Τo καλό παιδί συμμετέχει πρόθυμα στον πόλεμο του daddy
Μαίνεται η εσωτερική αντιπαράθεση στις ΗΠΑ
Ισραηλινό κομμάτιασμα του Λιβάνου σε αμερικανικά πλαίσια
Από τα τελεσίγραφα και τις φασιστικού τύπου απειλές του Τραμπ προς το Ιράν πως «απόψε θα πεθάνει ένας πολιτισμός», σε μια εύθραυστη εκεχειρία δύο εβδομάδων, η οποία χωρίς να έχει τελειώσει συνυπάρχει πια με απειλές και ένταση! Δεν τις λες και λίγες και μικρές αυτές τις εναλλαγές στη ροή των γεγονότων που ζήσαμε τις τελευταίες εβδομάδες!
Είναι εναλλαγές που κατά βάση αντανακλούν το στρατηγικό αδιέξοδο στο οποίο βρέθηκαν οι Αμερικάνοι ιμπεριαλιστές, όταν οι αρχικές εκτιμήσεις τους διαψεύστηκαν παταγωδώς! Ο αποκεφαλισμός της ιρανικής ηγεσίας μαζί με τη στρατιωτική πίεση δεν οδήγησε στην κατάρρευση του καθεστώτος, με ή χωρίς τη βοήθεια μιας εσωτερικής αναταραχής. Αντί της προσδοκίας αυτής, η ιρανική ηγεσία, έχοντας προετοιμαστεί όλες τις προηγούμενες δεκαετίες και στρατιωτικά -αναφέρεται η ύπαρξη ακόμα και στρατιωτικών εργοστασίων μέσα στα βουνά- αλλά όχι μόνο, άντεξε και συσπείρωσε γύρω της ένα σημαντικό τμήμα του ιρανικού λαού. Βέβαια, δεν παραβλέπουμε την αποδυνάμωση του οπλοστασίου, αλλά και τις καταστροφές που έχει υποστεί όλο αυτό το διάστημα το Ιράν, που μένει να δούμε πώς και πόσο θα επιδράσουν μεσοπρόθεσμα στην κοινωνική και πολιτική συνοχή του. Έτσι, η ενιαιότητά της αλλά και η πολύχρονη προετοιμασία της ιρανικής ηγεσίας, σε συνδυασμό με τις κρυφές (;) βοήθειες από Ρωσία κυρίως, αλλά και από Κίνα, έφεραν τα αντίθετα από τα προσδοκώμενα αποτελέσματα για τις ΗΠΑ.
Αντί να εκτεθούν οι ευρασιατικοί ιμπεριαλιστές στο κατά πόσο στηρίζουν το Ιράν, έχουν εκτεθεί οι ΗΠΑ, που όχι μόνο δεν μπόρεσαν να υπερασπίσουν τις διάσπαρτες στρατιωτικές βάσεις τους στην περιοχή (συστήματα αεράμυνας, ραντάρ, υποδομές, ανθρώπινο δυναμικό), αλλά άφησαν τα αντιδραστικά αραβικά καθεστώτα ανυπεράσπιστα μπροστά στα ιρανικά αντίποινα (χτυπήματα σε κρίσιμες ενεργειακές εγκαταστάσεις), ενώ και το Ισραήλ με τις επιθέσεις που δέχτηκε σε στρατιωτικά και βιομηχανικά κέντρα του δεν αισθάνεται πια καθόλου ασφαλές μέσα στον διάτρητο θόλο του.
Αντί να δημιουργήσει ενεργειακά και ευρύτερα γεωοικονομικά προβλήματα σε Ρωσία και Κίνα μέσω μιας απόσπασης του Ιράν από τους ευρασιάτες εταίρους του, η ιρανική ηγεσία, χρησιμοποιώντας το «υπερόπλο» των Στενών του Ορμούζ, χρέωσε στις ΗΠΑ την εξελισσόμενη παγκόσμια ενεργειακή ανασφάλεια και κρίση και δημιούργησε τους όρους για σοβαρά προβλήματα στις Δυτικές οικονομίες, αλλά και αναταράξεις στην ίδια την αμερικάνικη οικονομία. Την ίδια ώρα η Ρωσία θησαύριζε από την άνοδο των τιμών του πετρελαίου και η Κίνα, όχι χωρίς προβλήματα, έβλεπε τα τάνκερ της να περνούν τα -κλειστά για τις ΗΠΑ και τους συμμάχους τους στην περιοχή- Στενά του Ορμούζ!
Επίσης, οι κινήσεις και οι απειλές του Λευκού Οίκου προς τους «Ευρωπαίους συμμάχους του ΝΑΤΟ», που δεν υπακούν στον κατά Ρούτε «μπαμπάκα», μεγάλωσαν το ευρωατλαντικό ρήγμα, προκαλώντας κι άλλα τραύματα στο πλέγμα των συμμαχιών και επιδεινώνοντας τη διεθνή θέση των ΗΠΑ.
