Το ακροδεξιό – νεοναζιστικό κόμμα AfD (εκτός της σαρωτικής νίκης στα κρατίδια της Σαξονίας – Άνχαλτ και του Μεκλεμβούργου-Δυτικής Πομερανίας) φαίνεται να ενισχύεται και σε ομοσπονδιακό επίπεδο. Κανείς πλέον δεν το θεωρεί περιθωριακή δύναμη της πολιτικής σκηνής.
Η CDU, κόμμα που παραδοσιακά θεωρείται ο βασικός πυλώνας του πολιτικού συστήματος, χάνει τον έλεγχο τόσο της Ανατολικής Γερμανίας όσο και της πρωτεύουσας. Ο χώρος αυτός, που χαρακτηρίζεται «ιταλικός νότος» της Γερμανίας, όπως αποδείχθηκε, ποτέ δεν ανέκαμψε πλήρως μετά την οδυνηρή επανένωση.
Στις εκλογές λοιπόν στις 20 Σεπτέμβρη στο Μεκλεμβούργο-Δυτική Πομερανία, η CDU δεν μπήκε στη Βουλή, και στο Βερολίνο, όπου την πρώτη θέση κατέλαβε το κόμμα Die Linke («Η Αριστερά»), έχασε δέκα ποσοστιαίες μονάδες σε σχέση με το αποτέλεσμα του 2021. Η AfD κατέλαβε την τρίτη θέση με περίπου 16,3%.
AfD και Die Linke βγαίνουν νικητές σε αυτές τις αναμετρήσεις και η CDU και τα υπόλοιπα κόμματα μπαίνουν σε περιδίνηση. Πολλοί θέλουν να φύγει ο Μερτς. Όλα ωστόσο θα εξαρτηθούν από την κλίμακα της εσωκομματικής αμφισβήτησης, η οποία ήδη εκδηλώνεται. Πολλά ίσως κριθούν από τα αποτελέσματα των εκλογών στα δυτικά κρατίδια του Σάαρλαντ, του Σλέσβιχ-Χόλσταϊν και της Βόρειας Ρηνανίας-Βεστφαλίας, τον Απρίλιο του 2027.
Η πιθανότητα μιας κυβέρνησης μειοψηφίας που συζητείται όλο και περισσότερο στα γερμανικά ΜΜΕ προϋποθέτει μια παράδοξη για τα σημερινά πολιτικά ταμπού σανίδα σωτηρίας: το AfD! Όχι ως μέλος του κυβερνητικού συνασπισμού, αλλά να ψηφίζει νομοσχέδια της CDU, εφόσον πληρούνται ορισμένες προϋποθέσεις! Άλλωστε, αν αφαιρέσουμε το «Ουκρανικό», ολόκληρη η λίστα του AfD αποτελεί και πλατφόρμα του Μερτς. Το AfD υποστηρίζει απερίφραστα τα σχέδια επαναφοράς της υποχρεωτικής στράτευσης, την αύξηση των αμυντικών δαπανών, τη στρατιωτικοποίηση της βιομηχανίας και πολλά άλλα.
Η άνοδος της εσωτερικής δυσαρέσκειας, ως συνέπεια της άγριας επίθεσης του κεφαλαίου που διέλυσε βίαια οτιδήποτε κατακτήθηκε με πολιτικούς και κοινωνικούς αγώνες, γίνεται κυρίαρχο φαινόμενο στο εσωτερικό των ευρωπαϊκών κοινωνιών. Συνακόλουθα, έχουμε δραματική αύξηση των ανισοτήτων και την αποδόμηση του «κράτος πρόνοιας» που υιοθετήθηκε μεταπολεμικά στην Ευρώπη με τη συναίνεση του κεφαλαίου και σε απάντηση των Σοβιετικών κοινωνιών.
