Όπως φάνηκε στην πρόσφατη 81η Σύνοδο του ΟΗΕ, η ελληνοτουρκική αντιπαράθεση μόνο έμμεσα απασχολεί αυτή τη στιγμή την αμερικάνικη πλευρά. Ο πρόεδρος Τραμπ στην ομιλία του δεν έκανε καμία σχετική αναφορά, ούτε καν στην Ανατολική Μεσόγειο, και δεν είδε τον Τούρκο πρόεδρο Ερντογάν, κάτι που επεδίωκε η τουρκική διπλωματία. Στο παρασκήνιο λέγεται ότι η εντολή ήταν «βρείτε τα», δηλαδή καμία αναταραχή στην νοτιοανατολική πτέρυγα του ΝΑΤΟ.
Αυτή ακριβώς είναι και η εξήγηση για την «ήπιων τόνων» ομιλία του Ερντογάν, την αναφορά στην Ελλάδα «όχι σαν εχθρό αλλά σαν γείτονα και σύμμαχο» και τη δήλωσή του για την ανάγκη διατήρησης της ειρήνης και της ηρεμίας στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο. Στο ίδιο πνεύμα είναι και η τοποθέτηση Μητσοτάκη για συνέχιση του διαλόγου μακριά από ενέργειες που υπονομεύουν τη σταθερότητα της ευρύτερης περιοχής και την προβολή της Ελλάδας ως δύναμης σταθερότητας και ασφάλειας, γέφυρας ανάμεσα σε Ευρώπη και Μέση Ανατολή, δηλαδή ως χώρα-εργαλείο των ΗΠΑ και της ΕΕ (της οποίας την κυβέρνηση όποτε θέλουν την ανατρέπουν οι ΗΠΑ, σύμφωνα με δήλωση της Γκίλφοϊλ).
Η «τυχαία» συνάντηση Γεραπετρίτη-Φιντάν στη Νέα Υόρκη και η συμφωνία για «κανονική» συνάντηση στο άμεσο μέλλον υποδηλώνει ακριβώς την προσπάθεια συμμόρφωσης στις απαιτήσεις των Αμερικανών για ανοιχτούς διαύλους επικοινωνίας που θα φρενάρουν οποιαδήποτε πιθανή «εκτροπή».
Γιατί, παρά την υποχρέωση για συμμόρφωση στα «θέλω» των μεγάλων αφεντικών, οι πραγματικοί όροι για «εκτροπή» υπάρχουν και είναι ο μόνιμος αντιδραστικός ανταγωνισμός των δύο αστικών τάξεων.
Η προγραμματιζόμενη κατάθεση στην Τουρκική Εθνοσυνέλευση του νομοσχεδίου για τη «Γαλάζια Πατρίδα» και η πιθανολογούμενη –από την άλλη- επέκταση των ελληνικών χωρικών υδάτων νοτίως και δυτικά της Κρήτης δεν εγκυμονούν βεβαίως άμεσους κινδύνους θερμής αντιπαράθεσης, πέρα από μια διπλωματική ένταση και φυσικά την επιπλέον φόρτιση του όλου κλίματος. Ωστόσο, οι έρευνες και η πόντιση του καλωδίου ηλεκτρικής διασύνδεσης (GSI) Ελλάδας-Κύπρου (και στη συνέχεια Ισραήλ) είναι ένας σοβαρός πονοκέφαλος τόσο για την ελληνική όσο και για την τουρκική πλευρά.
Η αποδοχή ή όχι του τουρκολιβυκού μνημονίου και επομένως το δικαίωμα αδειοδότησης του έργου (έκδοση NAVTEX) είναι το επίδικο και για τις δύο πλευρές, ενώ η παρουσία της Γαλλίας (μέσω της εταιρείας Meridiam) διαφοροποιεί τα δεδομένα από την προηγούμενη (2024) απόπειρα της ιταλικής εταιρείας στην Κάσο, όταν τουρκικά πολεμικά πλοία ακύρωσαν τις εργασίες. Απ’ ό,τι φαίνεται, αναζητείται μια «ανώδυνη» και για τις δύο χώρες διέξοδος, ακριβώς στο πνεύμα των ιμπεριαλιστικών κατευθύνσεων, πιθανώς με την παράκαμψη του εθνικού τουρκικού θαλάσσιου πάρκου «Φετιγιέ-Κας» στην περιοχή του Καστελόριζου, όπως αποκάλυψε η «Καθημερινή» (28/9), κάτι που (ευλόγως) διέψευσε ο κυβερνητικός εκπρόσωπος.
Η έκβαση του έργου, που χρηματοδοτείται από την ΕΕ και έχει τη (γενική) στήριξη του αμερικανικού ΥΠΕΞ, θα δοκιμάσει τις επιδιώξεις και τις σχέσεις των δύο κρατών (Ελλάδας-Τουρκίας), με πολλές πιθανότητες να ανεβάσει το θερμόμετρο της αντιπαράθεσης, αλλά τελικά θα καθοριστεί από τη «μεγάλη εικόνα» των επιδιώξεων των ιμπεριαλιστών και του ρόλου που προσδιορίζουν για κάθε έναν από τους εμπλεκόμενους.