Επιπλέον, αντί να προκαλέσει έστω ένα ρήγμα στην ιρανική ηγεσία, η προεδρία Τραμπ αναγκάστηκε να αποπέμψει, ενώ μάλιστα η επίθεση στο Ιράν εξελισσόταν, τον αρχηγό του Γενικού Επιτελείου Στρατού των ΗΠΑ! Έτσι μεγάλωσε ταυτόχρονα τον διχασμό και την αντιπαράθεση στο εσωτερικό των ΗΠΑ, αλλά και κατάφερε να δημιουργήσει ρήγμα μέσα στο ίδιο το ρεπουμπλικανικό κόμμα και εστίες διαφοροποίησης μέσα στην ίδια τη διοίκηση Τραμπ!
Το «κερασάκι στην τούρτα» των αδιεξόδων γράφεται ότι ήταν η αμερικανική επιχείρηση στο Ισφαχάν με κρυφό σκοπό την κλοπή του ουρανίου και με προπέτασμα καπνού τη διάσωση του Αμερικανού πιλότου, που είχε ως αποτέλεσμα την καταστροφή έξι αεροσκαφών και αρκετές απώλειες. Αυτή η επιχείρηση επιβεβαίωσε πως μια κίνηση έστω και περιορισμένης -τοπικά και χρονικά- επέμβασης θα κατέληγε με μαθηματική ακρίβεια σε φιάσκο.
Έχοντας, λοιπόν, από τη μια στηριχθεί σε μια τυχοδιωκτική συνάρθρωση των σημαντικών στόχων της γύρω από την κατάρρευση της ιρανικής ηγεσίας, που διαψεύστηκε ολοκληρωτικά και με τα προβλήματα να αυξάνουν γεωμετρικά, η διοίκηση Τραμπ βρέθηκε μπροστά στο δίλημμα μιας αναδίπλωσης με το όποιο στρατηγικό κόστος και σε μια «φυγή προς τα εμπρός». Αυτό μαρτυρούν τα τελεσίγραφα που συνοδεύονταν από ολοένα και πιο ακραίες απειλές, αλλά και η συνεχής ανανέωσή τους. Βέβαια, οι φασιστικές απειλές για εξαφάνιση του ιρανικού έθνους πριν το τελευταίο τελεσίγραφο της Τρίτης 7/4, έδειχναν πως οι ΗΠΑ προετοιμάζουν τη δεύτερη επιλογή.
Ωστόσο, η δεύτερη επιλογή μόνο σαν μια ακραία τυχοδιωκτική ζαριά θα μπορούσε να προκύψει. Διότι μια τέτοια κίνηση θα άνοιγε τον δρόμο για διεύρυνση και κεντρικοποίηση της σύγκρουσης, κάτι για το οποίο οι ΗΠΑ δεν ήταν και δεν είναι έτοιμες. Έτσι, οι βάρβαρες απειλές έδωσαν τη θέση τους στην αποδοχή μιας εκεχειρίας δύο εβδομάδων και το άνοιγμα μιας διαδικασίας διαπραγμάτευσης. Μάλιστα, η αρχική ανακοίνωση των ΗΠΑ ανέφερε ως βάση της διαπραγμάτευσης τα δέκα σημεία που είχε δημοσιοποιήσει, κατά τη διάρκεια των τελεσιγράφων, η ιρανική ηγεσία. Αυτό καταδεικνύει την ανάγκη των ΗΠΑ να αναδιπλωθούν, για να μην εξελιχθούν τα πράγματα χειρότερα γι’ αυτούς. Βέβαια, στη συνέχεια αναίρεσαν τους τρεις από τους όρους στους οποίους είχαν συμφωνήσει, μεταξύ αυτών και το σημείο της συμφωνίας που ανέφερε πως η εκεχειρία θα περιλαμβάνει και τον Λίβανο, γεγονός που επιβεβαίωσε και ο Πακιστανός πρωθυπουργός!
Η διαπραγμάτευση, βέβαια, δεν αναίρεσε τις αντιφάσεις και τα διλήμματα των ΗΠΑ και από μια άποψη τα όξυνε παραπέρα. Διότι και στη διαπραγμάτευση, όπως και στο πεδίο, η ιρανική ηγεσία εμφανίστηκε κατά γενική ομολογία με αυτοπεποίθηση, αποφασισμένη να υπερασπίσει τις κόκκινες γραμμές της και ταυτόχρονα χωρίς αλαζονεία και με σκοπό να υπάρξει συμφωνία. Ακόμα και η προβοκατόρικη -σε συμφωνία με τις ΗΠΑ και με σκοπό να ασκηθεί πίεση στο Ιράν- συμπεριφορά του Ισραήλ, που προκάλεσε μια μαζική σφαγή στον Λίβανο, δεν εξέτρεψε την ιρανική αντιπροσωπεία από τη διαπραγμάτευση.
Από την άλλη, η αμερικανική αντιπροσωπεία άραγε πήγε στο Ισλαμαμπάντ θέλοντας να υπάρξει συμφωνία που να δίνει στις ΗΠΑ μια αξιοπρεπή «διέξοδο»; Ή για να καταγράψει μια «νίκη» που δεν υπήρξε επί του πεδίου; Έτσι π.χ., ενώ το Ιράν δέχονταν ένα πενταετές πάγωμα του εμπλουτισμού του ουρανίου, αλλά και μια «εποπτευόμενη διαδικασία απεμπλουτισμού του», οι ΗΠΑ απαίτησαν ένα εικοσαετές πάγωμα, ενώ παράλληλα ζήτησαν να αποκτήσουν δικαίωμα επί των Στενών του Ορμούζ! Για να μην αναφέρουμε τις άλλες απαιτήσεις για πλήρη παύση του πυρηνικού και πυραυλικού προγράμματος.
