10 ΔΕΚΕΜΒΡΗ 2021

Τουρκία - Σε περιδίνηση με αβέβαιη έκβαση και συνέπειες

Είναι ηλίου φαεινότερο πως η γειτονική χώρα βρίσκεται στο κέντρο μιας πολιτικής, κοινωνικής και οικονομικής κρίσης, η οποία έχει ως υπόβαθρο και ταυτόχρονα ως πολλαπλασιαστή τη συνεχιζόμενη κρίση των γεωστρατηγικών σχέσεων της άρχουσας τάξης της Τουρκίας με τη Δύση και ιδιαίτερα με τις ΗΠΑ. Το ότι το ξετύλιγμα της κρίσης αυτής επιταχύνθηκε από τη δημοσίευση του Foreign Policy στην 1η του περασμένου Οκτώβρη, που διέσπειρε τις φήμες για την επιδείνωση της υγείας του Ερντογάν, δείχνει ακριβώς την ισχυρή διασύνδεση της πολύπλευρης κρίσης της Τουρκίας με την κλιμάκωση της δυσαρέσκειας στην Ουάσιγκτον έναντι των ερντογανικών «παρεκκλίσεων». Μάλιστα, έναν μήνα μετά, στις αρχές του Νοέμβρη, η φημολογία για την υγεία του προέδρου Ερντογάν επανήλθε, αυτή τη φορά με αναπαραγωγή των φημών αυτών από τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης για να ανοίξει ένας νέος κύκλος κλυδωνισμού της τούρκικης οικονομίας και εκδήλωσης και της κοινωνικής δυσαρέσκειας. Επιπλέον, η πολιτική κρίση δεν άργησε να εμφανιστεί και με τη μορφή του ανοίγματος της συζήτησης για τη διαδοχή του Ερντογάν στην ηγεσία του AKP και όχι μόνο, με φανερή τη δραστηριοποίηση σ’ αυτό το πεδίο ισχυρών παραγόντων της τούρκικης ηγεσίας. Έτσι, η πολύπλευρη κρίση έχει αυξήσει το ενδεχόμενο μιας αποσταθεροποίησης με μεγάλες συνέπειες, τόσο για την Τουρκία και τον τούρκικο λαό, όσο και για τις χώρες και τους λαούς της περιοχής, μαζί και τον δικό μας. Αυτό το ενδεχόμενο γεννάει ακόμα μεγαλύτερες ανησυχίες, με δεδομένο ότι η ευρύτερη περιοχή είναι ήδη πολύ «φορτωμένη» με άγριους ιμπεριαλιστικούς ανταγωνισμούς.

Όλο το προηγούμενο τρίμηνο, υπήρξε μια συντονισμένη και σταθερά κλιμακούμενη πίεση των ΗΠΑ, της Γαλλίας αλλά και της ΕΕ, με στόχο την επαναφορά της Τουρκίας στις αμερικανοΝΑΤΟϊκές νόρμες και ταυτόχρονα το «συμμάζεμα» του «απλώματός» της στην ευρύτερη περιοχή (Συρία, Λιβύη, Σαχέλ). Η γαλλική πρωτοβουλία της Διάσκεψης για τη Λιβύη, οι συνεχιζόμενες εκδουλεύσεις της αστικής τάξης της χώρας προς τις ΗΠΑ και τη Γαλλία, η πρόσφατη τετραμερής Γαλλίας-Ελλάδας-Αιγύπτου και Κύπρου συνέβαλαν στο παραπέρα στρίμωγμα της ηγεσίας της Τουρκίας, ενώ πυροδότησαν και την πολιτική αντιπαράθεση στο εσωτερικό της. Ο ετερόκλητος αντιπολιτευτικός συνασπισμός με επικεφαλής το κεμαλικό CHP δεν έχανε την ευκαιρία να υπογραμμίζει την απομόνωση της Τουρκίας και την απομάκρυνσή της από τη Δύση.

