Η ραγδαία επιδείνωση των γερμανο-ρωσικών σχέσεων προκαλεί μεγαλύτερη όξυνση και τροφοδοτεί με περισσότερο εύφλεκτο υλικό τον πόλεμο στην Ουκρανία, τη στιγμή που όποιες συναντήσεις-συζητήσεις για «ειρήνευση» παραπέμπονται για… αργότερα.
Είναι φανερό ότι, αν από τη μια υπάρχουν μερίδες που αμφισβητούν την αποτελεσματικότητα των επιλογών των τελευταίων χρόνων (όπως αυτό αντανακλάστηκε και με την άνοδο της AfD), υπάρχουν ισχυρές μερίδες στα ηγετικά κλιμάκια της ιμπεριαλιστικής Γερμανίας που συνεχίζουν να τάσσονται υπέρ της όξυνσης των σχέσεων με τη Ρωσία, αφήνοντας πίσω τους την περιβόητη Ostpolitik. Είναι χαρακτηριστικό της διαπάλης που γίνεται (και) στην αστική τάξη και το πολιτικό προσωπικό της Γερμανίας το εξής: Ενώ μέσα στο καλοκαίρι η γερμανική δικαιοσύνη είχε κατηγορήσει ανοιχτά Ουκρανούς για τη δολιοφθορά του αγωγού Stream 2, αμέσως μετά η γερμανική πολιτική ηγεσία κατηγόρησε ανοιχτά τη Ρωσία για «απόπειρα» επίθεσης με drone στο αεροδρόμιο της Λιψίας ενάντια σε αεροπλάνα που θα μετέφεραν στρατιωτικό υλικό στην Ουκρανία. Μάλιστα, ο Γερμανός υπουργός Εσωτερικών δημοσιοποίησε στοιχεία που, κατά τη γερμανική πλευρά, δείχνουν ξεκάθαρα ρωσική εμπλοκή. Ως άμεση απάντηση η Γερμανία έκλεισε το ρωσικό προξενείο στη Βόννη (έχει τώρα απομείνει μόνο η ρωσική πρεσβεία στο Βερολίνο) και διέκοψε τη λειτουργία του πολιτιστικού κέντρου Russian House στο Βερολίνο. Ταυτόχρονα, προανήγγειλε μια σειρά επιπλέον οικονομικών κυρώσεων από τις πρόσφατες που έχει αποφασίσει-υλοποιήσει η ΕΕ.
Η Ρωσία, αφού χαρακτήρισε ως προβοκάτσια τη γερμανική κατηγορία για το επεισόδιο στη Λιψία, ανταπάντησε με το κλείσιμο του Γενικού Προξενείου της Γερμανίας στην Αγία Πετρούπολη και τη διακοπή λειτουργίας των εναπομεινάντων παραρτημάτων του Ινστιτούτου Γκαίτε σε Μόσχα, Αγία Πετρούπολη και Εκατερίνενμπουργκ. Ακόμη, η ρωσική πλευρά χαρακτήρισε τις γερμανικές κατηγορίες ως «έναρξη πολέμου», ανεβάζοντας τόνους στην επιθετική ρητορική της σε βάρος της Γερμανίας.
Παρά τις διαψεύσεις και την άρνηση ανάληψης ευθύνης από τη Ρωσία, τόσο στο Βερολίνο όσο και στις υπόλοιπες σημαίνουσες πρωτεύουσες της Ευρώπης (Παρίσι, Βρυξέλες και Λονδίνο) έχουν δυναμώσει η υπαρκτή εδώ και μήνες επιχειρηματολογία και άποψη ότι το επεισόδιο στη Λιψία είναι ένα μέρος μόνο του ρωσικού υβριδικού πολέμου σε βάρος της Ευρώπης. Γίνεται λόγος για επιχειρήσεις κάτω από το όριο μιας συμβατικής επίθεσης, αλλά για χρήση διαφορετικών μέσων πρόκλησης ανασφάλειας, οικονομικού κόστους ή πολιτικής αποσταθεροποίησης. Τέτοια μέσα είναι κυβερνοεπιθέσεις, εμπρησμοί, σαμποτάζ, κατασκοπεία, παρεμβάσεις σε κρίσιμες υποδομές, επιχειρήσεις με drones και άλλα.
Ουσιαστικά, οι Ευρωπαίοι ιμπεριαλιστές ερμηνεύουν το συγκεκριμένο (και όχι μόνο) περιστατικό ως ένα μήνυμα της Ρωσίας ότι μπορεί να μεταφέρει τον πόλεμο ή έστω την αίσθηση κινδύνου στην καρδιά της ευρωπαϊκής ηπείρου.
Παρόλο που η ρωσική πλευρά αρνείται κάθε ανάμιξη, είναι γεγονός ότι το τελευταίο διάστημα έχουν συμβεί πολλά «ύποπτα» περιστατικά σε διάφορες χώρες κυρίως της ανατολικής Ευρώπης αλλά και των Βαλκανίων. Ενδεικτικά να θυμίσουμε περιπτώσεις πυραύλων ή drones που προκάλεσαν πανικό σε Πολωνία και Ρουμανία. Την πρόσφατη πυρκαγιά (ή εμπρησμό;) σε δύο στρατιωτικά εργοστάσια στη Βουλγαρία και φυσικά το drone στη Λιψία. Ακόμη και την έκρηξη πυραύλου κοντά σε τρένο που πήγαινε από την Ουκρανία στην Πολωνία κοντά στα σύνορα, τρένο που μετέφερε τον Μπόρις Τζόνσον, τον Πετρέους και μέλη της γερμανικής Μπούντεσταγκ.
