Χρήσιμα συμπεράσματα βγαίνουν από τις κινητοποιήσεις στο εξωτερικό, και ειδικά στην Ευρώπη, για το εργατικό κίνημα στη χώρα μας. Συμπεράσματα τα οποία πεισματικά αρνούνται να ενσωματώσουν στη ζωή των σωματείων οι αστικορεφορμιστικές ηγεσίες, φοβούμενες μήπως το κύμα οργής ξεφύγει από τα στενά όρια που θέλουν να του θέσουν.
Πρώτα από όλα, το κύριο συμπέρασμα αφορά τη σύνδεση της μαθητικής και φοιτητικής νεολαίας και του κινήματος των εκπαιδευτικών με το εργατικό κίνημα. Η χιλιοειπωμένη αλήθεια ότι η νεολαία, και ειδικά αυτή που βρίσκεται στην εκπαίδευση, δρα ως πυροκροτητής και συμπαρασύρει το εργατικό κίνημα, έχει επαληθευτεί πολλές φορές από τον Μάη του ’68 και το Πολυτεχνείο ακόμα, μέχρι και στα σύγχρονα κινήματα. Αυτός ο αναβρασμός, που είχε ως σημείο εκκίνησης τη Γαλλία και την Ισπανία, μεταδόθηκε σε μια σειρά χώρες της Ευρώπης. Η μετάδοση όμως του «ιού του ξεσηκωμού» δεν έγινε μόνο από χώρα σε χώρα, αλλά και μέσα στο κίνημα των χωρών, ειδικά στη Δυτική Ευρώπη (Γαλλία, Ισπανία, Πορτογαλία, Βέλγιο, Ιρλανδία κτλ). Η νεολαία που προέρχεται από τα εργατικά-λαϊκά στρώματα, ως ευαίσθητος δέκτης της καταπίεσης που δέχονται, και ειδικά του ζητήματος του κόστους ζωής και των όρων δουλειάς, μετά δρα ως εκφραστής τους. Μπορεί αρχικά οι κινητοποιήσεις να χαρακτηρίζονται από αιτήματα που έχουν σχέση με την εκπαίδευση, ταρακουνώντας αρχικά τους εκπαιδευτικούς του δημοσίου (που συνήθως είναι οι πρώτοι που μπαίνουν σε απεργία), όμως ύστερα οι κινητοποιήσεις γενικεύονται. Είναι ένα φαινόμενο που έχει παρατηρηθεί τόσο ιστορικά, όσο και στις τωρινές κινητοποιήσεις, ότι η αρχική αδυναμία του εργατικού κινήματος να αντιδράσει στους όρους ζωής και δουλειάς ξεπερνιέται από την έμφυτη δυνατότητα της νεολαίας να εξεγείρεται. Το γεγονός ότι συχνά πιο ριζοσπαστικές δυνάμεις έχουν καλύτερους συσχετισμούς στον χώρο της νεολαίας και της εκπαίδευσης, κάνει συγκριτικά πιο εύκολο να ξεπεραστεί το εμπόδιο των ηγεσιών, που είναι πιο εδραιωμένες στα παραδοσιακά συνδικάτα.
Με τη σειρά του, το εργατικό κίνημα βρίσκει ένα πιο ευνοϊκό περιβάλλον για την εκδήλωση των αγώνων και την προβολή και των δικών του αιτημάτων. Βρίσκει έναν συσχετισμό στον δρόμο πιο βατό για να εκδηλώσει μια απεργιακή κινητοποίηση. Δεν βγαίνει όμως στον δρόμο μονάχα «για τα παιδιά του». Βγαίνει γιατί (επιτέλους) του δίνεται η ευκαιρία που του στερούν οι ηγεσίες του. Οι οποίες πιεζόμενες αναγκάζονται να προκηρύξουν κάποιες απεργίες, που ύστερα μαζικοποιούνται από τα κάτω. Έτσι, ο νεολαιίστικος ξεσηκωμός γίνεται ξεσηκωμός και τμήματος των εργαζόμενων μαζών, που με τη σειρά τους τον βαθαίνουν πολιτικά και του προσδίδουν άλλα χαρακτηριστικά. Όπως έχει ειπωθεί άλλωστε και στον Μάη του 68: «τα αδύναμα χέρια των φοιτητών παρέδωσαν το κίνημα στα στιβαρά χέρια των εργατών».