Ιδιαίτερα οι ΗΠΑ, που παρακολουθούν εκ του σύνεγγυς και επεμβαίνουν μέσω διαφόρων καναλιών στα τεκταινόμενα στην Τουρκία, φαίνεται να έχουν διαμορφώσει την εξής τακτική: από τη μια πιέζουν και στέλνουν σε τακτικά χρονικά διαστήματα «μηνύματα» και προειδοποιήσεις προς την τούρκικη ηγεσία και από την άλλη πλευρά αποφεύγουν να εξωθούν την αναμεταξύ τους σχέση στα άκρα. Θεωρούν ότι έτσι προκαλούν μια διαρκή φθορά στην ερντογανική διακυβέρνηση, επενδύουν ουσιαστικά στον χρόνο και προετοιμάζουν τους όρους για μια -όχι εύκολη- επανεκκίνηση των αμερικανοτουρκικών σχέσεων στην μετά, όπως λέγεται, Ερντογάν εποχή που εκτιμούν ότι έρχεται.

Η Γαλλία συνεχίζει να πριμοδοτεί μια πιο σκληρή πολιτική απέναντι στην Τουρκία, απαιτώντας ιδιαίτερα από τον Ερντογάν να σταματήσει να χώνει τη μύτη του στη Βόρεια Αφρική και στη Ζώνη του Σαχέλ. Ταυτόχρονα, εξακολουθεί να χρησιμοποιεί τον αντιδραστικό ελληνοτουρκικό ανταγωνισμό για να μεγαλώσει την επιρροή της στην Ανατολική Μεσόγειο. Ο νέος συνασπισμός που παίρνει στα χέρια του την κυβερνητική εξουσία στην Γερμανία, στην ηγεμονεύουσα δηλαδή δύναμη της ιμπεριαλιστικής Ευρωπαϊκής Ένωσης, δίνει ήδη τα πρώτα δείγματα γραφής, κινούμενος πάνω-κάτω στις ράγες που είχαν χαραχθεί επί Μέρκελ και κρατώντας ανοιχτή για το μέλλον μια επανεξέταση της κατάστασης. Έτσι, από τη μια εκτιμά ότι «η Τουρκία παραμένει…, παρά τις ανησυχητικές εξελίξεις και τις εντάσεις στην εξωτερική πολιτική, ένας σημαντικός εταίρος της ΕΕ και εταίρος του ΝΑΤΟ» και από την άλλη σημειώνει πως δεν προβλέπεται άμεσα κάποιο ουσιαστικό προχώρημα των ευρωτουρκικών σχέσεων.

Στην ίδια αυτή περίοδο, δηλαδή στο φθινόπωρο, είχαμε ταυτόχρονα μια κλιμακωτή επιδείνωση της τούρκικης οικονομίας. Ο Ερντογάν προσπάθησε, επικαλούμενος τελευταία ακόμα και το… Κοράνι, να την αντιμετωπίσει με τρεις συνεχείς μειώσεις των επιτοκίων δανεισμού, που από το 19% έπεσαν στο 15%, κάτω ακόμα και από τον πληθωρισμό που επίσημα έχει φτάσει στο 20% (αν και αναλυτές μιλούν για πραγματικό πληθωρισμό που αγγίζει το 40%). Έτσι επανέφερε, μετά από μια σύντομη περίοδο αύξησης των επιτοκίων, την πολιτική του φτηνού δανεισμού, πάνω στην οποία βασίστηκε άλλωστε η μεγέθυνση της τούρκικης οικονομίας τα τελευταία είκοσι χρόνια. Αυτές οι επιλογές έχουν οδηγήσει στην καταβαράθρωση της τούρκικης λίρας, που από την αρχή της χρονιάς έχει χάσει το 47% της αξίας της, ενώ το εξωτερικό χρέος της Τουρκίας, που κυμαίνεται στα 450 δις δολάρια, πιέζει επίσης ασφυκτικά την οικονομία. Ο συνδυασμός της αδύναμης λίρας και του υψηλού πληθωρισμού με τη μεγάλη εξάρτηση της τούρκικης οικονομίας από τις εισαγωγές, εκτιμάται ότι οδηγεί σε κύμα χρεοκοπιών, δημιουργεί σοβαρά προβλήματα στις εξαγωγές (λόγω της νομισματικής αστάθειας), αλλά και οδηγεί σε εκτόξευση μέσα στους επόμενους μήνες του κόστους της πίστωσης ωθώντας σε πιστωτική ασφυξία τις επιχειρήσεις. Παράλληλα, πληθαίνουν ξανά οι φήμες για προσφυγή στο ΔΝΤ. Στο κοινωνικό επίπεδο, αυτές οι εξελίξεις έχουν οδηγήσει στη φτωχοποίηση ολοένα και μεγαλύτερων τμημάτων του τούρκικου λαού, ο βασικός μισθός έχει πέσει από τα 430 ευρώ το 2015 στα 240 ευρώ. Οι σοβαρές ανατιμήσεις σε βενζίνη, τρόφιμα και φάρμακα στερούν από εκτεταμένα λαϊκά στρώματα βασικά είδη διατροφής και διαβίωσης. Οι πρόσφατες κινητοποιήσεις, ανεξάρτητα ποιος ή ποιες αστικές μερίδες τις αξιοποιούν προς όφελός τους, είναι ένα πρώτο δείγμα και μάλλον μικρό της απόγνωσης και της οργής που απλώνεται και φουντώνει στην εργατική τάξη και τους λαούς της γειτονικής χώρας.