Ενώ λίγες μέρες πριν, τη ώρα που γίνονταν διαπραγματεύσεις, δήλωνε πως δεν τον νοιάζει να υπάρξει συμφωνία, αφού οι ΗΠΑ έχουν νικήσει, αμέσως μετά την αποτυχία των συνομιλιών ο Τραμπ επανέλαβε τις απειλές για καταστροφή του Ιράν σε μια μέρα και ταυτόχρονα διέταξε τον ναυτικό αποκλεισμό των Στενών του Ορμούζ, που ήθελε... ν’ ανοίξει! Φαίνεται πως μπροστά στα νέα αδιέξοδα, η προεδρία Τραμπ προχωρά σε έναν, ας πούμε, «ήπιο» τυχοδιωκτισμό, με σκοπό όπως αναφέρει η Washington Post (Ουάσιγκτον Ποστ) να πετύχουν μια καλύτερη συμφωνία με το Ιράν. Άραγε, πόσο θα πιεστεί το Ιράν, αν αληθεύουν δημοσιεύματα πως έχει βγάλει ένα σημαντικό τμήμα του στόλου εκτός των Στενών του Ορμούζ, ικανό να προμηθεύει για 80 ημέρες τους πελάτες της Τεχεράνης; Στην ίδια εφημερίδα, ο γνωστός αρθρογράφος της, David Ignatius, γράφει ότι η στρατηγική του Τραμπ παραπέμπει στη ρήση του Αϊζενχάουερ, «αν δεν μπορείς να λύσεις ένα πρόβλημα, μεγάλωσέ το»! Ωστόσο, στη φάση αυτή και με τα δεδομένα έτσι όπως είναι, υπάρχει σοβαρός κίνδυνος μια τέτοια κίνηση να εξελιχθεί σε φιάσκο ή και σε μπούμερανγκ για τις ίδιες τις ΗΠΑ. Θα τολμήσουν, άραγε, να σταματήσουν ή πολύ περισσότερο να βυθίσουν κινέζικα ή ινδικά τάνκερ που το Ιράν επιτρέπει τις διελεύσεις τους; Θα διακινδυνεύσει, δηλαδή, το άνοιγμα μετώπου με την Κίνα ή θα ρισκάρει μια σαφή επιδείνωση των σχέσεων με την Ινδία, που αποτελεί κρίσιμο παίχτη στα σχέδια των ΗΠΑ (IMEC) για χτύπημα του κινέζικου δρόμου του μεταξιού; Ήδη οι «Ευρωπαίοι σύμμαχοι του ΝΑΤΟ» για μια ακόμη φορά γυρνάνε την πλάτη στις κινήσεις της διοίκησης Τραμπ, ενώ η Σαουδική Αραβία (από τους αρχικούς υποστηρικτές της επίθεσης ενάντια στο Ιράν) ζητά από τις ΗΠΑ να άρουν τον αποκλεισμό και να γυρίσουν στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων.
Η ανάδειξη των αδιεξόδων των ΗΠΑ σε πρώτο πλάνο φαίνεται, σε πρώτη ανάγνωση, να περιορίζει τις πιθανότητες ενός απονενοημένου τυχοδιωκτισμού και να μεγαλώνει αυτές μιας αναδίπλωσης με το μικρότερο δυνατό κόστος. Οι εξελίξεις των τελευταίων χρόνων, όμως, και κυρίως η αγωνιώδης προσπάθεια των ΗΠΑ να αντιμετωπίσουν τη σχετική τους αποδυνάμωση, η λειτουργία τους ως «στριμωγμένου θηρίου», μας έχουν διδάξει πως ο κίνδυνος «μιας φυγής προς τα εμπρός» δεν μπορεί να αποκλειστεί. Αναμένουμε.

Σε μια συγκυρία που η επιδρομή των ΗΠΑ στο Ιράν οδεύει σε κρίσιμο σταυροδρόμι, καταγράφονται νέα επεισόδια της ελληνικής εμπλοκής. Η συμμετοχή της χώρας στον πόλεμο, που στη κύρια πλευρά της είναι ως ορμητήριο, γίνεται πολύμορφη, πάντα στις υπηρεσίες των Αμερικάνων ιμπεριαλιστών.
Στέλνονται εσπευσμένα βλήματα Patriot σε Κατάρ και ΗΑΕ για απόκρουση πυραύλων και drones. Τα δύο κράτη είναι στο επίκεντρο των ιρανικών αντιποίνων από την αρχή του πολέμου, διότι στο έδαφός τους βρίσκονται σημαντικές αμερικάνικες βάσεις. Στην περίπτωση του Κατάρ κυνικά λέγεται πως η αποστολή πολεμικού υλικού προέκυψε από απευθείας απαίτηση των ΗΠΑ. Για τα ΗΑΕ ενεργοποιείται άρθρο στρατιωτικής συμφωνίας του 2020 και φανερώνεται ξανά ποια είναι η χρήση σε τελική ανάλυση των συμφωνιών που υπογράφονται κατά καιρούς. Η ελληνική κυβέρνηση τα παρουσιάζει ως αμυντική βοήθεια, αλλά άπαντες αντιλαμβάνονται ότι οι κινήσεις αυτές, τη δεδομένη χρονική στιγμή, εντάσσονται 100% στον επιθετικό σχεδιασμό των Αμερικάνων.
