεί τη Β. Κορέα «στρατηγικό μειονέκτημα» και όχι έναν «πόρο», εννοώντας πως δεν πρέπει να αθροίζει το μελλοντικό της οπλοστάσιό στο δικό της. Αν και τα πράγματα δείχνουν να κινούνται σε διπλωματικό επίπεδο (το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ επέβαλε νέες κυρώσεις στην Πιονγκγιάνγκ), οι δηλώσεις Τραμπ (όπως και των βασικών επιτελών του), με αφορμή την πρόσφατη επίσκεψη του νεοεκλεγέντα νοτιοκορεάτη προέδρου Μουν Τζέι-ιν στην Ουάσιγκτον, κινούνται σε άλλη κατεύθυνση.

Λέγεται πως η αλλαγή ηγεσίας στη Ν. Κορέα, τον περασμένο μήνα, περιπλέκει τις επιλογές της κυβέρνησης Τραμπ, αλλάζοντας κάποια δεδομένα. Οι απόψεις του Μουν για τη Β. Κορέα είναι πιο κοντά σε αυτές του Πεκίνου παρά της Ουάσινγκτον. Πιστεύει στην πλήρη αποπυρηνικοποίηση της κορεατικής χερσονήσου και στην επανέναρξη της οικονομικής συνεργασίας με την Πιονγκγιάνγκ. Πρόκειται για δύο θέσεις που είναι δημοφιλείς στο Πεκίνο αλλά όχι στην Ουάσινγκτον. Είναι απίθανο ο Μουν να έπεισε τον Τραμπ σε αυτή τη συνάντησή τους ώστε να δει τα πράγματα με τη δική του λογική. Η δήλωση Τραμπ, ότι «Η στρατηγική υπομονή με το καθεστώς της Βόρειας Κορέας έχει αποτύχει» και ότι πρέπει «να δοθεί μια αποφασιστική απάντηση», περιγράφει την ανάληψη του «ρίσκου» ενός προληπτικού χτυπήματος, με δεδομένο τον κίνδυνο να υπάρξουν τεράστια αντίποινα σε βάρος της Ν. Κορέας.

Ο Τραμπ και οι ανώτατοι σύμβουλοί του επίμονα επανέρχονται στην απειλή ότι οι ΗΠΑ δεν θα επιτρέψουν ποτέ στη Β. Κορέα να αναπτύξει έναν διηπειρωτικό πυρηνικό πύραυλο που θα μπορούσε να απειλήσει τις ΗΠΑ. Μάλιστα, οι ΗΠΑ είναι έτοιμες να χρησιμοποιήσουν και στρατιωτικά μέσα για τον σκοπό αυτό, ακόμα και αν οι συνέπειες θα ήταν τρομακτικές. Ως πρόφαση και πιθανό έναυσμα μιας τέτοιας εξέλιξης αναφέρεται το γεγονός πως η Ουάσιγκτον είναι πεπεισμένη ότι η πίεση από την Κίνα προς τη Β. Κορέα έχει αποτύχει να δώσει αποτέλεσμα. Από τη δήλωση του Τραμπ τον περασμένο Απρίλιο, «Ελπίζω η Κίνα να λύσει το πρόβλημα. Αλλά αν δεν το κάνει η Κίνα, θα το λύσουμε εμείς», φτάσαμε, πριν λίγες μέρες στην εξής: «Αν και εκτιμώ πολύ τις προσπάθειες του πρόεδρου Σι και της Κίνας να βοηθήσουν με τη Β. Κορέα, αυτές δεν έχουν αποδώσει».
Πρόσφατα και στο παραπάνω πλαίσιο, είχαμε μια αρκετά περίεργη δήλωση – πρόβλεψη του υπουργού Άμυνας των ΗΠΑ, Μάτις. Ότι δηλαδή, η όλη κατάσταση θα μπορούσε να οδηγήσει «σε έναν πόλεμο πιο σοβαρό […] από οτιδήποτε έχουμε δει από το 1953 […] που θα περιλαμβάνει τον μαζικό βομβαρδισμό της πρωτεύουσας ενός συμμάχου»! Οι πρόεδροι Κλίντον, Μπους και Ομπάμα είχαν όλοι καταλήξει στο ότι ο κίνδυνος της καταστροφής της Σεούλ – μιας πόλης 10 εκατομμυρίων ανθρώπων – απέκλειε ένα χτύπημα κατά της Β. Κορέας. Ο Τραμπ και το επιτελείο του δείχνουν ότι θα μπορούσαν να καταλήξουν σε ένα διαφορετικό συμπέρασμα.
Ως ευνοϊκή συγκυρία αναφέρεται η προοδευτική αλλαγή θέσης της Ρωσίας. Το υποστήριξε ο υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ Τίλερσον, κατά τη διάρκεια μιας ακρόασης στην Επιτροπή Εξωτερικών Υποθέσεων της Βουλής των Αντιπροσώπων. Εκτίμησε ότι σήμερα η Ρωσία σταδιακά αλλάζει θέση λέγοντας ότι: «[…] η Ρωσία εξελίσσει τη θέση της για τη Β. Κορέα. Επιδιώκουμε μεγαλύτερη υποστήριξη από αυτήν».

