Η πρόσφατη έρευνα του Ινστιτούτου Εργασίας (ΙΝΕ) της ΓΣΕΕ (16 Ιουνίου 2026) σχετικά με τον χρόνο εργασίας και την εργασιακή καταπόνηση αναδεικνύει αυτό που οι εργαζόμενοι βιώνουν καθημερινά στους χώρους εργασίας: το 8ωρο υπονομεύεται συστηματικά, η υπερεργασία και οι υπερωρίες εδραιώνονται και η εργασιακή εξουθένωση -ως απόρροια της εντατικοποίησης- αποτελούν πλέον κανονικότητα. Μια πραγματικότητα σε πλήρη εναρμόνιση με την εφαρμοζόμενη αντεργατική πολιτική και σε πλήρη αντίθεση με τα αφηγήματα της κυβέρνησης και των παραγόντων της περί «νομοθετικής προστασίας των εργαζομένων»!
Σύμφωνα με την έρευνα, η οποία διεξήχθη από 3 Νοεμβρίου έως 9 Δεκεμβρίου 2025, περισσότερο από το ένα τρίτο των εργαζομένων (35,5%) εργάζεται πέρα από το κανονικό του ωράριο, ενώ από αυτούς το 34,5% δεν λαμβάνουν άμεση χρηματική αμοιβή για τις επιπλέον ώρες ή λαμβάνουν άδειες και ρεπό σε αντάλλαγμα (8,9%). Ακόμη πιο αποκαλυπτικά είναι τα ευρήματα για την εργασιακή καταπόνηση, αφού τα στοιχεία δείχνουν ότι όσο αυξάνονται οι ώρες εργασίας και η ένταση της δουλειάς, τόσο ενισχύονται τα φαινόμενα επαγγελματικής εξουθένωσης. Το 60,1% των εργαζομένων βιώνουν υψηλή εντατικοποίηση, με συχνότερα αναφερόμενα προβλήματα στην υγεία το εργασιακό άγχος (42,1%), οι πόνοι σε οστά, αρθρώσεις ή μύες (29,4%), οι πονοκέφαλοι ή/και η κόπωση ματιών (28,9%) και η συνολική κόπωση (27,3%). Την ίδια αποτύπωση άλλωστε φανερώνουν και οι αριθμοί για τα «εργατικά ατυχήματα» (αν και δεν αποτελούσαν μέρος της συγκεκριμένης έρευνας), με την εκτίναξη των νεκρών και των σοβαρά τραυματισμένων ιδιαίτερα μετά το πέρας του οχταώρου.
Τα στοιχεία της έρευνας αποδεικνύουν ότι η υπέρβαση του κανονικού χρόνου εργασίας έχει γίνει μόνιμο χαρακτηριστικό για μεγάλα κομμάτια των εργαζομένων. Αποτελεί απαραίτητο στοιχείο της σύγχρονης καπιταλιστικής εκμετάλλευσης. Πρόσφορο έδαφος αποτελούν οι αλλεπάλληλες αντεργατικές νομοθετικές παρεμβάσεις των τελευταίων χρόνων. Οι κυβερνήσεις της ΝΔ, συνεχίζοντας και βαθαίνοντας την πολιτική που διαμόρφωσαν όλες οι προηγούμενες κυβερνήσεις στο πλαίσιο των κατευθύνσεων της ΕΕ και των απαιτήσεων του κεφαλαίου, νομιμοποίησαν και διεύρυναν το αντεργατικό οπλοστάσιο του κεφαλαίου. Η ατομική διευθέτηση του χρόνου εργασίας, η αύξηση των επιτρεπόμενων υπερωριών, η περαιτέρω απορρύθμιση των εργασιακών σχέσεων και, πιο πρόσφατα, η δυνατότητα εργασίας έως και 13 ώρες τη μέρα σε έναν ή πολλαπλούς εργοδότες, εντάσσονται σε μια ενιαία στρατηγική διάλυσης των κατακτήσεων που επέβαλε το εργατικό κίνημα με αιματηρούς αγώνες.
Ιδιαίτερη σημασία έχει και ένα ακόμη συμπέρασμα που προκύπτει από τα δεδομένα: η περίφημη «ψηφιακή κάρτα εργασίας», που προβλήθηκε από την κυβέρνηση ως δήθεν εγγύηση διαφάνειας και προστασίας των εργαζομένων, δεν άλλαξε την κατάσταση. Η πραγματικότητα αποδεικνύει ότι οι ισχυρισμοί περί «εκσυγχρονισμού» και «ελέγχου της παραβατικότητας» λειτουργούν ως προπέτασμα καπνού για την προώθηση της αντεργατικής πολιτικής. Η ψηφιακή παρακολούθηση του χρόνου εργασίας δεν εμπόδισε τη συνέχιση των απλήρωτων υπερωριών ούτε ανέκοψε την τάση διεύρυνσης του εργάσιμου χρόνου. Αντίθετα, χρησιμοποιήθηκε για να παρουσιαστεί μια εικόνα δήθεν προστασίας την ώρα που η αντεργατική νομοθεσία υπονόμευε ακόμη περισσότερο το σταθερό ωράριο.
Παρ’ όλο που η έρευνα αποτυπώνει τον εργασιακό μεσαίωνα που διαμορφώνεται από τις ανάγκες κερδοφορίας του κεφαλαίου, δεν απαλλάσσει από τις ευθύνες της την υποταγμένη ηγεσία της ΓΣΕΕ, η οποία συστηματικά υπονομεύει τους εργατικούς αγώνες και από την άλλη αναδεικνύεται στον καλύτερο συνομιλητή της κυβέρνησης. Τα ευρήματα αποτελούν επίσης υπενθύμιση ότι καμία κατάκτηση δεν είναι εξασφαλισμένη. Το 8ωρο, οι συλλογικές συμβάσεις, η πληρωμένη υπερωρία και συνολικά τα εργατικά δικαιώματα βρίσκονται στο στόχαστρο μιας συντονισμένης επίθεσης, με τους αντεργατικούς νόμους να μην «μένουν στα χαρτιά» αλλά να διαμορφώνουν τη σύγχρονη εργασιακή βαρβαρότητα.
Απέναντι σ’ αυτή την κατάσταση, η μόνη πραγματική απάντηση βρίσκεται στην οργάνωση των εργαζομένων, στην ανάπτυξη των αγώνων τους και στη διεκδίκηση της πλήρους κατοχύρωσης του οχταώρου, της μόνιμης και σταθερής εργασίας και των συλλογικών δικαιωμάτων. Γιατί ό,τι κερδήθηκε με αγώνες, μόνο με αγώνες μπορεί να διατηρηθεί και να διευρυνθεί.