Η Τουρκία βεβαίως, με τα γεωπολιτικά της πλεονεκτήματα, αποτελεί έναν προνομιακό «εταίρο» για τις ιμπεριαλιστικές δυνάμεις. Ωστόσο, οι επιδιώξεις της να αποκτήσει ρόλο περιφερειακής δύναμης, αλλά με τη στήριξη των ΗΠΑ, δεν ικανοποιούνται με μια δήλωση του Τραμπ για τον Ερντογάν ότι είναι «φίλος του, αλλά σκληρό καρύδι». Η επανένταξη στο πρόγραμμα των F-35 προϋποθέτει τη μεγαλύτερη αποστασιοποίηση από τη Ρωσία και την αναζήτηση «φίλης» προς αυτήν χώρας (όπως δήλωσε ο Λαβρόφ) για την μεταφορά των S-400. Ενώ η αναδίπλωση του πρέσβη των ΗΠΑ στην Τουρκία, Τομ Μπάρακ, που χαμήλωσε τους τόνους υποστήριξης της Τουρκίας σε σχέση με το Ισραήλ, η δυσφορία των ΗΠΑ για τη Συμφωνία της Μέκκας και η έμμεση στήριξη των βομβαρδισμών του Ισραήλ στη βορειοδυτική Συρία τον περασμένο Αύγουστο με σαφήνεια αναδεικνύουν το γεγονός ότι οι τουρκικές φιλοδοξίες δεν μπορούν τελικά να αποκλίνουν από τις αμερικάνικες στρατηγικές κατευθύνσεις και επιδιώξεις στην περιοχή (και παρά τις όποιες δυσκολίες συναντούν αυτές).
Από την άλλη πλευρά, η αναζήτηση από την άρχουσα τάξη της Ελλάδας -με κοινή γραμμή κυβέρνησης και αστικής αντιπολίτευσης- στηριγμάτων όχι μόνο στις ιμπεριαλιστικές χώρες (ΗΠΑ, Γαλλία) αλλά και στο σιωνιστικό κράτος του Ισραήλ, που βρίσκεται σε έντονο ανταγωνισμό με την Τουρκία αυτή την περίοδο, δημιουργεί πρόσθετο πεδίο όξυνσης στις ελληνοτουρκικές σχέσεις και φορτίζει το «πολεμικό κλίμα» και από τις δύο πλευρές.
Απανωτές τηλεοπτικές και διαδικτυακές συζητήσεις σε Ελλάδα και Τουρκία επισείουν τον κίνδυνο μιας επικείμενης (έως και αναπόφευκτης) στρατιωτικής αναμέτρησης, παρουσιάζοντας παράλληλα «στρατιωτικά σχέδια νίκης» η μία σε βάρος της άλλης πλευράς.
Αν μιλήσουμε μόνο για τη χώρα μας, ενδεικτικό του κλίματος είναι το άρθρο από τα «μετριοπαθή» «ΝΕΑ» (27/9) με σενάρια προληπτικού χτυπήματος από τις ελληνικές ένοπλες δυνάμεις, αλλά και άρθρα «γνώμης» της επίσης «μετριοπαθούς» «Καθημερινής» (την ίδια ημέρα) που μας καλούν «να σταθούμε στο ύψος των περιστάσεων… διότι δεν υπάρχει ζωή χωρίς πατρίδα».
Μπορούμε να αναφερθούμε ακόμη στη «Μεγάλη Ιδέα» του Δένδια «Ατζέντα 2030» (capital.gr), με την οποία οι ένοπλες δυνάμεις της χώρας «θα είναι από τις ισχυρότερες της Ευρώπης», στην «επικαιροποίηση της επιστρατευτικής κατάστασης» που προωθεί το υπουργείο Άμυνας, αλλά και την έκτακτη άσκηση ταχείας ανάπτυξης μονάδων στρατού ξηράς, αεροπορίας και ναυτικού (29/9).
Έξαρση του εθνικισμού, υποτίθεται για να αντιμετωπιστεί ο «προαιώνιος εχθρός», στην πραγματικότητα όμως για να καλυφθεί η οστεοκαμψία του αστικού πολιτικού προσωπικού απέναντι στους αφεντάδες του ιμπεριαλιστές, στον οποίων τα πολεμοχαρή σχέδια θέλουν να παραδώσουν αφοπλισμένη και υποταγμένη τη νεολαία. Οι μαζικές διαδηλώσεις της γερμανικής νεολαίας κατά της στρατιωτικής θητείας και του πολέμου είναι μια ανάσα αισιοδοξίας, αλλά και κατεύθυνση πάλης για όλους τους νέους (και της χώρας μας).