«Εξυγίανση» των ΕΛΤΑ

Μαζικές «εθελούσιες» απολύσεις, λουκέτα και σπάσιμο της συλλογικής σύμβασης

Οι μαζικοί χώροι δουλειάς στο στόχαστρο

Με τροπολογία 83 σελίδων και υπογραφές 9 υπουργών ψήφισε η κυβέρνηση το σχέδιο για τα Ελληνικά Ταχυδρομεία που είχε εδώ και μήνες στο συρτάρι, αναμένοντας τη σχετική έγκριση της ΕΕ. Βασικό περιεχόμενο η μείωση του εργατικού κόστους κι η αλλαγή των εργασιακών σχέσεων, με «στρατηγική κατάληξη», όπως παραδέχτηκε ο Πιερακάκης, την πλήρη ιδιωτικοποίησή τους (η Eurobank ελέγχει ήδη το 10% μέσω της απορρόφησης του Ταχυδρομικού Ταμιευτηρίου το 2013). Έχουν άλλωστε μεταφερθεί στο διαβόητο Υπερταμείο (ΕΕΣΥΠ) διάρκειας 99 ετών που συστήθηκε το 2016. Όχι άδικα, το σχέδιο χαρακτηρίστηκε ότι ακολουθεί το «μοντέλο ΔΕΗ», αναδεικνύοντας τα κοινά του χαρακτηριστικά με τις αλλαγές που επιβλήθηκαν εκεί ένα χρόνο νωρίτερα. Αναδεικνύοντας επίσης ότι η επίθεση σε μια σειρά μαζικών χώρων που διατηρούσαν σχετικά πιο αξιοπρεπείς όρους δουλειάς αποτελεί σημαντικό ζήτημα για την κυβέρνηση και το σύστημα. Ανοίγει το δρόμο για τη χειροτέρευση των όρων με τους οποίους δουλεύουν όχι μόνο οι εργαζόμενοι στους χώρους αυτούς, αλλά και όλοι οι υπόλοιποι, που θ’ ακολουθήσουν τον κατήφορο.

Βασικό κοινό με τη ΔΕΗ είναι η κατάργηση της μονιμότητας, της επιχειρησιακής συλλογικής σύμβασης εργασίας και του γενικού κανονισμού προσωπικού για τους νεοπροσλαμβανόμενους. Για να επιβληθεί ακόμα ταχύτερα η διάλυση της συλλογικής σύμβασης, παράλληλα με την εντατικοποίηση, τουλάχιστον 2.000 από τους 5.500 εργαζόμενους στα ΕΛΤΑ (κάποτε 12.000) θα οδηγηθούν στην έξοδο, με τη μορφή είτε «εθελούσιας» είτε μετακίνησης σε άλλες υπηρεσίες του δημόσιου τομέα με άλλο μισθολόγιο. Επιπλέον, θα κλείσουν τα 2/3 των καταστημάτων. «Παρεμπιπτόντως», στην τροπολογία κρύβεται ένα δώρο για τις ιδιωτικές επιχειρήσεις του κλάδου: ακυρώνεται πρακτικά η υποχρέωση που προβλεπόταν σε νόμο του 2012 αλλά ποτέ δεν εφαρμόστηκε, για πληρωμή προς τα ΕΛΤΑ ενός ποσού δεκάδων εκατομμυρίων ως αποζημίωση για την «καθολική υπηρεσία», δηλαδή την υποχρέωση των ΕΛΤΑ να εξυπηρετούν και το πιο μακρινό σημείο της χώρας.

Ομοιότητες όμως υπάρχουν και με την επίθεση που δέχονται οι εργαζόμενοι στις, πολλαπλά χρηματοδοτημένες, τράπεζες. Το κλείσιμο καταστημάτων «αιτιολογείται» με ψηφιακές μεταρρυθμίσεις, ενώ οι μαζικές «εθελούσιες» επιβάλλονται σ’ ένα εκβιαστικό πλαίσιο, την ίδια ώρα που οι εργολαβίες κι η ενοικίαση εργαζόμενων επεκτείνονται. Χαρακτηριστική είναι η σύγκριση των μεγεθών μεταξύ 31/12/2009 και 31/12/2019: στο τραπεζικό σύστημα έμειναν 1.800 υποκαταστήματα και 37.000 εργαζόμενοι, έναντι 4.200 υποκαταστημάτων και 67.000 εργαζόμενων. Ούτε αυτό όμως αρκεί, αφού μέχρι το τέλος του 2020 πρέπει να έχουν αποχωρήσει μέσω «εθελούσιας» τουλάχιστον 2.000 εργαζόμενοι από ΕΤΕ, Eurobank και Πειραιώς. Καθ’ αυτοί οι όροι και τα «μπόνους» των «εθελούσιων» δεν έχουν καμία σχέση με εκείνα προ δεκαετίας, ούτε καν προ πενταετίας, ενώ δεν περιορίζονται πια στους μεγαλύτερους σε ηλικία, που έτσι κι αλλιώς είναι στο στόχαστρο και λόγω μισθού και λόγω «ευπάθειας», με την πανδημία να τονίζει το τελευταίο. Το βασικό «κίνητρο» δεν είναι η «αυξημένη» αποζημίωση (σε σύγκριση με την αποζημίωση που έτσι κι αλλιώς λαμβάνει όποιος συνταξιοδοτείται), αλλά η πίεση που ασκείται για αποχώρηση, η απειλή χειροτέρευσης των όρων δουλειάς ή ότι το επόμενο πρόγραμμα «εθελούσιας» θα γίνει με ακόμα χειρότερους όρους. Ο βασικός στόχος της εργοδοσίας, ο οποίος δικαιολογεί και την επένδυση σε αυξημένες αποζημιώσεις, είναι η μαζική εκδίωξη εργαζόμενων χωρίς τα «προβλήματα» (ούτε τα όρια) που έχουν οι επίσημες απολύσεις, με σκοπό την ανατροπή των εργασιακών σχέσεων στους εργαζόμενους που μένουν.

