Οργή και θλίψη έχει προκαλέσει στους εργαζόμενους και στον λαό όλης της χώρας ο θάνατος των πέντε εργατριών στο εργοστάσιο της μπισκοτοβιομηχανίας «Βιολάντα» στα Τρίκαλα. Οι εργάτριες έχασαν τη ζωή τους από έκρηξη που σημειώθηκε στο υπόγειο του κτιρίου που εργάζονταν. Κοντά στο κτίριο υπήρχαν δεξαμενές προπανίου που, μέσω σωληνώσεων που περνούσαν κάτω από δρόμο, τροφοδοτούσαν με καύσιμο τους φούρνους στο ισόγειο του κτιρίου. Η αρχή φαίνεται πως έγινε το περασμένο καλοκαίρι, όταν πραγματοποιήθηκαν εργασίες ασφαλτόστρωσης στον δρόμο κάτω απ’ τον οποίο περνούσαν οι σωλήνες. Το βάρος των οχημάτων που χρησιμοποιήθηκαν προκάλεσε τρύπημα των σωλήνων και μόνιμη διαρροή προπανίου. Αυτό περνούσε μέσα απ’ το έδαφος και για μήνες συγκεντρωνόταν στο υπόγειο του κτιρίου. Όταν η συγκέντρωση έφτασε σε εκρήξιμο επίπεδο, ένας σπινθήρας από ηλεκτρικό μοτέρ που λειτουργούσε στον χώρο ήταν αρκετός για να προκαλέσει την τεράστια έκρηξη που έκαψε ζωντανές τις εργάτριες, κατεδάφισε ολόκληρη αυτή την πτέρυγα του εργοστασίου και έγινε αισθητή σε ακτίνα 8 χιλιομέτρων, και μέσα στην πόλη των Τρικάλων. Εφτά ακόμα εργάτριες και εργάτες, που μεταφέρθηκαν με τραύματα στο νοσοκομείο, γλίτωσαν τη ζωή τους από τύχη, καθώς βρίσκονταν λίγο πιο μακριά απ’ το σημείο της έκρηξης.
Τις ώρες και μέρες μετά το έγκλημα, τα ΜΜΕ ξεκίνησαν μια εκστρατεία «ξεπλύματος» της επιχείρησης και του ιδιοκτήτη υποστηρίζοντας ότι αυτό το «μεμονωμένο περιστατικό» δεν αντιπροσωπεύει τη διαχρονική στάση της εταιρίας. Πλούσια τα ρεπορτάζ σε σάιτ και δελτία για μια επιχείρηση που αποτελεί «κόσμημα» στην αγορά, για την ελληνική ταυτότητα των προϊόντων, για την εταιρία που ανταγωνίζεται πολυεθνικούς κολοσσούς και για την ανάγκη στήριξής της για να μην πληγεί η επιχειρηματικότητα της χώρας. Κυβερνητικοί παράγοντες μίλησαν για «σύγχρονο εργοστάσιο» με «τελευταία τεχνολογία» και «όλα τα επίπεδα ασφάλειας» και υποκριτικά συζητάνε για διερεύνηση της υπόθεσης και απόδοση ευθυνών.
Κάνουν πως ξεχνάνε ότι αυτοί οι ίδιοι υπηρέτησαν και υπηρετούν την επίθεση απέναντι στον κόσμο της δουλειάς. Τους αντεργατικούς νόμους που έχουν ψηφίσει δίνοντας το ελεύθερο στην εργοδοσία για εκμετάλλευση της εργατικής τάξης χωρίς κανένα όριο και κόστος. Η αντεργατική πολιτική των ξεχειλωμένων ωραρίων, των πενιχρών μεροκάματων και της πλήρους έλλειψης μέτρων ουσιαστικής ασφάλειας στους χώρους δουλειάς είναι το εκρηκτικό μίγμα που οδηγεί σε εκατοντάδες εργάτες νεκρούς και σακατεμένους στον βωμό του κέρδους. Η κατεύθυνση της πλήρους υποταγής όλης της κοινωνίας στα συμφέροντα του κεφαλαίου είναι το έδαφος των εργοδοτικών εγκλημάτων.
