Με εξαγγελίες κοροϊδία έληξε η ΔΕΘ απ’ την πλευρά της κυβέρνησης. Απ’ τη μια το πυροτέχνημα της «εθνικής πρωτοβουλίας μείωσης τιμών» και απ’ την άλλη η φάρσα της αύξησης του κατώτατου μισθού στα 950 ευρώ (μεικτά) το 2027 και 1000 (πάλι μεικτά) ως το 2028. Η αλήθεια όμως που προσπαθούν να κρύψουν (και δεν κρύβεται) πίσω απ’ τις όποιες εξαγγελίες είναι ότι έχουν προσδέσει τους εργαζόμενους και την εργατική τάξη στο άρμα της φτώχειας και της εκμετάλλευσης και το κερασάκι στην τούρτα που ετοιμάζουν για όλους μας είναι ο πόλεμος και ο εθνικισμός. Με αυτά τα «εθνικά» ιδεώδη θα προχωρήσει η κυβέρνηση του κεφαλαίου και από δίπλα η αντιπολίτευση. Γιατί όλα τα αστικά κόμματα συνομολογούν σε μία γραμμή: Όλα στο κεφάλαιο, όλα για τα ιμπεριαλιστικά αφεντικά μας.
Όποιος λοιπόν δεν έχαψε τα παραμύθια του Μητσοτάκη στη ΔΕΘ καλό είναι να προετοιμαστεί για δύσκολο χειμώνα. Οι επιπτώσεις του πολέμου σε Ουκρανία και Ιράν θα φέρουν καινούργιες ανατιμήσεις στα βασικά αγαθά και στο στόχαστρο θα μπουν μισθοί, συντάξεις, δικαιώματα. Απ’ τα τέλη Αυγούστου, το εργοτάξιο του Ελληνικού με τροπολογία εξαιρέθηκε απ’ την κυριακάτικη αργία με σκοπό να δουλεύουν οι εργάτες 7 στις 7 ημέρες. Μαρινάκης και Βορίδης ανοίγουν μέτωπο στους εργαζόμενους και τους κατηγορούν για τεμπέληδες και ότι φταίνε για την ανεργία («δουλειές υπάρχουν και οι άνεργοι δεν θέλουν να δουλέψουν», αυτά διαδίδουν στα κανάλια) ανοίγοντας τη συζήτηση για το χτύπημα-κατάργηση του ταμείου ανεργίας. Το χτύπημα είναι πρώτα απ’ όλα ιδεολογικό. Μεταφέρουν το φταίξιμο για την ανεργία στον λαό. Κάνουν πως δεν ξέρουν ότι η ανεργία είναι συνυφασμένη με τον καπιταλισμό και ότι όσο υπάρχει αυτό το σύστημα, τόσο θα υπάρχει κόσμος που δεν θα έχει δουλειά. Στο μυαλό στοχεύουν και στη συγκρότηση των εργαζομένων. Για να μην μπορούν να σηκώσουν κεφάλι, για να πιστεύουν ότι τα προβλήματά τους είναι δική τους ευθύνη.
Είναι κοινός τόπος για κυβέρνηση κι αντιπολίτευση. Οι εργαζόμενοι να εμπεδώσουν την ανημπόρια τους και κάθε λίγα χρόνια να εκτονώνουν την όποια αντίδρασή τους στις κάλπες. Να πιστεύουν σε σωτήρες και να μην έχουν καμία πίστη στις δικές τους δυνάμεις. Αυτή είναι η αντίληψη που πρέπει να αποτινάξει η εργατική τάξη. Για να μπορέσει να συγκροτήσει αγώνες νικηφόρους και να πετύχει νίκες. Αυτό έγινε και με τη σημαντική νίκη ενάντια στην αργία της Χρύσας Χοτζόγλου. Με επιμονή και συνέπεια υπηρετήθηκε η γραμμή που έλεγε ότι ο στόχος είναι να παρθεί πίσω η αργία και ότι οι εργαζόμενοι με τους αγώνες τους είναι οι μόνοι που μπορούν να το καταφέρουν. Κόντρα σε όλους τους υπόλοιπους που, από δεξιά και από αριστερά… τρομάρα τους, μας κούναγαν το δάχτυλο για τα κόκκινα και αγωνιστικά ΔΣ, για την κόκκινη ΟΛΜΕ, την κόκκινη ΑΔΕΔΥ, ενώ στην πραγματικότητα μπλόκαραν τον αγώνα.
Αυτά τα αγωνιστικά παραδείγματα πρέπει να υιοθετήσει η εργατική τάξη. Αυτή τη λογική της πάλης για δικαιώματα, όπως αυτό της δουλειάς, του μισθού και της σύνταξης που να φτάνουν για να ζεις αξιοπρεπώς, της ζωής με δικαιώματα. Πάλη δηλαδή για αυτά που έχουν ανάγκη οι εργαζόμενοι, ανεξάρτητα από το τι μπορεί να προσφέρει το σύστημα.
Η κυβέρνηση και τα κόμματα της αντιπολίτευσης έχουν κοστολογήσει τα πάντα. Προσπαθούν να μας πείσουν ότι τα δικαιώματα και οι διεκδικήσεις μας πρέπει να είναι κοστολογημένα και μέσα στα όρια αντοχής της οικονομίας. Η αλήθεια όμως είναι ότι η οικονομία του εξαρτημένου καπιταλισμού και ιδιαίτερα σε περίοδο κρίσης και πολεμικής προετοιμασίας δεν χωρά καμία ανάγκη των εργαζομένων. Αντίθετα, αυτό που βάζει μπροστά είναι η άγρια εκμετάλλευσή τους. Γι’ αυτό πρέπει να γυρίσουμε την πλάτη σε όλους αυτούς τους επίδοξους σωτήρες, που θέλουν να μας σώσουν με προγράμματα αντοχής της οικονομίας και μέσα στα δημοσιοοικονομικά όρια. Γιατί όλοι αυτοί σαν κύριο μέλημά τους έχουν τα συμφέροντα του κεφαλαίου και των ιμπεριαλιστικών αφεντικών τους, ΗΠΑ και ΕΕ, και όχι τα ασυμβίβαστα συμφέροντα της εργατικής τάξης.
Η οργάνωση είναι η διέξοδός μας. Η πάλη με στόχο, επιμονή και συνέπεια, στη βάση των εργαζομένων. Ναι, είναι όλοι απέναντί μας. Ακόμα κι οι ηγεσίες των σωματείων μας, ακόμα κι αυτοί που δηλώνουν ταξικοί και με την οργάνωση, στην πραγματικότητα είναι μέσα στα όρια της αστικής νομιμότητας και του ό,τι αυτή επιτρέπει. Πρέπει λοιπόν να τους προσπεράσουμε. Να φτιάξουμε τα δικά μας εργαλεία τα οποία θα υπηρετούν τους στόχους μας και τους αγώνες μας. Να πιέσουμε και να συμπαρασύρουμε με την κίνησή μας όσους αμφιταλαντεύονται και να αδειάσουμε όσους μας μπαίνουν εμπόδιο στην πάλη. Όσο αυτή η κατεύθυνση δεν συγκροτείται, τόσο θα βρισκόμαστε σε μια παρατεταμένη προεκλογική περίοδο αναζήτησης καινούργιων σωτήρων στην κάλπη. Τόσο οι εργαζόμενοι δεν θα αποκτάνε φωνή, αλλά θα τους την κλέβουν.