Πριν ακριβώς από έναν χρόνο, γράφαμε ότι η διοίκηση Τραμπ λειτουργεί σαν «εμπρηστής» ενός status quo, παρά το γεγονός ότι αυτό έχει τις ΗΠΑ στην πρώτη θέση, ακριβώς γιατί (η διοίκηση Τραμπ) επείγεται να αντιμετωπίσει με αποφασιστικό τρόπο τη σχετική αποδυνάμωση των ΗΠΑ έναντι της Ρωσίας και της Κίνας. Ώστε η αιματηρή και γεμάτη ζιγκ-ζαγκ πορεία προς τη γενικευμένη αναμέτρηση να «βρει» τον αμερικάνικο ιμπεριαλισμό σε μια αδιαμφισβήτητη κυριαρχική θέση.
Όπως αποτυπώθηκε και πρόσφατα στη «Στρατηγική Εθνικής Ασφάλειας», μία από τις βασικές προϋποθέσεις για την επίτευξη αυτού του στρατηγικού σκοπού, είναι ο πλήρης έλεγχος του δυτικού ημισφαιρίου και η μετατροπή του σε γεωστρατηγικό, σε πολεμικό-πολιτικό-οικονομικό εφαλτήριο. Στη βάση αυτή, οι ΗΠΑ απαιτούν την υποταγή-ευθυγράμμιση των Ευρωπαίων ιμπεριαλιστών, εντός και εκτός ΕΕ, με κύριο εργαλείο εκβιασμού τη στρατηγική ομπρέλα που τους παρέχει. Αυτός ο εκβιασμός συνοδεύεται από κάτι πολύ περισσότερο από την άμεση και αμετάκλητη διόρθωση όλων των «παρεκκλίσεων»-«νοθεύσεων» της προηγούμενης φάσης: από την απαίτηση της ενεργητικής στήριξης των βασικών στρατηγικών κατευθύνσεων των ΗΠΑ, μιας και όπως τους υπογραμμίζουν άμεσα ή έμμεσα, η Δύση μπορεί να νικήσει μόνο αν νικήσουν οι ΗΠΑ!
Αυτό είναι το πραγματικό περιεχόμενο του γεωπολιτικού «θρίλερ» που έζησε η Δύση μέσα στον Γενάρη. Από την άμεση επαναφορά των απειλών για προσάρτηση της Γροιλανδίας, ακόμα και με τον «δύσκολο» τρόπο, δηλαδή τη στρατιωτική εισβολή, την αποστολή στρατευμάτων οκτώ ευρωπαϊκών χωρών στο γροιλανδικό έδαφος, τις επιπρόσθετες απειλές Τραμπ για κυρώσεις ενάντιά τους, την επιθετική ομιλία στο παγωμένο κυριολεκτικά και διπλωματικά Νταβός, μέχρι την προσωρινή «αποσυμπίεση» μετά τη συνάντηση του γραμματέα του ΝΑΤΟ με τον Τραμπ και την ανακοίνωση ενός «πλαισίου συμφωνίας για την Γροιλανδία». Αυτό το «πλαίσιο» βέβαια συντάχθηκε ερήμην της Γροιλανδίας και της Δανίας, για να θυμίζει σε όλους τα υψηλά δημοκρατικά ιδεώδη και τον σεβασμό των εθνικών δικαιωμάτων, από τα οποία διέπονται οι ιμπεριαλιστές και φυσικά οι ΗΠΑ και το ΝΑΤΟ!
Γιατί θέλουν οι ΗΠΑ τη Γροιλανδία;
Οι Αμερικανοί, που ήδη διαθέτουν εκεί μία από τις πιο σημαντικές βάσεις στον πλανήτη, αν και η άρχουσα τάξη της Γροιλανδίας και της -φιλοατλαντικής- Δανίας ήταν διατεθειμένες να προσφέρουν κι άλλη «γη και ύδωρ» στις ΗΠΑ, έκαναν σαφές ότι δεν θέλουν απλά «προσφορές» και κυρίως δεν θέλουν να «μοιράζονται» τη Γροιλανδία με την ΕΕ. Ταυτόχρονα και δια μέσου της Γροιλανδίας, δεν θέτουν φυσικά τη διάλυση του ΝΑΤΟ, αλλά απαιτούν ένα ΝΑΤΟ στην υπηρεσία του MAGA.