Εξαιτίας αυτών των προβλημάτων, αλλά και της ουσιαστικής πολιτικής ομοιομορφίας των λεγόμενων συστημικών κομμάτων, έχουμε όξυνση των αντιφάσεων ανάμεσα στις «πολιτικές διακήρυξης» και στις πολιτικές «εφαρμογής». Επίχειρα των οποίων αποτελούν τα πάσης φύσεως ακροδεξιά κόμματα που ενισχύονται σημαντικά σε όλες τις ευρωπαϊκές χώρες. Όλα αυτά αποτελούν το γόνιμο έδαφος για την ισχυρή άνοδο του AfD. Το γεγονός ότι το AfD προβάλλει τη «σημαία» της αντίθεσης στο κατεστημένο δεν το καθιστά αντισυστημικό. Ακριβώς το αντίθετο.
Η Die Linke, η οποία κατέλαβε την πρώτη θέση στο Βερολίνο με 25,7%, ιδρύθηκε στις 16 Ιουνίου 2007 με τη συγχώνευση του Κόμματος Δημοκρατικού Σοσιαλισμού (PDS) και της Εκλογικής Εναλλακτικής για την Κοινωνική Δικαιοσύνη (WASG), του Λαφοντέν, με στόχο τη δημιουργία μιας «νέας Αριστεράς» σε ομοσπονδιακό πολιτικό επίπεδο. Ουσιαστικά υιοθετεί τις θέσεις της σοσιαλδημοκρατίας. Όπου και όποτε συμμετείχε σε τοπικές κυβερνήσεις, απλώς διαχειρίστηκε το υπάρχον σύστημα. Η Ελίφ Εράλπ, επικεφαλής του ψηφοδελτίου της Die Linke στο Βερολίνο, φιλοδοξεί να είναι η πρώτη γυναίκα δήμαρχος και κυβερνήτρια της πόλης – κρατίδιο, μέσω ενός συνασπισμού εκτός της AfD.
Γενικά μιλώντας, αν το AfD αντιγράφει το πρόγραμμα MAGA, η «Αριστερά» αντιγράφει εκείνο του δημάρχου της Νέας Υόρκης, Μαμντάνι. Πρότυπο της Εράλπ – όπως δηλώνει - είναι ο Μαμντάνι. Το βασικό αίτημά της για απαλλοτρίωση των μεγάλων στεγαστικών εταιρειών είναι κάτι που απασχολεί όλα τα ομόσπονδα κρατίδια. Στο Βερολίνο έγινε δημοψήφισμα το 2021, με το 57% των ψηφοφόρων να τάσσεται υπέρ της απαλλοτρίωσης. Φυσικά, όλα τα κόμματα του «δημοκρατικού τόξου» αποκλείουν, με τον τρόπο του το καθένα, κάθε συζήτηση για τέτοιες απαλλοτριώσεις.
Ωστόσο, η αλματώδης άνοδος του AfD δεν ερμηνεύεται μόνο με τους εσωτερικούς όρους του πολιτικού παιχνιδιού. Σχετίζεται και με τη γενικότερη πολιτική του Βερολίνου, στην προσπάθεια ενίσχυσης του διεθνούς ρόλου του γερμανικού ιμπεριαλισμού. Κινούμενο ανάμεσα στις συμπληγάδες ΗΠΑ – Ρωσίας και απέναντι στον ενισχυόμενο δυναμισμό της Κίνας, το Βερολίνο καλείται να αναγνωρίσει και να αντιμετωπίσει τη νέα πραγματικότητα. Ταυτόχρονα, η διεύρυνση του πεδίου αντιπαράθεσης των βασικών ιμπεριαλιστών επιτείνει τα εγγενή αδιέξοδα της μεταπολεμικής Γερμανίας, διαμορφώνοντας έδαφος πολιτικών ανατροπών.