Η τουρκική ηγεσία και ο Ερντογάν ολοφάνερα βρίσκονται σε μια από τις δυσκολότερες θέσεις, ίσως τη δυσκολότερη μέχρι τώρα στην εικοσάχρονη σχεδόν διακυβέρνησή τους. Ωστόσο, δείχνουν και σ’ αυτή τη φάση πως δεν είναι εύκολοι αντίπαλοι. Συνεχίζουν, έστω με μειωμένα τα περιθώρια ελιγμών, να διαπραγματεύονται με τις ΗΠΑ τον ρόλο και τη θέση της Τουρκίας στην περιοχή. Εξακολουθούν να βηματίζουν ανάμεσα στις καυτές ζώνες της αμερικανορωσικής αντιπαράθεσης, ευελπιστώντας πως παρά τις δυσκολίες και τους κινδύνους που ενέχει αυτό, τελικά θα αποσπάσουν κάποια οφέλη ή διασφαλίσεις. Στα νέα επεισόδια του αντιδραστικού σπιράλ του ελληνοτουρκικού ανταγωνισμού, κάνουν κινήσεις όπως τη συμφωνία με την Ισπανία. Ταυτόχρονα επιμένουν στην αποκατάσταση σχέσεων με χώρες όπως τα Εμιράτα, την Αίγυπτο και το Ισραήλ, φτάνοντας μάλιστα με τα Εμιράτα σε μια συμφωνία-ανάσα (έστω και μικρή) για τη δοκιμαζόμενη τουρκική οικονομία. Στο εσωτερικό, παρά τη φανερή τροποποίηση των πολιτικών συσχετισμών και την κοινωνική αμφισβήτηση τόσο από τα λαϊκά στρώματα (φτώχεια) όσο και από τμήματα της μεσαίας τάξης (απομάκρυνση από την προσπάθεια εκδυτικισμού της δεκαετίας του 2000), όχι μόνο δεν το βάζουν κάτω, αλλά όπως ήδη γράφεται θα χρησιμοποιήσουν κάθε πρόσφορο μέσο για να αντιστρέψουν το σε βάρος τους διαμορφωμένο κλίμα. Σύμμαχός τους σ’ αυτό σίγουρα αποτελεί η άλωση των μηχανισμών του κράτους, ιδιαίτερα μετά το αποτυχημένο πραξικόπημα του 2016. Συμπέρασμα: το πέρασμα στη μετά Ερντογάν εποχή δεν μπορεί να θεωρείται δεδομένο, εύκολο και προπαντός ομαλό…

Αναζήτηση
Κανάλι στο YouTube
Κατηγορίες
Βιβλιοπωλείο-Καφέ

Γραβιάς 10-12 - Εξάρχεια
Τηλ. 210-3303348
E-mail: ett.books@yahoo.gr