Ειδικότερα, απαιτούν πλήρη και απόλυτο έλεγχο και κατοχή του μεγαλύτερου νησιού στον πλανήτη, που αποτελεί γεωστρατηγικά κρίσιμη χώρα στον Αρκτικό Κύκλο. Κατ’ ελάχιστο, όπως «αποκαλύπτει» το Bloomberg, απαιτούν να αρθούν όλοι οι περιορισμοί στη στρατιωτική τους παρουσία στη Γροιλανδία και να απαλειφθούν διατυπώσεις όπως «πριν από οποιαδήποτε σημαντική αλλαγή στις στρατιωτικές επιχειρήσεις ή εγκαταστάσεις στη Γροιλανδία, οι ΗΠΑ συμβουλεύονται και ενημερώνουν τη Δανία και τη Γροιλανδία», που υπάρχουν στη στρατιωτική συμφωνία ΗΠΑ- Γροιλανδίας του 1951.
Οι ΗΠΑ θέλουν τη Γροιλανδία, όχι για τις σπάνιες γαίες (η εκμετάλλευσή τους αποτελεί τριτεύον ζήτημα και υπάρχουν πολλά ερωτηματικά για αυτήν), όπως εν χορώ γράφουν οι αστοί αναλυτές και οι οικονομιστές στην Αριστερά. Είναι γνωστό ότι διαδρομή ΗΠΑ-Γροιλανδία-Ρωσία είναι η συντομότερη για τους διηπειρωτικούς πυραύλους. Επίσης, το Βόρειο Πέρασμα (θαλάσσια διαδρομή που ενώνει Άπω Ανατολή, Ρωσία με Ευρώπη) είναι συντομότερο κατά 40% από τη διαδρομή μέσω της διώρυγας του Σουέζ.
Οι ΗΠΑ, λοιπόν, θέλουν τη Γροιλανδία για γεωστρατηγικούς λόγους. Θέλουν να την μετατρέψουν σε προχωρημένο τμήμα του «Χρυσού Θόλου». Στόχος είναι να μεγιστοποιηθεί η αποτελεσματικότητα της πυρηνικής αποτροπής τους (κυρίως έναντι της Ρωσίας, αλλά και της Κίνας), αλλά και να αποκτήσουν πλεονέκτημα στο πλαίσιο του εφιαλτικού δόγματος του πρώτου πυρηνικού πλήγματος. Παράλληλα, η προβολή ισχύος τους θα απλώνει και θα κάνει ακόμα πιο βαριά τη «σκιά» της γεωστρατηγικής υπεροχής των ΗΠΑ έναντι της ιμπεριαλιστικής ΕΕ.
Θέλουν να αυξήσουν ραγδαία το μερίδιό τους στην ακτογραμμή του Αρκτικού Κύκλου και στον ανταγωνισμό για τον έλεγχο της περιοχής, να αντιμετωπίσουν τη Ρωσία, η οποία μακράν όλων, έχει το μεγαλύτερο και πιο σύγχρονο στόλο παγοθραυστικών στην Αρκτική, αλλά και την Κίνα, που επιταχύνει σοβαρά τη δημιουργία του δικού της στόλου.
Θέλουν να έχουν τον πλήρη έλεγχο του γροιλανδικού τμήματος του Βόρειου Περάσματος, ώστε να επιτηρούν και -γιατί όχι- να «αρνηθούν πρόσβαση» αν ζορίσουν οι καταστάσεις, στα πολεμικά πλοία της Ρωσίας και της Κίνας, αλλά και για να αντιμετωπίσουν τον κινέζικο «Πολικό Δρόμο του Μεταξιού».