Όπως τονίζουν αναλυτές, η εξάντληση των αντιαεροπορικών βλημάτων από τις επιθέσεις του Ιράν είναι από τα σοβαρότερα προβλήματα για τη CENTCOM και έτσι η Ελλάδα επιστρατεύεται να βάλει πλάτη στη θωράκιση των αμερικάνικων βάσεων στα εμιράτα του Περσικού Κόλπου, στην πρώτη γραμμή του πολέμου!
Πριν ακόμα αρχίσει η επίθεση, η ελληνική κυβέρνηση δήλωνε παρούσα στην πράξη στην προετοιμασία των ιμπεριαλιστικών σχεδιασμών. Στην πορεία του πολέμου, η εμπλοκή αναβαθμίστηκε. Η αδιάκοπη χρήση της Σούδας και όλου του δικτύου των βάσεων από την αμερικάνικη πολεμική μηχανή συμπληρώθηκε με την αποστολή πλοίων και αεροσκαφών σε διάταξη μάχης στην Ανατολική Μεσόγειο και την ενεργοποίηση της πυροβολαρχίας Patriot στη Yanbou της Σαουδικής Αραβίας. Όλα αυτά συνιστούν ενεργή συμμετοχή στην επίθεση ΗΠΑ-Ισραήλ στο Ιράν, η οποία έχει βάλει φωτιά σε όλη τη περιοχή.
Η Ελλάδα καταγράφεται στις πλέον πρόθυμες ευρωπαϊκές χώρες για συνδρομή στον πόλεμο. Σε διαφορετικό κλίμα, οι Ευρωπαίοι ιμπεριαλιστές παίρνουν όλο και πιο σαφείς αποστάσεις από ΗΠΑ-Ισραήλ, όχι φυσικά από αντιπολεμικά κίνητρα, αλλά διότι βρίσκονται σε σκληρή αντιπαράθεση με την Ουάσιγκτον για τον ρόλο τους στη Δυτική συμμαχία. Η στάση της ελληνικής κυβέρνησης είναι όλο και πιο δύσκολο να κρατήσει ισορροπίες ανάμεσα σε ευρωπαϊκά και αμερικάνικα αφεντικά. Από τη μία, ο Γερμανός καγκελάριος να δηλώνει πως «δεν είναι ο δικός μας πόλεμος» και από την άλλη ο Έλληνας υπουργός Άμυνας να επισκέπτεται τους στρατιωτικούς στη Σαουδική Αραβία, για να δώσει συγχαρητήρια για την κατάρριψη ιρανικού drone.
Ενώ οι εκβιασμοί Τραμπ προς τους συμμάχους του έχουν φτάσει στην απειλή αποχώρησης από το ΝΑΤΟ, ήρθε στο φως σχέδιο Αμερικάνων ανώτερων αξιωματούχων για ανακατανομή των αμερικάνικων στρατευμάτων στην Ευρώπη. Σύμφωνα με το σχέδιο, οι ΗΠΑ θα αποσύρουν μέρος των δυνάμεών τους από «δύστροπες» χώρες (γίνεται αναφορά σε Ισπανία, Γερμανία) και θα τις μετεγκαταστήσουν σε χώρες που θεωρούνται υπάκουες, ανάμεσά τους και η Ελλάδα!
Ανεξάρτητα αν θα υλοποιηθούν τα παραπάνω έστω και μερικώς (η παρουσία στρατευμάτων και βάσεων σε ξένη χώρα είναι ένα ισχυρό χαρτί για να καεί, κάτι πολύ δύσκολο, ιδιαίτερα για στρατηγικής σημασίας βάσεις, όπως στη Γερμανία), και μόνο ότι παρουσιάζεται ως επιβράβευση ο ερχομός χιλιάδων πεζοναυτών στην Ελλάδα είναι χαρακτηριστικό της αμερικανοδουλείας του ντόπιου πολιτικού προσωπικού.
Κάποιοι, λοιπόν, πανηγυρίζουν μόνο με την ιδέα ότι θα έρθουν και άλλες βάσεις στην Ελλάδα. Την ίδια στιγμή που φανερώνεται ότι οι βάσεις του θανάτου στη χώρα όχι μόνο δεν λειτουργούν ως εγγύηση για την ειρήνη και τη σταθερότητα, αλλά είναι μαγνήτης εχθρικών πυραύλων και μπλέκουν τον λαό αυτόματα στον πόλεμο. Την ίδια στιγμή που η ελληνική κυβέρνηση, για να εκπληρώσει τις απαιτήσεις των Αμερικάνων για προστασία των βάσεων, στέλνει εσπευσμένα Patriot στην Κάρπαθο και στη Θράκη, ενώ δίνει πανάκριβους αντιβαλλιστικούς πυραύλους για τις βάσεις που βρίσκονται στις μοναρχίες του κόλπου. Και όπως δηλώνεται, πρέπει αποκτήσει η νέα γενιά κουλτούρα θυσίας, για να είναι έτοιμη να ματώσει για τους πολέμους των ιμπεριαλιστών.