Τρία κρίσιμα συμπεράσματα
Πρώτο, ο ξεσηκωμός της νεολαίας είναι ένα ζήτημα που αφορά με άμεσο, κεντρικό και πολιτικό τρόπο το εργατικό κίνημα. Όχι μόνο και απλώς στη βάση της αλληλεγγύης με τη νέα γενιά (φυσικά τίθεται και αυτό). Αλλά με βάση τους όρους που εκδηλώνονται και οι ίδιες οι εργατικές κινητοποιήσεις. Τώρα θα ήταν η ώρα να βγούνε αυτές μπροστά. Η αναβολή για τις 25 Νοέμβρη (μετά το Πολυτεχνείο και κοντά στον προϋπολογισμό) εκδηλώνει φόβο των ηγεσιών για να μη συναντηθούν νεολαία και εργατιά σε κοινό μέτωπο.
Δεύτερο, ότι το αίτημα για αυξήσεις στους μισθούς έχει κεντρικό και κομβικό χαρακτήρα. Ενοποιεί τους διάφορους τομείς των εργαζομένων, τον δημόσιο και τον ιδιωτικό, και απαντά με τον πιο ικανοποιητικό τρόπο το ζήτημα του κόστους ζωής. Μέσα από αυτή την κεντρική αιχμή μπορεί το εργατικό κίνημα να μπει σε μια τροχιά ώστε να διεκδικήσει και ιδιαίτερα ζητήματα που αφορούν τις συλλογικές συμβάσεις και τους όρους δουλειάς. Μέσα σε συνθήκες εκτίναξης του κόστους ζωής και ασφυξίας των εργαζομένων, αυτό το αίτημα περισσότερο από κάθε άλλο συγκεντρώνει τις προϋποθέσεις πανεργατικής κινητοποίησης.
Τρίτο, οι χώροι του δημοσίου και ειδικά της εκπαίδευσης και της υγείας, είναι «ευαίσθητοι δέκτες» της γενικότερης αντιλαϊκής πολιτικής και των περικοπών προς όφελος των εξοπλιστικών προγραμμάτων και της πολεμικής οικονομίας και πολεμικής προετοιμασίας. Είναι τομείς που εκδηλώνεται ο αποκλεισμός πλατιών λαϊκών μαζών από στοιχειώδη δικαιώματα και περικλείουν μέσα τους και αυτές τις ανάγκες.
Συνολικά, αν αποτιμήσουμε αυτές τις ελπιδοφόρες διεργασίες, ένα είναι το συμπέρασμα που βγαίνει αβίαστα: η κίνηση της Ταξικής Πορείας για το ζήτημα της πάλης για πραγματικές αυξήσεις στους μισθούς που να καλύπτουν το κόστος ζωής, πρέπει να ενταθεί ακόμα περισσότερο το επόμενο διάστημα.
Οι αστικορεφορμιστικές ηγεσίες βγάζουν τα συμπεράσματα που εκείνες θέλουν και βασικός σκοπός τους είναι να δείξουν ότι τάχα αντιδρούν, χωρίς να δημιουργηθούν συνθήκες κοινού μετώπου εργαζομένων-νεολαίας που μπορεί να ξεφύγει από τον έλεγχο τους. Οι όποιες απεργιακές αποφάσεις συνδικάτων, ομοσπονδιών και σωματείων, υπό αυτό το πρίσμα πρέπει να ιδωθούν. Πρέπει να αποτελέσουν αφορμή για ενεργοποίηση της βάσης των εργαζομένων, χωρίς όμως να γίνεται άκριτα αποδεκτός ο σχεδιασμός, το πλαίσιο, τα όρια των ηγεσιών.
Με εμπιστοσύνη στις δυνατότητες του κόσμου της δουλειάς, να συνεχίσουμε.