Η τακτική των τελευταίων χρόνων απέναντι στο μέτωπο που άνοιξαν οι ΗΠΑ στην Ουκρανία το δείχνει με χαρακτηριστικό τρόπο. Δεν είναι τυχαίο ότι το «Ρωσο-ουκρανικό» αποτελεί σήμερα βασικό στοιχείο πολιτικής σύγκρουσης. Το Βερολίνο, από την αρχική «αδράνεια» στον πόλεμο στην Ουκρανία, πέρασε σχεδόν σε μια «άνευ όρων» υποστήριξη του Κιέβου. Η οποία υποστήριξη ωστόσο περιορίζεται από τις πραγματικές δυνατότητες της Γερμανίας. Η «ανάκρουση πρύμνας» δεν είναι πλέον εύκολη. Όμως η εμφάνιση στον δημόσιο διάλογο της ανάγκης για επανεξέταση των ρωσογερμανικών σχέσεων δείχνει μια κάποια μετατόπιση.
Η πρόσκληση Τραμπ προς τον Πούτιν στη σύνοδο των G20 στο Μαϊάμι (14-15 Δεκεμβρίου) φέρνει στην επιφάνεια μια όλο και πιο εμφανή διαφωνία στο εσωτερικό της Δύσης. Μιλώντας στην Οτάβα, ο Γερμανός ΥΠΕΞ, Βαντεφούλ, χαρακτήρισε την πρόσκληση «ευκαιρία για... σοβαρές διαπραγματεύσεις», τονίζοντας ότι τέτοιες δυνατότητες πρέπει να αξιοποιούνται.
Η τοποθέτηση αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία επειδή προέρχεται από τη Γερμανία, όπου το κυρίαρχο αφήγημα παραμένει: κάθε επαφή με τη Μόσχα συνιστά πολιτική υποχώρηση. Που με τη σειρά του υπακούει σε μια ευρύτερη σύγκρουση στρατηγικών: πίεση και απομόνωση από τη μία, επαφή και διαπραγμάτευση από την άλλη.
Η Γερμανία πρωτοστατεί πλέον σε αντιρωσικό μένος και στο κλίμα φόβου που διαμορφώνεται σε όλη την Ευρώπη. «Η Ρωσία διεξάγει ήδη πόλεμο κατά της Δύσης», ισχυρίζονται ακραίοι κύκλοι στις ΗΠΑ και ζητούν αντίποινα «χωρίς άλλες αποδείξεις». Το ζήτημα είναι ο τρόπος με τον οποίο περιστατικά, υποψίες, εκτιμήσεις υπηρεσιών και μη αποδεδειγμένες συνδέσεις συγχωνεύονται στο ενιαίο αφήγημα «η Ρωσία ήδη πολεμά τη Δύση». Από την υποψία στη βεβαιότητα, το «βήμα» γίνεται «άλμα».
Η φράση αυτή έχει και πρακτική λειτουργία: εάν ο πόλεμος θεωρείται ότι έχει ήδη αρχίσει ( με ευθύνη της Ρωσίας), τότε πολιτικές που διαφορετικά θα έμοιαζαν επιθετικές μπορούν εύκολα να παρουσιαστούν ως απλή «άμυνα». Και ο «φόβος», ως μηχανισμός νομιμοποίησης και δικαιολόγησης κάθε νέας κλιμάκωσης, που οι πολίτες, Γερμανοί και άλλοι, πρέπει να τον αποδεχτούν ως αναγκαιότητα…
Διαμορφώνεται λοιπόν ένα περιβάλλον (όσο αφελές και να ακούγεται) όπου κάθε έκρηξη, κάθε πυρκαγιά και κάθε περιστατικό με ντρόουν (που τελευταία συνεχώς πληθαίνουν) μπορεί να ερμηνευθεί ως μέρος μιας αόρατης πολεμικής εκστρατείας. Το επίδικο θα ήταν να χαθούν, μαζί με την αφέλεια, και οι δικλίδες που εμποδίζουν μια υπόθεση να γίνει κρίση και μια κρίση πραγματικός πόλεμος.
ΧΒ