Στις 3 Ιανουαρίου κορυφώθηκε η εδώ και μήνες συνεχής κλιμάκωση της περίσφιξης της Βενεζουέλας. Με μια μαφιόζικη κίνηση, ο αμερικάνικος ιμπεριαλισμός βομβάρδισε βάσεις στο Καράκας, δολοφόνησε πάνω από 100 άτομα, απήγαγε τον Νικολάς Μαδούρο και τη Σίλια Φλόρες και με ενδιάμεσο σταθμό το αεροπλανοφόρο, τους μετέφερε με χολιγουντιανή σκηνοθεσία σε κέντρο κράτησης στο Μπρούκλιν για να δικαστούν. Η επέμβαση, που εκθειάστηκε από τον Τραμπ για τις ασυναγώνιστες δυνατότητες των αμερικανικών ενόπλων δυνάμεων, προκάλεσε μπαράζ εξελίξεων, αλλά και ερωτηματικών για το ποια θα είναι η επόμενη μέρα στη Βενεζουέλα. Το ίδιο ισχύει και για μια σειρά άλλες χώρες, που στοχοποιήθηκαν ανοιχτά με καουμπόικο τρόπο απ’ τον πρόεδρο των ΗΠΑ.
Το αφήγημα από πλευράς ΗΠΑ ήταν κυνικό και άμεσο, αλλά αφήνοντας αρκετά κενά. Απολύτως επιτυχημένη κίνηση, μάλλον δεν θα χρειαστεί επόμενη πιο σκληρή. Τώρα εμείς θα διοικήσουμε για ένα διάστημα τη Βενεζουέλα. Κολομβία, Κούβα, Μεξικό, Γροιλανδία... είναι οι επόμενοι στόχοι. Έντονη αντίδραση καταγγέλλοντας την επέμβαση είχαν η Κίνα, το Ιράν και η Ρωσία σε δεύτερο χρόνο. Το καθεστώς της Βενεζουέλας εξέλεξε μεταβατική πρόεδρο τη Ντέλσι Ροντρίγκες. Παράλληλα, οι μάζες λαού δεν έχουν κινητοποιηθεί στη Βενεζουέλα.
Έχει μεγάλη σημασία να ερμηνεύσει κανείς την κίνηση των ΗΠΑ, για να δει πιο καθαρά τα δεδομένα των επόμενων κινήσεων. Γιατί δυστυχώς δεκάδες επί δεκάδων είναι οι αναλύσεις που παρουσιάζουν όλα όσα έγιναν ως μέρος ενός προδιαγεγραμμένου σχεδίου. Ανυπόστατες αναλύσεις, που τα σενάριά τους ανατρέπονται από τις ίδιες τις εξελίξεις.
Οι ίδιοι οι Αμερικάνοι έχουν αποσαφηνίσει ότι στόχος τους δεν είναι απλά τα πετρέλαια. Η απαίτηση Ρούμπιο «να φύγουν Ρώσοι, Κινέζοι, Ιρανοί, Κουβανοί» και το «δε σας θέλουμε εκεί, δε θα είστε εκεί» σε Ρωσία και Κίνα, είναι τοποθετήσεις που αναδεικνύουν τους στόχους της επέμβασης. Η αναγνώριση ως εισβολέων των ιμπεριαλιστών Ρωσίας και Κίνας που πρέπει να εκδιωχθούν από τη Βενεζουέλα, αλλά και συνολικά την αμερικανική ήπειρο και το δυτικό ημισφαίριο είναι ζήτημα στρατηγικής ασφάλειας των ΗΠΑ, όπως περιγράφεται καθαρά στην έκθεση εθνικής στρατηγικής ασφαλείας τους.
Ο αμερικανικός ιμπεριαλισμός πιέζεται χρονικά να καλύψει το χαμένο έδαφος, να απαντήσει τη «σχετική αποδυνάμωσή» του έναντι Κίνας και Ρωσίας. Ο παροξυσμός επιθετικότητας που με κυνισμό κηρύσσεται ως εκστρατεία δια στόματος Τραμπ δεν είναι ιδιοτροπία της διπλωματίας του, αλλά απόφαση να καλυφθεί το κενό μεταξύ των επιδιώξεων και των μέσων που διαθέτουν οι ΗΠΑ για τη διατήρηση της πρωτοκαθεδρίας στον κόσμο, την οποία βλέπουν να αμφισβητείται. Για να ετοιμαστούν οι ΗΠΑ για έναν παγκόσμιο πόλεμο ξεκαθαρίσματος, χρειάζονται στρατηγικό βάθος. Το δόγμα Μονρόε στη σημερινή εκδοχή σημαίνει πως όλη η αμερικανική ήπειρος πρέπει να ενταχθεί στις αμερικανικές δυνατότητες για να αντιμετωπιστούν η Ρωσία και η Κίνα. Δεν μπορεί η Ρωσία να έχει στρατηγική συμφωνία με τη Βενεζουέλα, να δίνει όπλα σε Κούβα, η Κίνα να κάνει επενδύσεις (65 δισ. στη Βενεζουέλα μόνο) σε λιμάνια και πλουτοπαραγωγικές πηγές σε χώρες της Λατινικής Αμερικής. Να συναλλάσσεται σε γουάν. Το Ιράν αντίστοιχα. Δεν μπορεί, λοιπόν, να συνεχίζει το καθεστώς Μαδούρο με τα εξωτερικά «ανοίγματά» του. Πρέπει να ανατραπεί.