Για την παράλληλη κίνηση του Τραμπ με την ανακοίνωση του «Συμβουλίου Ειρήνης», μιας και θα αναλυθεί σε άλλο άρθρο, να σημειώσουμε μόνο ότι αποτελεί μια σημαντική ευθεία βολή ενάντια στον ΟΗΕ, όχι η πρώτη και σίγουρα όχι η τελευταία! Είναι μέσα στο πλαίσιο της στρατηγικής αμφισβήτησης όλων των υφιστάμενων «κανόνων» και «διεθνών σχέσεων» που -όπως θα έλεγε ο Τραμπ- «κρατούν την Αμερική κάτω από το μπόι της» και προσπάθεια αναδιαμόρφωσης όλων των σχέσεων αυτών στη βάση του MAGA. Βέβαια, το ετερόκλητο και βασικά μικρομεσαίο «πλήθος» που μάζεψε γύρω του ο αυτοανακηρυγμένος απόλυτος άρχοντάς του (δηλαδή ο Τραμπ), είναι ένα ερώτημα αν μπορεί και σε τι μπορεί να εξελιχθεί.
Η στάση Ρωσίας και Κίνας
Από την πλευρά της, η ρωσική ηγεσία παρακολουθεί στενά τις εξελίξεις γύρω από τον Αρκτικό Κύκλο και προτιμά να κινείται έμπρακτα για την ενδυνάμωση της έτσι κι αλλιώς σημαντικής παρουσίας της στην περιοχή. Και φυσικά έχει πολλούς λόγους για να ενισχύει με τις δηλώσεις και τις κινήσεις της τα ευρωατλαντικά ρήγματα. Αυτά τα ρήγματα φυσικά τα αξιοποιεί στη σύγκρουση της Ουκρανίας, στην οποία και για την επιτυχία των στόχων της, αναμφίβολα καταναλώνει σημαντικό μέρος του στρατηγικού της «κεφαλαίου». Όσο για την Κίνα, μιας και δεν έχει εδαφική πρόσβαση στην Αρκτική, συνειδητοποιεί και σ’ αυτό το πεδίο, ότι όλοι πια οι «δρόμοι του μεταξιού» βρίσκονται υπό τη συνεχή και διαρκώς αναβαθμισμένη υπονομευτική δράση των ΗΠΑ και συνεπώς απαιτούνται αρκετά περισσότερα βήματα για την προώθησή τους και τη στρατηγική-στρατιωτική κάλυψή-προστασία τους.
Η αντίδραση των Ευρωπαίων ιμπεριαλιστών, οι «αλήθειες» του Καναδού πρωθυπουργού και η σκληρή πραγματικότητα της ισχύος
Αυτός ο ωμός στρατηγικός εκβιασμός που ασκήθηκε στους Ευρωπαίους ιμπεριαλιστές, οι στρατιωτικές απειλές κατά μέλους του ΝΑΤΟ από τη… χώρα-ιδρυτή του, δεν ήταν δυνατόν να μην απαντηθούν. Η αποδοχή μιας τέτοιας εξέλιξης θα τους μετέτρεπε σε κάτι πολύ χειρότερο από τον χαρακτηρισμό «φόρου υποτελείς», που τους είχε προσάψει ο διαβόητος Μπρεζίνσκι πριν 25 χρόνια. Θα αποτελούσε μια ομολογία πλήρους γεωστρατηγικής και πολιτικής παράδοσης. Η πορεία των γεγονότων δημιούργησε, λοιπόν, την πιο μεγάλη κρίση στις ευρωατλαντικές σχέσεις μετά το ρήγμα του 2003 και μάλιστα σε συνθήκες μακράς προετοιμασίας για μια γενικευμένη σύγκρουση.
