Με διθυράμβους γίνεται αποδεκτή η ενίσχυση των δυνάμεων των ΚΚΕ-ΠΑΜΕ σε όλων των ειδών τα συνδικαλιστικά όργανα, από το επιχειρησιακό και κλαδικό επίπεδο μέχρι και το επίπεδο των τριτοβάθμιων οργάνων. Η κατάκτηση εδρών και αύξηση ψήφων, ή και της πρώτης θέσης, υπόσχεται στα λόγια την «αλλαγή των συσχετισμών» για την ταξική πάλη. Μετά τις ανακοινώσεις και τα λόγια όμως, ακολουθεί η πράξη. Και εκεί τα πράγματα είναι πιο περίπλοκα. Πώς γίνεται να «ανεβαίνει» το εργατικό-ταξικό κίνημα και οι απεργίες να μειώνονται, να απομαζικοποιούνται, και τα αντεργατικά μέτρα να περνάνε το ένα μετά το άλλο χωρίς να εκδηλώνεται ουσιαστική αντίσταση; Για να απαντήσουμε το ζήτημα με πολιτικούς όρους, είναι αναγκαίο πρώτα να αναλύσουμε πού οφείλεται και σε τι συνίσταται αυτή η άνοδος.
Το ΚΚΕ-ΠΑΜΕ τα τελευταία χρόνια έχει μετατοπίσει υπέρ του τον οργανωτικό και εκλογικό συσχετισμό στα συνδικαλιστικά όργανα, όχι όμως με ομοιόμορφο τρόπο. Στο επίπεδο της βάσης, διαθέτει πανελλαδικά ένα σύνολο κλαδικών σωματείων, πολλά από τα οποία έχει ιδρύσει το ίδιο παλαιότερα ή και πιο πρόσφατα, όπου συχνά βρίσκονται μόνο οι δικές του δυνάμεις ενώ οι αστικές παρατάξεις δεν έχουν εκπροσώπηση. Σε ορισμένα που συμμετέχουν και κάποιες αριστερές δυνάμεις, έχει βελτιώσει τη θέση του απέναντί τους με βάση βαριές πολιτικές ήττες που έχουν υποστεί τα τελευταία χρόνια. Σε μια σειρά επιχειρησιακά σωματεία, ενισχύεται με βάση και την αποσύνθεση κάποιων αστικών συνδικαλιστικών μηχανισμών που ξέφτισαν ειδικά από τα μνημόνια και ύστερα, με την επέλαση της αντεργατικής επίθεσης και την αποκάλυψη της γύμνιας του συνδικαλισμού που εκπροσωπούσαν, αδυνατώντας συχνά ακόμα και να αναπαραχθούν σε στελεχικό επίπεδο. Το γεγονός ότι, στην πλειοψηφία τους, τα πρωτοβάθμια σωματεία στην πράξη δεν λειτουργούν για χρόνια και απλώς συντηρούνται ως σφραγίδες, δεν εμποδίζει καθόλου το ΠΑΜΕ να αντλεί έδρες και συνέδρους, αποτυπώνοντας αντίστοιχη ενίσχυση σε ομοσπονδίες και εργατικά κέντρα (δευτεροβάθμιο επίπεδο). Έτσι, το ΠΑΜΕ ως οργανωτικά η πιο συγκροτημένη αριστερή δύναμη, αλλά και ως εκπρόσωπος του μοναδικού πλέον αριστερού κόμματος στη Βουλή, συμπίεσε τις άλλες δυνάμεις και κάλυψε μια σειρά πολιτικά κενά που δημιουργήθηκαν.
Η άνοδος σε ποσοστά, που εν τέλει οδήγησε και σε κατάκτηση θέσεων, δεν είναι ούτε και αυτή ομοιόμορφη. Γίνεται σε κάποιες περιπτώσεις με πραγματικούς όρους, εκεί όπου οι εργαζόμενοι όντως γράφονται στα σωματεία γιατί θέλουν να ανήκουν σε αυτά, και ψηφίζουν ή ακολουθούν την κυρίαρχη και πιο αναγνωρίσιμη δύναμη. Σε άλλες περιπτώσεις, όμως, όπως στο τελευταίο συνέδριο της Ομοσπονδίας Ιδιωτικών Υπαλλήλων Ελλάδος, αντανακλά την αποχώρηση των αστικών παρατάξεων. Τέλος, υπάρχουν και περιπτώσεις όπου ένα εκλογικό αποτέλεσμα απλώς «πρέπει να βγει με κάθε τρόπο». Με παράταση των εκλογών για όσο κριθεί, με περιφορά της κάλπης, με ψήφους ανθρώπων που δεν εργάζονται πραγματικά στον κλάδο (κάτι που δεν κάνει μόνο το ΠΑΜΕ φυσικά), με ηλεκτρονικές κάλπες. Η συνολική άνοδος έχει μέσα της και τα τρία αυτά στοιχεία.