Οι εξελίξεις στα ΕΛΤΑ πρέπει να ιδωθούν ως μέρος του πλέγματος της επίθεσης σε μαζικούς χώρους. Εκτός από τη ΔΕΗ και τις τράπεζες, παρόμοια επίθεση δέχτηκαν οι εργαζόμενοι στον ΟΤΕ στα τέλη του 2019 με αφορμή την υπογραφή νέας ΕΣΣΕ, αλλά και οι εργαζόμενοι στη ΛΑΡΚΟ με πολύ μεγαλύτερη ένταση. Αν η αναδιάρθρωση του εκάστοτε κλάδου είναι η μια δύναμη που προωθεί κι επιταχύνει την επίθεση, ο αρνητικός ταξικός συσχετισμός αποτελεί το βασικό καύσιμο για το σύστημα και τις κυβερνήσεις του. Γι’ αυτό και στο επίκεντρο βρίσκονται πάντα οι όροι δουλειάς. Ταυτόχρονα, συνέπειες υπάρχουν και για το λαό, όπως αποδεικνύει ως πρόσφατο παράδειγμα η αύξηση κατά 8,6% στην τιμή του ρεύματος για τα νοικοκυριά, από το δεύτερο εξάμηνο του 2019 στο πρώτο εξάμηνο του 2020. Η προπαγάνδα περί «μείωσης τιμών για τον καταναλωτή» είναι ξεκάθαρα η κυβερνητική επιχείρηση συγκάλυψης της επίθεσης στα εργασιακά δικαιώματα, με σκοπό την απομόνωση των εργαζόμενων που στοχοποιούνται κάθε φορά. Είναι βέβαιο ότι παρόμοια προπαγάνδα θα χρησιμοποιηθεί και για τους επόμενους κλάδους που θα βρεθούν στο στόχαστρο. Και οι εργαζόμενοι πρέπει με τους αγώνες τους να την αποδομήσουν πλατιά στα μάτια του βασικού τους συμμάχου, του λαού και των υπόλοιπων εργαζόμενων.

Οι εργαζόμενοι όμως θα χρειαστεί να ξεπεράσουν και την υποταγμένη στάση των συνδικαλιστικών τους ηγεσιών. Η ανακοίνωση της Ομοσπονδίας Ταχυδρομικών (ΠΟΣΤ), που ελέγχεται με απόλυτη πλειοψηφία από την ΠΑΣΚΕ, κάνει λόγο για «αντιστροφή της πορείας της εταιρείας προς την πτώχευση» και «θετικές και επιδιωκόμενες για πολλά χρόνια» ανατροπές. Δηλώνει ως πάγια απαίτηση (!) τις «εθελούσιες» και χειροκροτεί τον εαυτό της που υπέγραψε στο τέλος Νοέμβρη, με άλλοθι την υποτιθέμενη χρηματοδότηση και διάσωση της εταιρίας, μειώσεις 8% στα μισθολογικά κλιμάκια, πρόσθετα στις προηγούμενες μειώσεις κατά 13%. Τέτοιοι εργατοπατέρες όχι μόνο δεν πρόκειται να προχωρήσουν σε κινητοποιήσεις, όπως λένε για τα μάτια του κόσμου, αλλά έχουν από καιρό στρώσει το έδαφος για να σαρώσει η κυβέρνηση ό,τι έχει απομείνει από εργασιακά δικαιώματα. Οι εργαζόμενοι έχουν να ελπίζουν μόνο στο δικό τους, αποφασιστικό, αγώνα αντίστασης στην επίθεση του συστήματος και υπεράσπισης των εργασιακών δικαιωμάτων –των δικών τους και όλων των εργαζόμενων.