Αλλά αυτά αφορούν τη ζωή του λαού και της εργατικής τάξης, που πληρώνουν ήδη τις συνέπειες και ανησυχούν για τους κινδύνους. Για την κυβέρνηση, που δρα για τα συμφέροντα ντόπιου και ξένου κεφαλαίου, μετράνε άλλα στη ζυγαριά. Δεμένη με χίλια νήματα με τον ιμπεριαλισμό η άρχουσα τάξη και με δοσμένες τις γεωπολιτικές φουρτούνες, ευθυγραμμίζεται με τις ΗΠΑ. Ακόμα και εάν οι ισορροπίες της διπλής εξάρτησης ταράσσονται, ακόμα και εάν η οικονομία της ζορίζεται από τις επιπτώσεις του πολέμου.
Επιπλέον, όπως γράφτηκε και σε προηγούμενο φύλλο της ΠΣ, το ξέσπασμα του πολέμου έχει τροφοδοτήσει τον αντιδραστικό ελληνοτουρκικό ανταγωνισμό. Είναι δεδομένο ότι ο γεωπολιτικός χάρτης ξαναχαράζεται και επιδρά στο σύνολο των ανοιχτών ζητημάτων της ελληνοτουρκικής αντιπαράθεσης. Το τελευταίο επεισόδιο προέκυψε με την ανακοίνωση της συμφωνίας για την αγορά του ισραηλινού πυραυλικού συστήματος PULLS για τον «ελληνικό θόλο», που εντάσσεται στη βρόμικη συνεργασία με τους σιωνιστές που βαθαίνει συνεχώς, ακόμα και την ώρα που το Ισραήλ πυρπολεί την εκεχειρία βομβαρδίζοντας τον Λίβανο. Ακολούθησε η παρέμβαση Φιντάν για την ενίσχυση των σχέσεων Ελλάδας-Κύπρου με το Ισραήλ, που στόχο έχει την «περικύκλωση της Τουρκίας στην Ανατολική Μεσόγειο».
Σε αυτό το πεδίο η άρχουσα τάξη επιχειρεί να παίξει ξανά το χαρτί του υπάκουου συμμάχου των ΗΠΑ, που ικανοποιεί τα θέλω τους, σε αντιδιαστολή με την Τουρκία, που εμφανίζεται ως ουδέτερη. Το καλό παιδί, λοιπόν, έχει τους λόγους του για να συμμετέχει στον πόλεμο του daddy Τραμπ. Ο λαός έχει τους δικούς του λόγους για να αντισταθεί στην εμπλοκή.

Μεγάλη κόντρα και αυξανόμενη διχογνωμία εκδηλώνεται στην αμερικανική ελίτ, έχοντας στον πυρήνα της την ελλιπή αποτελεσματικότητα και τις περιπλοκές των τακτικών επιλογών που ακολουθούνται από τη διοίκηση Τραμπ. Το μεγάλο ζητούμενο, πώς οι ΗΠΑ θα πλησιάσουν τους στρατηγικούς στόχους για να «βγουν μπροστά» και συνολικά κερδισμένες στον αδυσώπητο ανταγωνισμό τους με τους αντιπάλους τους, παραμένει ζητούμενο και ανεβάζει κλίμακα στις εσωτερικές αντιπαραθέσεις. Οι καρατομήσεις ηγετικών προσώπων σε στρατό και πολιτικά πόστα δείχνουν πού έχει φτάσει το πράγμα, αφού το όποιο «σχέδιο» Τραμπ δεν πείθει, πόσο μάλλον όταν είναι γεμάτο «ήξεις-αφήξεις». Το ερώτημα έρχεται αμείλικτο: Υπάρχει σχέδιο;
Η επίθεση στο Ιράν ήταν αναγκαία; Ποιοι είναι οι στόχοι; Ποια τα οφέλη και με ποιο τίμημα; Ποιο το πλάνο στρατηγικής διεξόδου;
Η εικόνα αντιφατικότητας, σύγχυσης και ασυνέχειας, η εικόνα μιας εξωτερικής πολιτικής εγκλωβισμένης στην «κινούμενη άμμο» της Μέσης Ανατολής, ταυτισμένη με την έξαλλη επιθετικότητα ενός ηγέτη που απειλεί με αφανισμό έθνη και πολιτισμούς, δεν μπορεί παρά να τροφοδοτεί περαιτέρω αμφισβητήσεις και να παράγει επιπλέον πιέσεις σε ένα ήδη φορτισμένο περιβάλλον.
Με έναν «υπουργό Πολέμου» που υπερθεματίζει με εκδικητικούς τόνους για την «εξόντωση του εχθρού» και έναν αντιπρόεδρο που «δεν έχει ενθουσιαστεί με αυτόν τον πόλεμο, επειδή έχει άλλη φιλοσοφία», όπως παραδέχτηκε ο ίδιος ο Τραμπ για τον Τζέι Ντι Βανς, η Αμερική πορεύεται μέσα σε αβεβαιότητες και μπροστά υπάρχουν οι κρίσιμες ενδιάμεσες εκλογές του Νοέμβρη για το Κογκρέσο.