Καμία συμφωνία, επομένως, για μοιρασιά ανάμεσα στην ιμπεριαλιστική τριάδα δεν μπορεί να σταθεί, ίσα ίσα όροι πολεμικής αναμέτρησης ετοιμάζονται. Δεν είναι απλά η αρπαγή των πετρελαίων, που ούτως ή άλλως ήταν η προσφορά του Μαδούρο για διαπραγμάτευση με σκοπό τη μεγέθυνση των ήδη υπαρχουσών αμερικανικών επενδύσεων. Όχι, δεν ήταν συμφωνημένη η διαδοχή στη Βενεζουέλα απ’ τον Τραμπ. Δεν υπήρχε κανένας λόγος για τέτοια κοστοβόρα συσσώρευση οπλικών συστημάτων, αν ο στρατός και οι «από κάτω» του Μαδούρο ήταν έτοιμοι, ούτε βέβαια χρειαζόταν απειλή για δεύτερο χτύπημα αν δε συνεργαστεί η νέα ηγεσία. Η αναφορά στη Ματσάδο και την ανικανότητά της να ηγηθεί αποτελεί παραδοχή της αδυναμίας εναλλακτικής δυνατότητας των ΗΠΑ στο εσωτερικό της Βενεζουέλας. Η τυχοδιωκτική αυτή κίνηση των ΗΠΑ δείχνει την αποφασιστικότητα να αντιμετωπιστεί άμεσα το γεωπολιτικό ζήτημα.
Όλα τα παραπάνω δεν σημαίνουν ότι δεν υπήρξε επικοινωνία και πληροφορίες από τμήμα στο εσωτερικό του καθεστώτος, ώστε να πετύχει -και μάλιστα χωρίς να δοθεί απάντηση- η επιχείρηση απαγωγής. Παρόλα αυτά, πρέπει να μείνουμε μακριά από σενάρια συνομωσίας, που δεν μπορούν να εξηγήσουν το συνολικό ζήτημα, ακόμη και αν πλευρές τους ισχύουν.
Η ουσία είναι πως το καθεστώς Μαδούρο αναζητούσε αγωνιωδώς στήριξη σε ξένα κέντρα. Η αδυναμία Κίνας και Ρωσίας να παρέμβουν και να στηρίξουν ουσιαστικά το καθεστώς είχε καταγραφεί όλο το προηγούμενο διάστημα που ο Μαδούρο προσπαθούσε να διαπραγματευτεί με τις ΗΠΑ. Μόνο που οι ΗΠΑ επιδιώκουν απόλυτη κυριαρχία και εδώ ήταν που σκλήρυνε ο διάλογος ανάμεσα σε Τραμπ και Μαδούρο. Η τελευταία συνάντηση του Μαδούρο, λίγες ώρες πριν την απαγωγή του, ήταν με τους Κινέζους. Οι πρώτοι εναγκαλισμοί της Ροντρίγκες ήταν κατά σειρά με τους πρέσβεις της Κίνας, της Ρωσίας και του Ιράν.
Ο πρόεδρος απήχθη, λοιπόν. Το καθεστώς ακόμη πιο στριμωγμένο, αφού η πίεση συνεχίζεται και με τον αποκλεισμό και την αρπαγή δεξαμενόπλοιων και τον έλεγχο εξαγωγών. Δεν προκαλεί εντύπωση ότι η Ροντρίγκες συνεχίζει ακόμη πιο έντονα να απλώνει χέρια διαλόγου στις ΗΠΑ με μεσολαβητή το Κατάρ. Οι κινήσεις και οι δηλώσεις για τον στόχο «καλυτέρευσης σχέσεων με ΗΠΑ», οι επαφές με ευρωπαϊκές χώρες, ακολουθούν τις δηλώσεις ότι η Βενεζουέλα έχει κυβέρνηση που «δεν είναι υποταγμένη και υποτελής». Το άνοιγμα των μέσων κοινωνικής δικτύωσης και η απόφαση για περιορισμένες αποφυλακίσεις κρατουμένων για τη «νέα σελίδα» στη Βενεζουέλα είναι βήματα προσέγγισης που δείχνουν την πίεση, όμως απέχουν πολύ απ’ το να καλύψουν τις απαιτήσεις των ΗΠΑ.
Παράλληλα, η ανακοίνωση ρωσικής πετρελαϊκής εταιρείας ότι τα περιουσιακά στοιχεία της στη Βενεζουέλα αποτελούν ιδιοκτησία του ρωσικού κράτους δείχνει ότι είναι μακρύς ο δρόμος. Το ρωσικό υποβρύχιο μπορεί να μην αντέδρασε στην τελευταία αρπαγή του δεξαμενόπλοιου, όμως η παρουσία του διεκδικεί ρόλο. Ανάλογα τα κινεζικά δάνεια και οι επενδύσεις δεν θα παραιτηθούν τόσο εύκολα απ’ τη Βενεζουέλα.
Μένει να αποδειχθεί αν τελικά αυτό το νέο βήμα των ΗΠΑ θα στεριώσει ή θα αποτελέσει ένα ακόμη «άνοιγμα» ανολοκλήρωτο, χωρίς δυνατότητες ουσιαστικής μετάφρασης στη διαμόρφωση ενός φιλοαμερικάνικου καθεστώτος. Μια κίνηση, δηλαδή, που μπορεί να γυρίσει και μπούμεραγκ.
Ο λαός της Βενεζουέλας και οι λαοί της Λατινικής Αμερικής συνολικά με βάση αυτές τις εξελίξεις είναι αναγκασμένοι να αναζητήσουν τη δυνατότητα δημιουργίας ενός αντιιμπεριαλιστικού μετώπου που δεν θα χρησιμοποιείται από τα καθεστώτα για τη διαπραγμάτευσή τους με τα ξένα κέντρα, αλλά θα βαδίζει αυτόνομα, στηριζόμενο στις δικές του δυνάμεις.