Σ’ αυτό το έδαφος τόσο η εργοδοσία της «Βιολάντα» όσο κι οι κρατικοί μηχανισμοί ένιωθαν την «άνεση» να αγνοούν τις διαμαρτυρίες των εργατριών, για τη χρόνια έλλειψη συντήρησης των εγκαταστάσεων και των μηχανημάτων, για τις ελλιπείς υποδομές, ακόμα και για τη μυρωδιά του προπανίου που είχε κατακλύσει τους χώρους. Μια μυρωδιά που οφείλεται στις ουσίες (μερκαπτάνες) που υποχρεωτικά προστίθενται στο προπάνιο κατά την παραγωγή του στα διυλιστήρια παντού στον κόσμο, ακριβώς με σκοπό να γίνεται αντιληπτή η παρουσία του, γιατί απ’ τη φύση του είναι ένα καύσιμο αέριο, αόρατο, άοσμο και βαρύτερο απ’ τον αέρα, επομένως συγκεντρώνεται χαμηλά και δημιουργεί εκρήξιμη ατμόσφαιρα.
Στην ίδια βάση, της απρόσκοπτης υπηρέτησης των συμφερόντων του κεφαλαίου, βιομηχανικοί χώροι μπορούν να λειτουργούν χωρίς κανέναν έλεγχο, με μόνη υποχρέωση να δηλώνουν ότι «έχουν λάβει τα προβλεπόμενα μέτρα», άντε και να καταθέτουν «μελέτες» που δεν ελέγχει κανείς, και να είναι τυπικά καλυμμένοι απέναντι στις νομικές απαιτήσεις. Έτσι καταλήγουν εργοστάσια όπως της «Βιολάντα» να λειτουργούν επί χρόνια χωρίς οι δύο δεξαμενές και το υπόγειο να φαίνονται σε οποιοδήποτε σχέδιο, να συμπεριλαμβάνονται σε οποιαδήποτε μελέτη, να υπάρχει οποιοδήποτε μέτρο αποτροπής μιας τέτοιας εξέλιξης. Με τον τεχνικό ασφαλείας να καταθέτει ότι, ως εξωτερικός συνεργάτης με συμβουλευτικό ρόλο, δεν είχε ιδέα για την κατάσταση. Με τον ιδιοκτήτη να καταθέτει ότι «είχε ενημερωθεί», αλλά, με τις εγκαταστάσεις του ασφαλισμένες για δεκάδες εκατομμύρια, δεν φρόντισε για τίποτα. Σ’ ένα εργοστάσιο με 24ωρες βάρδιες που η παραγωγή δεν σταματά, οποιαδήποτε διαδικασία συντήρησης και ενίσχυσης των μέτρων ασφαλείας λογίζεται απ’ την εργοδοσία ως «περιττό έξοδο» και «γραφειοκρατικό εμπόδιο» (για να θυμηθούμε την προπαγάνδα που συνοδεύει κάθε «αναπτυξιακό νόμο»).
Μπροστά στο κυνήγι των κερδών, η ζωή των εργατών δεν μετράει. Η αξία της εκμηδενίζεται όπως τα μεροκάματα, η φωνή της καταστέλλεται με τρομοκρατία και απαγόρευση ακόμα και της σκέψης για συνδικαλιστική οργάνωση. Η δίκαιη οργή για το έγκλημα της εργοδοσίας και της αντεργατικής πολιτικής δεν μπορεί να εκτονωθεί με μια-δυο μέρες τοπικών και κλαδικών απεργιών. Πρέπει να γίνει μόνιμη οργάνωση και μαζική πάλη ενάντια στη δολοφονική πολιτική και την εργοδοτική ασυδοσία, για δουλειά και ζωή με δικαιώματα.