Οι Ευρωπαίοι βρίσκονται μπροστά στο γεγονός ότι οι ΗΠΑ έχουν μ’ ένα τρόπο νομιμοποιήσει τις απαιτήσεις τους, με τα επόμενα βήματα να αποτελούν ενδεχομένως το έδαφος για αναζωπύρωση της κρίσης. Έτσι, παρά την προσωρινή «ανακωχή», πραγματοποιήθηκε η έκτακτη Σύνοδος Κορυφής της ΕΕ στις Βρυξέλλες. «Δεν υπάρχει επιστροφή στην παγκόσμια τάξη που η Ευρώπη οικοδόμησε με τις ΗΠΑ» και «η μετατόπιση δεν είναι μόνο συγκλονιστική, είναι και μόνιμη» ήταν οι αρκούντως δραματικές εκφράσεις της προέδρου της Κομισιόν. Δείγμα και αυτές των απίστευτων πιέσεων που ασκούν οι κινήσεις του αμερικανικού ιμπεριαλισμού στο εσωτερικό της ΕΕ. Ενδεικτικό, επίσης, του κλίματος ήταν η «στροφή» του Μερτς. Από εκεί που κατηγορούσε τον Μακρόν ότι με τις δηλώσεις του ρίχνει λάδι στη φωτιά, κάλεσε τους «Ευρωπαίους και τους εταίρους που συμμερίζονται» την ανάγκη της στρατιωτικής ενδυνάμωσης της ΕΕ, προβάλλοντας παράλληλα τις γερμανικές φιλοδοξίες. Τόσο η τοποθέτηση του Μερτς, που ήδη αντανακλάται σε μια Γερμανία που επανεξοπλίζεται, όσο και οι αναφορές του Μακρόν στην ανάγκη «στρατηγικής αφύπνισης», μένει να δούμε αν θα παράγουν στην πράξη έναν κοινό βηματισμό, μιας και οι μεταξύ τους αντιθέσεις είναι ενεργές και παρούσες. Σε κάθε περίπτωση, είναι ένας δύσβατος δρόμος, που μπροστά του έχει τη στρατηγική εξάρτηση από τις ΗΠΑ, η οποία συμπληρώνεται τελευταία και με την αυξανόμενη ενεργειακή εξάρτηση, ειδικά της Γερμανίας. Ταυτόχρονα, καθόλου αμελητέα δεν είναι η διάσταση της δυνατότητας των ΗΠΑ να παρεμβαίνουν, να «διαιρούν» και να προκαλούν ρήγματα στην ΕΕ, όταν τίθενται ζητήματα που αφορούν τη σχέση της ΕΕ με τις ΗΠΑ.
Ίσως ο Καναδός πρωθυπουργός, με την ομιλία του στο Νταβός, να εξέφρασε με τον πιο γλαφυρό αλλά και ουσιαστικό τρόπο, τους μεγάλους φόβους και τα στρατηγικά διλήμματα των «μεσαίων δυνάμεων», φωτογραφίζοντας με αυτό τον όρο τη χώρα του, τους Ευρωπαίους ιμπεριαλιστές, την Ιαπωνία, πιθανά τη Βραζιλία, την Ινδία ή και την Αυστραλία. Το περίφημο «αν δεν είμαστε στο τραπέζι, θα είμαστε στο μενού» αποτυπώνει σίγουρα την αγωνία για το αν ο επόμενος στόχος είναι ο Καναδάς, που η διοίκηση Τραμπ τον «οραματίζεται» ως 51η πολιτεία των ΗΠΑ και ταυτόχρονα μια προτροπή για μια άλλη πορεία των πραγμάτων. Είναι άραγε τυχαίο που η διατύπωση αυτή αυτολεξεί ειπωνόταν στις ευρωπαϊκές καγκελαρίες με αφορμή τα όσα διαδραματίζονταν με τις συναντήσεις ΗΠΑ-Ρωσίας για την Ουκρανία;
Ωστόσο, πέρα από την θέληση του καθένα, το ασφυκτικό πλαίσιο που διαμορφώνει ο εντεινόμενος ανταγωνισμός της «γεωστρατηγικής τριάδας» ΗΠΑ-Ρωσίας-Κίνας, περιορίζει ολοένα και περισσότερο τα περιθώρια αυτόνομης δράσης τέτοιων δυνάμεων. Η συμφωνία του Καναδά με την Κίνα ή η συμφωνία της ΕΕ με την Ινδία εγγράφονται σίγουρα σαν κινήσεις οικονομικής και πολιτικής ενδυνάμωσης. Είναι δύσκολο, όμως, να δημιουργήσουν από μόνες τους, τις αναγκαίες συνθήκες για μια στρατηγική τους χειραφέτηση από τους τρεις. Πιο πιθανό είναι να ανεβάσουν τη γεωπολιτική τους «υπεραξία», διεκδικώντας καλύτερο ρόλο και θέση δίπλα και πίσω από τους ιμπεριαλιστές της «γεωστρατηγικής τριάδας», με βάση και το γεγονός ότι η σύναψη στρατηγικών συμμαχιών βρίσκεται σε πλήρη εξέλιξη και αποτελεί ίσως το πιο κομβικό θέμα στην πορεία της παγκόσμιας αναμέτρησης.