Οι σαρωτικές απομακρύνσεις στην κορυφή των Ενόπλων Δυνάμεων των ΗΠΑ, επί της ουσίας το ξήλωμα όλης της ηγεσίας του αμερικανικού στρατού από τον υπουργό Πολέμου Πιτ Χέγκσεθ, η πιθανή αποχώρηση του υπουργού Στρατού Ντάνιελ Ντρίσκολ από την κυβέρνηση Τραμπ, τρίτου στη σειρά υπουργού μετά την αποπομπή της υπουργού Εσωτερικής Ασφάλειας Κρίστι Νόεμ και της υπουργού Δικαιοσύνης Παμ Μπόντι, μπορεί να δείχνουν ποιος έχει το «πάνω χέρι», αποτελούν όμως και σαφή τεκμήρια μιας εσωτερικής διαπάλης που εξελίσσεται και μάλλον φουντώνει.
Η σύγκρουση στο Πεντάγωνο
Η απομάκρυνση του Αρχηγού του Γενικού Επιτελείου Στρατού, μαζί με πολλούς ανώτατους αξιωματικούς σε Αεροπορία και Ναυτικό που είχαν αντιταχθεί σε μια νέα στρατιωτική σύγκρουση με το Ιράν, αποτελεί κίνηση πολιτικού ξεκαθαρίσματος και μεγαλύτερου ελέγχου, αλλά και προειδοποιητικό σήμα μηδενικής ανοχής στις εκδηλώσεις αντίθεσης στις πολιτικές αποφάσεις, αντίθεσης που είχε διαρρεύσει ακόμα και πέρα από τον Λευκό Οίκο.
Αποτυπώνει, επίσης, τη βαθιά δυσαρέσκεια για την αδυναμία επίτευξης στόχων και προβάλλει την απαίτηση να βρίσκονται στην ηγεσία του Στρατού πρόσωπα που θα εφαρμόζουν πλήρως το «όραμα» του Τραμπ και της πολιτικής ηγεσίας του Πενταγώνου.
Ιδιαίτερη σημασία έχει το γεγονός ότι οι αλλαγές στη στρατιωτική δομή γίνονται την ώρα κορύφωσης της σύγκρουσης, με γενικότερες συνέπειες σε επίπεδο ασφάλειας και στρατιωτικής ετοιμότητας στη λήψη αποφάσεων, αλλά και σε γεωπολιτικό επίπεδο, αφού σηματοδοτούν μειωμένη συνοχή και αυξημένη τρωτότητα, πλήττοντας την εικόνα του «ισχυρότερου στρατού στον κόσμο, που τιμωρεί τους αντιπάλους του»!
Ταυτόχρονα, προσφέρουν στους αντιπάλους ευκαιρία εντατικοποίησης της πίεσης, ενώ μεγαλώνουν τον προβληματισμό στους συμμάχους, καθώς ερμηνεύονται ως αδυναμία. Αυτή η αδυναμία επιτείνεται, αν συγκριθεί με την αυξημένη συνοχή και επιχειρησιακή ετοιμότητα του αντιπάλου, παρά τα πλήγματα και τις απώλειες ηγετικών στελεχών.
Η αποπομπή της υπουργού Δικαιοσύνης
Η Παμ Μπόντι, παρότι υπήρξε ένθερμη υποστηρίκτρια του Τραμπ, δικηγόρος του και πρώην Γενική Εισαγγελέας των ΗΠΑ, διορισμένη από τον ίδιο, δεν αποδείχτηκε αρκετά ικανή να υλοποιήσει την ατζέντα του.
Η πόρτα εξόδου στην υπουργό Δικαιοσύνης άνοιξε λίγες βδομάδες μετά την καρατόμηση της υπουργού Εθνικής Ασφάλειας Κρίστι Νόεμ, καθώς και οι δυο απέτυχαν να καθαρίσουν το όνομα του Τραμπ από την υπόθεση Επστάιν, που τον έφερε σε σύγκρουση με μερίδα υποστηρικτών του από το «κίνημα MAGA».
Η Παμ Μπόντι κατηγορήθηκε ότι έβαζε εμπόδια στη δημοσιοποίηση των αρχείων Επστάιν, μεγαλώνοντας την αίσθηση αδιαφάνειας και τις αντιδράσεις εντός του ρεπουμπλικανικού κόμματος, μια υπόθεση που έβλαπτε πολιτικά τον Τραμπ.
Όμως, δεν ήταν και αρκετά σκληρή, ώστε να κινηθεί πιο επιθετικά και να παραπέμψει σε δίκη πολιτικούς αντιπάλους του προέδρου. Παρόλο που ο πρώην διευθυντής του FBI, Κόμεϊ, η Γενική Εισαγγελέας της Νέας Υόρκης, Τζέιμς και ο πρώην Σύμβουλος Εθνικής Ασφάλειας του Τραμπ, Μπόλτον, βρίσκονται υπό ποινική έρευνα, η παραπομπή σκόνταψε σε θεσμικούς περιορισμούς, τους οποίους η Μπόντι δεν κατάφερε (;) να παρακάμψει, προκαλώντας τη δυσαρέσκεια του προέδρου για τις καθυστερήσεις και τις αστοχίες.
Η 25η Τροπολογία
Άλλοτε φανατικοί υποστηρικτές του Τραμπ, όπως ο γνωστός δημοσιογράφος Τάκερ Κάρλσον και η πρώην βουλευτής Μάρτζορι Τέιλορ Γκριν, αλλά και κάμποσοι ρεπουμπλικάνοι γερουσιαστές, εκτός από τους δεκάδες δημοκρατικούς, επιτέθηκαν εναντίον του, με αφορμή τις πρόσφατες ακραίες δηλώσεις και απειλές για τον «αφανισμό» του Ιράν, λέγοντας ότι «δεν συνάδουν με τις αρχές της Αμερικής» και αποτελούν «προσβολή στα ιδανικά που υπερασπίζεται σε όλο τον κόσμο».