Το τελευταίο διάστημα έχουν πληθύνει και στη Μόσχα «φωνές» που απαιτούν πιο σκληρή στάση από τον Πούτιν εναντίον όλων αυτών που βοηθούν ανοιχτά την Ουκρανία και της παρέχουν τα μέσα για τις επιθέσεις της βαθιά στο ρωσικό έδαφος. Δεν έλειψαν, μάλιστα, τελευταία και επίσημες δηλώσεις ανώτατων Ρώσων αξιωματούχων που θεωρούν ότι είναι νόμιμη άμυνα η ρωσική επίθεση σε ευρωπαϊκό έδαφος, από τη στιγμή που οι χώρες της Ευρώπης έχουν γίνει οργανικό τμήμα του πολέμου στην Ουκρανία με τη βοήθεια που της δίνουν.
Και αυτή τη ρωσική κατηγορία-απειλή επιβεβαιώνουν σημαίνοντες επικεφαλής ιμπεριαλιστικών χωρών και οργανισμών της Δύσης. Ο Μερτς, ο Μακρόν, ο Μπέρναμ, η Κάλας, ο Ρούτε, το αμερικανικό Πεντάγωνο και ο υφυπουργός Πολέμου των ΗΠΑ, ο καθένας με τον τρόπο του, μετά την ανοιχτή κατηγορία σε βάρος της Ρωσίας από τον Μερτς για το γεγονός στη Λιψία, δήλωσαν ότι «ο πόλεμος γίνεται όλο και πιο αδίστακτος και καταστροφικός και δεν πλησιάζει στο τέλος του» ή ότι «ο κόσμος πρέπει να είναι προετοιμασμένος για μια παρατεταμένη σύγκρουση Ρωσίας-Ουκρανίας».
Όλες αυτές οι χώρες δήλωσαν ότι όχι μόνο θα συνεχίσουν αλλά θα αναβαθμίσουν την ποικίλη στρατιωτική και οικονομική βοήθεια προς την Ουκρανία. Η Γερμανία ανοιχτά δήλωσε ότι σε εργοστάσιο κοντά στο Μόναχο και αλλού ξεκινά μαζική παραγωγή 5.000 και πλέον drones μεσαίου και μεγάλου βεληνεκούς. Ο Ρούτε θυμίζει στους Ευρωπαίους «συμμάχους» τη δέσμευση των χωρών του ΝΑΤΟ για παροχή δανείου 70 δισ. ευρώ στην Ουκρανία. Ο υπουργός Άμυνας της Ουκρανίας δήλωσε ότι η χώρα του θα προμηθευτεί τα επόμενα χρόνια 1.000 πυραύλους μέσω δανείου της ΕΕ. Η επικεφαλής της Εξωτερικής Πολιτικής της ΕΕ, Κάλας, προανήγγειλε τη συγκρότηση ομάδας υψηλού επιπέδου πρώην πολιτικών και στρατιωτικών ηγετών από διάφορες χώρες της ΕΕ, τη Μ. Βρετανία και την Ουκρανία για την αντιμετώπιση των τρεχουσών και επικίνδυνων ρωσικών απειλών.
Μέσα σ’ αυτό το πλέγμα της όξυνσης των σχέσεων Ρωσίας-Δύσης όλο το τελευταίο διάστημα, οι όποιες συναντήσεις και συζητήσεις με επίδικο την «ειρήνευση» απέτυχαν. Ίσως, βέβαια, τόσο η επίσκεψη του επικεφαλής της CIA όσο και αυτή των απεσταλμένων του Τραμπ, Γουίτκοφ και Κούσνερ, στη Μόσχα, πέραν των άλλων, είχαν ως σκοπό περισσότερο να προλάβουν μια ανεξέλεγκτη όξυνση παρά να στρώσουν το έδαφος σε μια συμφωνία ειρήνευσης.
Ο Ζελένσκι μετά τη συνάντηση με Γουίτκοφ-Κούσνερ δήλωσε ότι η Ρωσία θέλει να συνεχίσει τον πόλεμο. Ο Πούτιν, πάντα διπλωματικά «ανοιχτός», απαιτεί από τον Ζελένσκι να επισκεφτεί τη Μόσχα αν θέλει ειρήνη. Ο τελευταίος απαντά ότι θα ήταν καλή ιδέα να συναντηθούν με τον Ρώσο ηγέτη στη συνάντηση των G20 στο Μαϊάμι των ΗΠΑ την άνοιξη. Όλα αυτά σημαίνουν ότι και οι όποιες σκέψεις για συνομιλίες μετατίθενται για πολύ αργότερα… και βλέπουμε.
Τέλος, στο καθαυτό μέτωπο, η συνεχιζόμενη ρωσική προέλαση συναντά ισχυρή αντίσταση από τον ουκρανικό στρατό στις πόλεις-φρούρια Κραματόρσκ και Σλοβιάνσκ. Η ρωσική πλευρά, παρά την υπεροχή της, δεν έχει κατορθώσει να ολοκληρώσει τις στρατιωτικές της επιτυχίες με την κατάληψη ολόκληρου του Ντονμπάς. Οι φονικές μάχες στο κυρίως μέτωπο συνεχίζονται αμείωτα, όπως και οι επιθέσεις και από τις δύο πλευρές σε ενεργειακές, στρατιωτικές, βιομηχανικές και εμπορικές εγκαταστάσεις του αντιπάλου, τροφοδοτώντας συνεχώς τον πόλεμο φθοράς.
Οι λαοί της Ρωσίας, της Ουκρανίας σφαγιάζονται και υποφέρουν, ενώ τα αποτελέσματα της συνεχούς τροφοδότησης του ουκρανικού μετώπου τα βιώνουν και όλοι οι ευρωπαϊκοί λαοί, κυρίως σε οικονομικό επίπεδο για την ώρα.