Αναμφίβολα για τις ΗΠΑ, το ουσιαστικό πρόβλημα και η βαθύτερη αιτία όλων των εντάσεων στη περιοχή είναι η Κίνα. Μπορεί στο διπλωματικό επίπεδο να δείχνει ότι επιδιώκει τη συνεργασία της Κίνας για να…συνετιστεί δήθεν η Β. Κορέα, ταυτόχρονα ωστόσο εναντιώνεται σε κινήσεις του Πεκίνου στη Νότια Σινική Θάλασσα: «Εναντιωνόμαστε στην στρατιωτικοποίηση τεχνητών νησιών» αλλά και στην διατύπωση «υπερβολικών διεκδικήσεων περί εθνικής κυριαρχίας και σε εξαναγκαστικές αλλαγές του status quo» ανέφερε ο Μάτις. Ταυτόχρονα, και σε βάθος χρόνου, τίθενται σοβαρότερα ζητήματα, που αφορούν τις διμερείς σχέσεις.

Η κυβέρνηση Τραμπ μπορεί να δεσμεύεται σήμερα στην πολιτική της «ενιαίας Κίνας», ωστόσο επανεξετάζει την πολιτική της έναντι του Πεκίνου συνολικά, εφαρμόζοντας ταυτόχρονα όλες τις δεσμεύσεις έναντι της Ταϊβάν. Και όπως είπε ο αμερικανός ΥΠΕΞ Τίλερσον, «Το ζήτημα είναι, πόσο βιώσιμη είναι η πολιτική της «Ενιαίας Κίνας» για τα επόμενα χρόνια; […] Αυτό είναι το είδος των συζητήσεων που κάνουμε. Είναι εξαιρετικά περίπλοκες από πολλές απόψεις».

Μέσα σε όλα αυτά προβάλει η Ιαπωνία με τις δικές της φιλοδοξίες. Εκτός της αξιοποίησης της συμμαχίας με τις ΗΠΑ για την ανάσχεση της Β. Κορέας, θέλει επίσης η συμμαχία αυτή να επηρεάσει τις εξελίξεις και σε άλλες περιοχές της Ασίας, όπως η Νότια Σινική Θάλασσα. Αυτά ανέφερε η υπουργός Άμυνας της Ιαπωνίας Τομόμι Ινάντα, κατά τη διάρκεια μιας συνόδου για την περιφερειακή ασφάλεια στη Σιγκαπούρη. Θέλει εμβάθυνση της συμμαχίας

και τάσσεται υπέρ της χρήσης όλων των επιλογών που έχουν στη διάθεσή τους οι ΗΠΑ για την αντιμετώπιση της Β. Κορέας, συμπεριλαμβανομένων ακόμη και στρατιωτικών πληγμάτων: «Οι Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής κάνουν σαφές τόσο με λόγια όσο και με πράξεις ότι όλες οι επιλογές βρίσκονται στο τραπέζι. Υποστηρίζω σθεναρά τη θέση των ΗΠΑ» υπογράμμισε η Ινάντα.

Πάντως, στο εσωτερικό των ΗΠΑ τα πράγματα δεν φαίνονται να είναι και τόσο ομογενοποιημένα στην πιθανή αντιμετώπιση της Β. Κορέας. Από πολλούς αξιωματούχους προβάλλονται διάφορες εκδοχές. Από το ότι η κυβέρνηση Τραμπ μπλοφάρει και ότι δεν θα επιτεθεί ποτέ στη Β. Κορέα, μέχρι πως υπάρχει πραγματική πιθανότητα ο Τραμπ να επιλέξει περιορισμένη στρατιωτική δράση. Υπάρχουν και εκτιμήσεις ότι ο Τραμπ θα έδινε πραγματικά την έγκριση για μια γενικευμένη επίθεση στη Β. Κορέα! Σε ότι αφορά αυτά τα επιθετικά σκεπτικά, δεν αφορούν απλά τον Τραμπ αλλά φαίνεται να είναι αρκετά διαδεδομένα στους κύκλους των Συντηρητικών. Ως παράδειγμα αναφέρεται ο Γερουσιαστής Γκράχαμ (θεωρείται η φωνή της λογικής στο Ρεπουμπλικανικό κόμμα), ο οποίος έχει επανειλημμένα δηλώσει ότι οι ΗΠΑ δεν μπορούν να ανεχθούν την πυρηνική απειλή της Β. Κορέας. Έχει υποστηρίξει πως «ένας πόλεμος με τη Β. Κορέα, όσο κακός και να ήταν για την κορεατική χερσόνησο […] δεν θα ήταν ικανός να πλήξει την Αμερική» (;)!
Έχουμε πολλά δείγματα μιας νέας κλιμάκωσης και δεν είναι εύκολο να προβλεφτούν τα πεδία διοχέτευσής της. Το γεγονός πως ολοένα και πιο συχνά μιλούν (οι ΗΠΑ) για στρατιωτικά μέσα, υπογραμμίζει ένα πράγμα: ότι τα όρια και οι λεπτές ισορροπίες δοκιμάζονται σε τέτοιο βαθμό, που το «ατύχημα» μοιάζει σχεδόν προδιαγεγραμμένο. Η κορεατική χερσόνησος συγκεντρώνει όλα εκείνα τα στοιχεία (ιστορικά, στρατηγικά, πολιτικά) που την καθιστούν βασικό πεδίο και ένα σημαντικό κρίκο της ιμπεριαλιστικής αναμέτρησης, με αναφορά σε ολάκερη την περιοχή της ανατολικής και νοτιοανατολικής Ασίας.

Χ.Β.

ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ
Κατηγορίες
Βιβλιοπωλείο-Καφέ

Γραβιάς 10-12 - Εξάρχεια
Τηλ. 210-3303348
E-mail: books@ektostonteixon.org

 
ΒΙΝΤΕΟ