Η 25η Τροπολογία του αμερικανικού συντάγματος, για τη δυνατότητα απομάκρυνσης του προέδρου λόγω ακαταλληλότητας, παρότι θεωρητική, βρίσκεται στα στόματα όλο και περισσότερων πολιτικών και δημόσιων προσώπων -με χαρακτηριστική την περίπτωση του πρώην αρχηγού της CIA, Τζον Μπρέναν- που αμφισβητούν την ψυχική υγεία του Τραμπ και επικαλούνται τους μεγάλους κινδύνους που απορρέουν από ένα άτομο «εκτός ελέγχου».
Ωστόσο, όλες οι εκφράσεις αμφισβήτησης πυροδοτούνται από ένα σύνολο άλυτων ζητημάτων. Αν οι δυσκολίες στον πόλεμο, οι διαταράξεις στην παγκόσμια οικονομία, η αβεβαιότητα, ο ενεργειακός κλονισμός, η δημοσκοπική βουτιά, η τεράστια απόσπαση πόρων συνθέτουν τον τωρινό καμβά, οι ανισορροπίες και τελικά οι αναντιστοιχίες στα μέσα και τους στόχους των ΗΠΑ αποτελούν την αιτία του διχασμού και των επικρίσεων, απέναντι σε μια ηγεσία που φαίνεται περισσότερο να γκρεμίζει χωρίς προς ώρας να οικοδομεί ορατές λύσεις.

Ταυτόχρονα με την ανακοίνωση κατάπαυσης του πυρός μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν στις 8 Απρίλη, η πολεμική αεροπορία του Ισραήλ έκανε μια επιχείρηση βομβαρδισμού σε οικιστική ζώνη της Βηρυτού, με αποτέλεσμα τη δολοφονία πάνω από 350 ανθρώπων και τον τραυματισμό άλλων χιλίων. Ο Νετανιάχου έθεσε το πολιτικό σκέλος αυτής της θηριωδίας, ανακοινώνοντας πως η εκεχειρία δεν αφορά τον Λίβανο, καθώς οι επιχειρήσεις από το Ισραήλ είναι ανεξάρτητες.
Σχέδια για εκεχειρία στον Λίβανο ανακοινώνονται καθημερινά, ταυτόχρονα με την ανάπτυξη των πολεμικών επιχειρήσεων (χερσαίων με πεζικό, πυροβολικό και αεροπορικών βομβαρδισμών) στο νότιο τμήμα της χώρας. Η μέθοδος που ακολουθείται για κατάληψη της περιοχής μέχρι το φυσικό όριο του ποταμού Λιτάνι είναι η ισοπέδωση των οικισμών σε πόλεις και χωριά, η καταστροφή των υποδομών και ο οριστικός εκτοπισμός των κατοίκων, στα πρότυπα της Γάζας. Οι πάνω από 2.000 νεκροί κάτω από τα ερείπια και οι 1,2 εκατομμύρια εκτοπισμένοι περιγράφουν το μέγεθος της ανθρώπινης καταστροφής μέχρι τώρα. Παράλληλα με τις επιχειρήσεις του Ισραήλ, εξελίχθηκε και το αποτράβηγμα του λιβανέζικου στρατού αμαχητί προς τον βορρά. Παρόλες τις διεισδύσεις των IDF, οι επιθέσεις μαχητών της Χεζμπολά με ρουκέτες στο βόρειο Ισραήλ, οι απώλειες σε έμψυχο και άψυχο στρατιωτικό υλικό των σιωνιστών, αλλά και οι μάχες σώμα με σώμα ιδιαίτερα στη στρατηγική πόλη Μπιντ Τζμπέιλ στον νότιο Λίβανο δείχνουν ότι δεν είναι καθόλου εύκολες οι επιδιώξεις του Ισραήλ.
Με όχημα τον αφοπλισμό της Χεζμπολά, το σιωνιστικό κράτος έχει ρευστοποιήσει τα νότια σύνορα του Λιβάνου. Στην πολυδιαφημισμένη συνάντηση των δύο πλευρών για διερεύνηση ενδεχόμενης κατάπαυσης πυρός που οργανώθηκε και χαιρετήθηκε από τους Αμερικανούς, με την παρουσία του Μάρκο Ρούμπιο, της πρέσβειρας του Λιβάνου στις ΗΠΑ και του αντίστοιχου Ισραηλινού πρέσβη, παρουσιάστηκε η πρόταση των Ισραηλινών για δημιουργία τριών ζωνών στον Λίβανο: Μια κίτρινη ζώνη 8 χιλιομέτρων σταθερής δύναμης IDF, μια ζώνη επιχειρήσεων με όριο τον ποταμό Λιτάνι (30 χλμ. από τα σύνορα) και μία βορειότερα, όπου ο λιβανέζικος στρατός θα αφοπλίζει με δικές του επιχειρήσεις τη Χεζμπολά. Είναι μια πρόταση, δηλαδή, που καταλήγει σε ντε φάκτο διχοτόμηση του Λιβάνου, στην κατεύθυνση επέκτασης του σιωνιστικού κράτους προς τον βορρά.