Ακριβώς όμως επειδή συντελείται σε ένα τέτοιο τοπίο, και επενδύεται σε μια ηγεσία ρεφορμιστική που έχει ως κύριο σκοπό την εκλογική της ενίσχυση και αναπαραγωγή, αυτή η άνοδος «τελειώνει» σε αυτό το σημείο. Όπως άλλωστε τελειώνουν και οι αγώνες. Μόλις πραγματοποιείται μια κλαδική απεργία, ή ένα κίνημα όπως των Τεμπών, όπου οι δυνάμεις «των ταξικών σωματείων» έχουν τον «πρωταγωνιστικό» ρόλο, τότε ο κύκλος κλείνει. Και ο απολογισμός είναι πάντα θετικός. «Νικήσαμε. Δείξαμε τη δύναμη μας. Κάναμε τον νόμο κουρελόχαρτο. Τον αφήσαμε τα χαρτιά. Εδώ υπάρχει ΠΑΜΕ και τα μέτρα δεν περνάνε». Και τι κάνουμε τώρα που το 13ωρο εφαρμόζεται, το βιοτικό επίπεδο καταρρέει και ο μισθός δεν βγάζει το μήνα; Τώρα καλούμαστε να «βγάλουμε τα συμπεράσματά μας» και να ψηφίσουμε το ΚΚΕ στην όποια κάλπη έρχεται. Πάρτε και μια πρόταση νόμου στη Βουλή…
Ίσως κάποιος αναγνώστης παρερμηνεύσει και νομίζει ότι όλα αυτά είναι κάποιου είδους «κόλπο». Όχι δεν είναι «κόλπο». Είναι πολιτική γραμμή που διαμορφώνει αντίληψη μέσα στο εργατικό κίνημα και στην Αριστερά. Η ανάθεση, ο εκλογικός κρετινισμός, η κατάπνιξη της άλλης άποψης, το έλλειμμα δημοκρατίας στα σωματεία, όλα αποτελούν τμήματα μιας ενιαίας πολιτικής γραμμής που κυριαρχεί στο κίνημα και έχει τις ρίζες της στην αντεπαναστατική στροφή της δεκαετίας του ‘50. Αναπαράγεται όμως, και διαιωνίζεται στη βάση των σημερινών συσχετισμών και εκμεταλλευόμενη την ελλιπή συγκρότηση της επαναστατικής κομμουνιστής γραμμής. Πολλές φορές μάλιστα «ρεφάρει» πάνω στις αντιφάσεις ρευμάτων με μπόλικο ψευτοριζοσπαστιμό όπως η αναρχία και ο τροτσκισμός, ή ο ευρωκομμουνισμός.
Εκεί έγκειται και η αδυναμία τόσο ερμηνείας, όσο και απάντησης του ζητήματος. Η απάντηση απαιτεί ενεργή εμπλοκή στα σωματεία. Η απάντηση απαιτεί συγκρότηση και συγκέντρωση δυνάμεων. Η απάντηση, τέλος, μπορεί να δοθεί μόνο στο πεδίο της πραγματικής ζωής, της ταξικής πάλης και με όρους κίνησης μαζών. Όπως έγινε με την εκπαιδευτικό Χρύσα Χοτζόγλου, αλλά όχι μόνο. Όπως γίνεται σε κάθε περίπτωση που τμήμα της βάσης των εργαζομένων προσπαθεί να κινηθεί με όρους ξεπεράσματος των ορίων που βάζει ο ρεφορμισμός, όμοια με τον αστικό συνδικαλισμό. Τότε το αρχικό θάμπωμα από τους συσχετισμούς δίνει τη θέση του στην αποστροφή που νιώθουν οι εργαζόμενοι και στην απογοήτευση από τη στάση της ηγεσίας. Γι’ αυτό και οι ρεφορμιστές φροντίζουν επίσης να πνίγουν τις διαδικασίες και να νεκρώνουν τα σωματεία, όσο μεγάλη πλειοψηφία και να έχουν. «Θα τα κάνει το ΔΣ, μην αμφισβητείτε και μην σκέφτεστε σε άλλη κατεύθυνση». Και όταν οι αγώνες αυτοί καταφέρνουν να εκδηλωθούν και να βαδίσουν μέχρι το τέλος, τότε η ρεφορμιστική ηγεσία και κυριαρχία απογυμνώνεται. Ίσως σε όσους αριστερούς που παρακολουθούν από το σπίτι τον 902 αυτό να μην είναι καθαρό, σε όσους όμως συμμετέχουν στην ταξική πάλη και εμπλέκονται στις διαδικασίες της, αυτό μπορεί να ξεκαθαρίσει γρήγορα.
Μετά από την κατάκτηση σημαντικών θέσεων σε όργανα όπως η ΑΔΕΔΥ και η ΟΛΜΕ, αλλά και τον διαχρονικό έλεγχο εργατικών κέντρων όπως του Πειραιά ή των Ιωαννίνων, η κριτική πρέπει να είναι ανάλογη της ευθύνης που οι δυνάμεις αυτές διαχειρίζονται. Πρέπει η κριτική να γίνει επίσης ανάλογη των δεδομένων που διαμορφώνουν εντός του κινήματος και της ευρύτερης Αριστεράς. Ταυτόχρονα, οι επαναστατικές δυνάμεις, οι δυνάμεις που θέλουν να κινηθούν σε μια πραγματικά ταξική βάση, δεν μπορούν να ψάχνουν δικαιολογίες ή αναμονή για τη δράση τους, περιμένοντας κάτι από αυτές τις ηγεσίες. Τα πεπραγμένα της νέας διοίκησης της ΑΔΕΔΥ είναι το πιο χτυπητό παράδειγμα, που αφορά εκατοντάδες χιλιάδες εργαζόμενους. Απεργίες χωρίς απεργιακή συγκέντρωση πέρσι, ή εξευτελιστικές κατευθύνσεις «ας απεργήσει όποιος θέλει να πάει στη συγκέντρωση» φέτος. Απέναντι στη μακρά περίοδο όξυνσης των κοινοβουλευτικών αυταπατών προς τις εκλογές, χρειάζεται τόσο η αποκάλυψη της στάσης της ρεφορμιστικής ηγεσίας όσο και η ανάπτυξη της δική μας, αυτοτελούς δράσης, πάνω στα ζητήματα που απασχολούν τους εργαζόμενους.