Η παραπάνω αντίθεση περιγράφει την πραγματικότητα στο μέτωπο της ενδοϊμπεριαλιστικής σύγκρουσης της Δύσης με τη Ρωσία στο ουκρανικό έδαφος και όχι μόνο. Την ίδια στιγμή που ο Τραμπ κυρίως, και μετά τις απαραίτητες πιέσεις και ο Ζελένσκι, προτείνουν τη διερεύνηση επανέναρξης των συνομιλιών για μια κάποιου είδους «ειρήνευση» στην Ουκρανία, η πολεμική ρητορική αλλά και οι εχθροπραξίες στο πεδίο εντείνονται, κλιμακώνοντας την πολύνεκρη σύγκρουση που διανύει ήδη το πέμπτο έτος της.
Υποτίθεται ότι οι επισκέψεις του Διευθυντή της CIA και των ειδικών απεσταλμένων του Τραμπ, Γουίτκοφ και Κούσνερ στη Μόσχα, θα προετοίμαζαν το έδαφος για το «ξεπάγωμα» των συνομιλιών μεταξύ των δύο πλευρών, εντούτοις δεν έχει βγει ακόμη «λευκός καπνός»
Ο ρώσικος ιμπεριαλισμός, παρά τα προβλήματα που αντιμετωπίζει, έχοντας το πάνω χέρι στο πεδίο και καταγράφοντας επιτυχίες στο μέτωπο, ενώ γενικόλογα και διπλωματικά δεν αρνείται τις συζητήσεις, καθυστερεί και θέτει προϋποθέσεις τέτοιες που τουλάχιστον έμμεσα τορπιλίζουν τις περιβόητες συζητήσεις.
Χαρακτηριστικό δείγμα της ρωσικής τακτικής είναι η τελευταία τοποθέτηση του Πούτιν, ότι σκεφτόταν σοβαρά την επανέναρξη των συνομιλιών για «διευθέτηση» του ζητήματος αλλά οι μαζικές ουκρανικές επιθέσεις με drones τις ημέρες διεξαγωγής των εκλογών στη Ρωσία, για ανάδειξη αντιπροσώπων στην Κρατική Δούμα, τον ανάγκασαν να αλλάξει γνώμη. Πρόσφατα, μάλιστα, δήλωσε ότι θα εξετάσει αν και ποιες από τις ειρηνευτικές προτάσεις είναι συμβατές με τα συμφέροντα της χώρας του και θα πάρει τις αποφάσεις του, χωρίς να ορίζει το χρονικό διάστημα λήψης τους.
Στην ίδια δήλωση απέκλεισε για μια ακόμη φορά την Ευρώπη, ως διαμεσολαβητή, και έδειξε διπλωματικά την «προτίμησή» του στον διαμεσολαβητικό ρόλο των ΗΠΑ και του Τραμπ. Αυτούς ακριβώς τους Ευρωπαίους ιμπεριαλιστές που ο Τραμπ πιέζει να αναλάβουν μεγαλύτερο οικονομικό βάρος βοηθώντας την Ουκρανία με χρήματα και πολεμικό εξοπλισμό –και οι οποίοι ως αντάλλαγμα διεκδικούν διευρυμένο ρόλο και φωνή – αποκλείει ο Πούτιν ως συνομιλητές, βαθαίνοντας έτσι τις αντιθέσεις και τις αντιφάσεις στο δυτικό στρατόπεδο.
Οι ρωσικές εκλογές, οι πρώτες μετά την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία τον Φεβρουάριο του 2022, αν και με αναμενόμενα τα αποτελέσματα, επιδρούν προσθετικά με τους άλλους παράγοντες στην παράταση και όξυνση του πολέμου στην Ουκρανία. Το κόμμα του Πούτιν «Ενωμένη Ρωσία» πήρε ποσοστό περίπου 58% και εξέλεξε 349 αντιπροσώπους στην Κρατική Δούμα σε σύνολο 450 εδρών. Το «Γιάμπλοκο», το μόνο κόμμα που ζητά τον τερματισμό του πολέμου, αποκλείστηκε από τις εκλογές με δικαστικές αποφάσεις (η «ανεξάρτητη» δικαιοσύνη δεν είναι προνόμιο μόνο των χωρών της Δύσης). Τα υπόλοιπα κόμματα που εξέλεξαν αντιπροσώπους σ’ όλα τα κρίσιμα ζητήματα και στο ζήτημα του πολέμου συντάσσονται με την «Ενωμένη Ρωσία». Την απόλυτη πλειοψηφία που απέσπασε το κόμμα του, μέσα σε κλίμα τρομοκράτησης κάθε αντίπαλης φωνής και προσπάθειας κατάπνιξης των λαϊκών διαμαρτυριών για τον πόλεμο, ο Πούτιν την πλασσάρει και την αξιοποιεί ως «εντολή» συνέχισης και αναβάθμισης της «ειδικής στρατιωτικής επιχείρησης».
Σε πρόσφατη συνέντευξή του δήλωσε την απόφασή του να συνεχίσει τα ισχυρά πλήγματα στο Κίεβο, στο Χάρκοβο, στην Οδησσό σε βιομηχανικές, στρατιωτικές και εμπορικές εγκαταστάσεις, ως αντίποινα στις συνεχιζόμενες ουκρανικές επιθέσεις με drones σε ρωσικά διυλιστήρια, οικονομικές και στρατιωτικές εγκαταστάσεις που προκαλούν σοβαρές απώλειες.
Σ’ αυτό το πολεμικό τοπίο εντείνονται, διαρκώς τελευταία, οι αλληλοκατηγορίες Ευρωπαίων και Ρώσων ιμπεριαλιστών για το ποιος ετοιμάζεται να διεξαγάγει πόλεμο εναντίον του άλλου, ανεβάζοντας σε ιδιαίτερα υψηλά επίπεδα τη ρητορική τους. Οι Ευρωπαίοι κατηγορούν ανοιχτά τη Ρωσία για εξαπόλυση υβριδικού πολέμου σε βάρος τους, ενώ η Ρωσία απειλεί, ακόμη και με πυρηνικό πλήγμα, κάθε προσπάθεια των Ευρωπαίων ή του ΝΑΤΟ να αποκόψουν από τη Ρωσία τον θύλακα του Καλίνινγκραντ. Στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού, η Γερουσία διακομματικά ψήφισε νόμο (νόμος Graham) για την επιβολή υψηλών δασμών σε χώρες που εισάγουν μεγάλες ποσότητες πετρελαίου από τη Ρωσία. Η εφαρμογή του νόμου είναι ευθύνη του Τραμπ.
Σε κάθε περίπτωση, είναι φανερό ότι ο πόλεμος στην Ουκρανία δεν θα γνωρίσει ούτε καν ανάπαυλα στο αμέσως επόμενο διάστημα.