Οι στόχοι αυτοί λειτουργούν στην κατεύθυνση εξυπηρέτησης των σχεδίων ελέγχου της Μ. Ανατολής από τον αμερικάνικο ιμπεριαλισμό και έχουν παρελθόν. Η προσπάθεια εκμετάλλευσης της εκρηκτικής κατάστασης στο εσωτερικό του Λιβάνου μέσω αναστήλωσης του δωσίλογου στρατού και της κυβέρνησης για άσκηση πίεσης στη Χεζμπολά κρατάει χρόνια. Τα αμερικανικά πακέτα χρηματοδότησης του λιβανέζικου στρατού το ’23 και το ’25 είχαν στόχο τη διαμόρφωση ενός στρατιωτικο-πολιτικού αντίβαρου στο εσωτερικό της ούτως ή άλλως διχασμένης χώρας. Η απαγόρευση στρατιωτικής δράσης της σιιτικής οργάνωσης από τον στρατό ήταν μια πρώτη κίνηση, που βέβαια έμεινε στα χαρτιά, όπως στα χαρτιά έμεινε και ο «διωγμός» του Ιρανού πρέσβη που αποφασίστηκε από την κυβέρνηση λίγες μέρες μετά την έναρξη του πολέμου. Από την άλλη, η ανακοίνωση της Χεζμπολά πως η συνάντηση των δυο πρέσβεων στις ΗΠΑ υπό τον υπουργό Εξωτερικών αποτελεί «εθνικό αμάρτημα», δείχνει το εκρηκτικό εσωτερικό πολιτικό σκηνικό στη χώρα. Οι λεπτές ισορροπίες ανάμεσα στις μοιρασμένες θρησκευτικά εξουσίες στο εσωτερικό του Λιβάνου είναι σε τεντωμένο σχοινί, σε μια χώρα που οι συγκρούσεις είναι μόνιμες.
Η επόμενη μέρα έχει πλευρές που δεν μπορούν να προβλεφθούν. Το σίγουρο είναι πως το κουβάρι της περίπλοκης εξίσωσης δεν θα λυθεί μέσω προσεγγίσεων που προσπαθούν να δώσουν ερμηνεία, τοποθετούμενοι για τις δυνατότητες του εβραϊκού λόμπι να σέρνει την αμερικανική διοίκηση εκβιάζοντας τον Τραμπ. Άλλωστε, η επέμβαση στον Λίβανο ξεκίνησε σε αναφορά με το μέτωπο στο Ιράν και πάνω στο έδαφος της αμερικανικής παρέμβασης στην περιοχή. Δέχεται τις επιδράσεις των εξελίξεων της ιμπεριαλιστικής επέμβασης στο Ιράν, που γίνεται πότε με τα όπλα και πότε μέσω της διαπραγμάτευσης. Το αν θα επιλεγεί η οριοθέτηση της επέμβασης στον Λίβανο ή η επέκτασή της, θα καθοριστεί πρώτα και κύρια από το πώς θα ενταχθεί σε αυτό που σχεδιάζουν οι Αμερικάνοι ως επόμενη κατάσταση στη Μέση Ανατολή και φυσικά από τις δυνατότητές τους να το πετύχουν. Ο Τραμπ και η αμερικανική διοίκηση με αυτό αναμετριέται καθημερινά. Το χτύπημα στη Βηρυτό στις 8 Απρίλη είτε ως προσπάθεια «αυτόνομης» πίεσης από την πλευρά του Ισραήλ για εμπρησμό της συμφωνίας για εκεχειρία, είτε ως αμερικανική διαπραγματευτική πίεση στο Ιράν (άλλωστε ο Τραμπ συνεχώς υπογραμμίζει πως δεν εντάσσεται στη συμφωνία ο Λίβανος) είχε τα όρια του αμερικανικού ιμπεριαλισμού και έγινε μέσα σε αυτά τα πλαίσια. Όπως και η έκβαση των όποιων προσπαθειών για κατάπαυση του πυρός, τα ίδια πλαίσια θα σέβεται. Ιδιαίτερα τώρα, που όσο ποτέ στο παρελθόν είναι αναγκαία η αμερικανική στρατιωτική μηχανή ως ομπρέλα προστασίας του Ισραήλ. Ο ίδιος ο Νετανιάχου δεν ξεχνά να υπογραμμίζει αυτή τη σύμπνοια με τα επιτελεία των ΗΠΑ.
Ο πόλεμος στον Λίβανο αποτελεί επίσης το όχημα ενεργοποίησης των ευρωπαϊκών δυνάμεων μέσω της προστασίας των χριστιανικών πληθυσμών. Επιστρατεύτηκε, μάλιστα, και ο πάπας, μέσω του οποίου εκφράστηκε εκ νέου η διάσταση των δυνάμεων του ΝΑΤΟ που εμφανίστηκε στη σύγκρουση ΗΠΑ και Ιράν και εξελίσσεται συνεχώς. Το Ισραήλ, βέβαια, με χτυπήματα μέχρι και σε κυανόκρανους, φροντίζει να στέλνει το μήνυμα σε θεσμούς, πως λειτουργεί σε πλαίσιο που δεν λαμβάνει υπόψιν άλλα όρια πέραν της διοίκησης Τραμπ.