Θυσία οι χαμηλόμισθοι και ο κατώτατος μισθός

Όλο και συχνότερα περιστρέφεται η συζήτηση στο δημόσιο διάλογο σχετικά με το ύψος του κατώτατου μισθού, μετά και το επ’ αόριστο πάγωμα στα όποια ψίχουλα θα δίνονταν ως αύξηση τον περασμένο Μάρτη. Αποτελεί ζήτημα σπουδαίας σημασίας για το σύστημα, ιδιαίτερα σε περιόδους κρίσης που μετατρέπονται σε ευκαιρίες για περαιτέρω συμπίεση των μισθών και αρπαγή ακόμη μεγαλύτερης υπεραξίας.

Ως μεγάλη ευκαιρία ξεδιπλώματος της αντεργατικής επίθεσης είδε το σύστημα και την τρέχουσα κρίση, που σαν αποτέλεσμα, πέρα από τον άμεσο υγειονομικό κίνδυνο, έχει και το χτύπημα στα εργασιακά και συνδικαλιστικά δικαιώματα των εργαζομένων. Είναι φανερό πως τα σπασμένα τα πληρώνει και πάλι ο λαός, με τους χαμηλόμισθους να έχουν επωμιστεί όλο το βάρος. Αυτό επιβεβαιώνεται και από την έκθεση της Διεθνούς Οργάνωσης Εργασίας (ILO) που κατατάσσει την Ελλάδα στην πέμπτη θέση ανάμεσα στις χώρες της Ευρώπης σχετικά με τις μισθολογικές μειώσεις στον καιρό της πανδημίας, με συνολικές απώλειες κοντά στο 9,6%. Όπως ομολογεί και η έρευνα, αυτοί που κυρίως πλήττονται είναι οι χαμηλόμισθοι και οι ανειδίκευτοι εργαζόμενοι, κάτι που αποδεικνύει ότι το χάσμα των ανισοτήτων μεγαλώνει σε περιόδους κρίσεων.

Και σαν να μην έφταναν το χτύπημα στο οχτάωρο, η καθιέρωση της εκ περιτροπής εργασίας και η ακόμα πιο επικίνδυνη αύξηση της ανεργίας, μπαίνει και το ζήτημα του κατώτατου μισθού. Ζήτημα το οποίο όχι μόνο δεν έχει κλείσει, αλλά εξετάζεται και μια ενδεχόμενη μείωση ή/και θέσπιση υποκατώτατου και υπερκατώτατου μισθού, υπενθυμίζοντας ότι τα μνημόνια ουσιαστικά δεν έφυγαν ποτέ.

Η κυβέρνηση έχει δείξει τις προθέσεις της ήδη και δεσμεύεται για επιπλέον πετσοκομμένους μισθούς. Πολύ πρόσφατη είναι η θεσμοθέτηση του κατώτατου μισθού για τα προγράμματα των μακροχρόνιων ανέργων στο αστρονομικό ποσό των 200€. Ακόμα και με την αποζημίωση ειδικού σκοπού που επέστρεψε στα 534€ μετά το διάλειμμα γενναιοδωρίας των 800€ του Νοέμβρη, τα οποία ακόμα περιμένουν οι εργαζόμενοι. Τόσο ακριβά κοστολογεί το σύστημα πως αξίζει η καθημερινότητα κι η ζωή των εργαζομένων.

Ανοιχτή επίσης είναι η διαδικασία που έχει δρομολογηθεί σχετικά με τη δημιουργία ψηφιακού μηχανισμού για τη διαμόρφωση του κατώτατου μισθού. Όσο επεκτείνεται και καθιερώνεται η τηλεργασία κι οι νέες ελαστικές μορφές εργασίας, σύμφωνα με τον Βρούτση θα πρέπει να «συγκεντρώνονται τα οικονομικά στοιχεία ώστε ο νομοθετημένος κατώτατος μισθός να είναι ευθυγραμμισμένος με την πραγματική πορεία της οικονομίας.»

Δεν θα μπορούσε να λείψει και η τοποθέτηση των νέων γκουρού, της επιτροπής Πισσαρίδη, που ως άλλη τρόικα προτείνουν/αποφασίζουν τη δημιουργία ενός ανεξάρτητου (είμαστε σίγουροι γι’ αυτό) συμβουλίου εμπειρογνωμόνων με τριετή θητεία που θα αποφασίζει το ύψος του κατώτατου μισθού. Στην ίδια έκθεση, οι «σοφοί» εφηύραν πως «αν ο κατώτατος μισθός καθοριστεί σε πολύ υψηλό επίπεδο, αυτό μπορεί να αυξήσει την ανεργία». Ξεδιάντροπα πλέον υποτιμούν τη νοημοσύνη του λαού, την ίδια στιγμή που είναι χιλιάδες οι χαμηλόμισθοι εργαζόμενοι που είτε αμείβονται με τον κατώτατο μισθό, είτε ο μισθός και τα επιδόματά τους επηρεάζονται από αυτόν.

Ο κατώτατος μισθός αποτελεί μια σημαντική κατάκτηση του εργατικού κινήματος. Από ζήτημα διεκδίκησης μέσα από τις ΕΓΣΣΕ, έχει καταντήσει παιχνίδι της εκάστοτε κυβέρνησης και των παπαγάλων της. Είναι καθήκον των εργαζομένων αλλά και των ανέργων, του λαού συνολικά, να πάρουν και πάλι την υπόθεση στα χέρια τους, αρκεί να συγκροτηθούν και να βγουν μαχητικά στο δρόμο της αντίστασης και διεκδίκησης.