Με αφορμή την παγκόσμια ημέρα Νοσηλευτή στις 12 Μαΐου, φιλοκυβερνητικοί συνδικαλιστές στα νοσοκομεία δημιουργούσαν κλίμα αναμονής ανακοινώσεων από τον πρωθυπουργό, που δήθεν θα ικανοποιούσαν τα αιτήματα των νοσηλευτών. Οι διαρροές για τα υποτιθέμενα μέτρα περιλάμβαναν ενίσχυση κάθε αυταπάτης και προσδοκίας που καλλιεργούνται στον χώρο, από αυξήσεις στους μισθούς μέχρι ένταξη στα ΒΑΕ. Αντ’ αυτού, οι νοσηλευτές για άλλη μια φορά εισέπραξαν τη γνωστή «αναγνώριση» της προσφοράς τους και υποσχέσεις «συνολικής αναβάθμισής τους» τους επόμενους μήνες. Δηλώσεις που οι εργαζόμενοι οφείλουν να διαβάσουν ως απειλή και να προετοιμαστούν ανάλογα.
Ένας από τους λόγους που έπρεπε να τροφοδοτηθεί κλίμα αισιοδοξίας, πέρα από τους όποιους συνειρμούς προεκλογικής προετοιμασίας μπορούσε να υποθέσει κανείς, αλλά και πέρα από τη διάχυτη δυσφορία και αγανάκτηση που υπάρχει στους εργαζομένους ως αποτέλεσμα των συνθηκών δουλειάς και των χαμηλών μισθών, είναι και το τι «άφησε» η για πρώτη φορά καθολική εφαρμογή της αξιολόγησης.
Όσο κι αν τα τελευταία χρόνια υπονομευόταν συνεχώς η διάθεση των εργαζομένων να συμμετέχουν στην απεργία-αποχή, φέτος, μετά από το ολοκληρωτικό ξεπούλημα από την πλευρά των συνδικαλιστικών ηγεσιών, οι εργαζόμενοι εκβιάστηκαν καθολικά να συμμετέχουν σε αυτή.
Μπροστά σε αυτή την κατάσταση και λαμβάνοντας υπόψη ότι οι εργαζόμενοι με τον ένα ή τον άλλο τρόπο συμμετείχαν σε αυτή την απεργία-αποχή για μία δεκαετία, είναι αναγκαίο να βγουν μια σειρά από συμπεράσματα, ακριβώς για να υπηρετηθούν οι σημερινές ανάγκες της πάλης ενάντια στην αξιολόγηση, στο νέο πειθαρχικό και στις δηλωμένες προθέσεις της κυβέρνησης για άρση της νομιμότητας.
Ουσιαστικά, τον φετινό Απρίλη στα νοσοκομεία «ολοκληρώθηκε» η επί χρόνια ξεπουληματική στάση της ΠΟΕΔΗΝ να ανανεώνει την άρνηση στην αξιολόγηση γραφειοκρατικά μέσω της ετήσιας τυπικής επαναπροκήρυξης της απεργίας-αποχής χωρίς αγωνιστικό περιεχόμενο, αποστεώνοντας αυτή τη διαδικασία από κάθε μορφή συλλογικής πάλης. Η υποταγή των ηγεσιών στην επίθεση υπό την απειλή του νέου πειθαρχικού αποτέλεσε μια εναρμόνιση στον σημερινό συσχετισμό της ταξικής πάλης όπως απαιτείται από την κυβέρνηση. Απαίτηση που αποτυπώνεται πιο καθαρά στο μέτωπο των εκπαιδευτικών, όπου, ακριβώς επειδή βρίσκει αντιστάσεις, έχουμε τις χιλιάδες διώξεις, την αργία της Χ. Χοτζόγλου και την απειλή αργίας του Δ. Χαρτζουλάκη.
Η ΠΟΕΔΗΝ φέτος εξαρχής άργησε να «ασχοληθεί» με το θέμα, δημιουργώντας τετελεσμένο την αξιολόγηση αρκετών εργαζομένων. Στη συνέχεια ζήτησε από τα σωματεία «δήλωση διαθέσεων», με έμφαση στους προϊσταμένους τμημάτων, πάνω στους οποίους στήριζε όλη τη γραφειοκρατική της κίνηση και ενώ γνώριζε ότι η πλειοψηφία των διαφωνούντων με την αξιολόγηση προϊσταμένων είχε καθαιρεθεί το προηγούμενο διάστημα. Πέραν της πλήρους αδιαφορίας για τις διαθέσεις των εργαζομένων, φρόντισε να συνοδεύσει το αίτημα με κοινοποίηση τρομοκρατικής γνωμοδότησης της νομικού συμβούλου της ΠΟΕΔΗΝ για τις πιθανές συνέπειες της άρνησης της αξιολόγησης σύμφωνα με το νέο πειθαρχικό! Όταν τελικά προκήρυξε την απεργία-αποχή, φρόντισε και να διευκρινίσει: «Ενημερώνουμε όμως σε περίπτωση δικαστικής εμπλοκής των μελών Σωματείων για τη μη συμμετοχή τους στην Αξιολόγηση η ΠΟΕΔΗΝ αδυνατεί να καλύψει τα δικαστικά έξοδα». Το ολοκληρωτικό άδειασμα πραγματώθηκε με τη μη συνέχιση και μη επαναπροκήρυξη της απεργίας όταν βγήκε παράνομη και ενώ η προθεσμία της αξιολόγησης πήρε παράταση. Δήλωσε μάλιστα: «Εάν όμως προσφεύγαμε για διαβούλευση με τον ΟΜΕΔ η Απεργία-Αποχή θα κηρυσσόταν παράνομη και καταχρηστική κατά την εκτίμηση της Νομικής μας Συμβούλου, με αποτέλεσμα να μην έχουμε δυνατότητα επαναπροκήρυξης στο μέλλον υπό άλλες συνθήκες και προϋποθέσεις […] Μία τέτοια δυσμενής εξέλιξη θα δημιουργήσει ανυπέρβλητα προβλήματα στη δράση μας, σε επόμενες απεργιακές κινητοποιήσεις με αιτήματα του ευρύτερου διεκδικητικού μας πλαισίου». Μνημείο υποταγής στην αστική νομιμότητα.
Οι υγειονομικοί εργαζόμενοι βρισκόμαστε μπροστά στην αναγκαιότητα της οικοδόμησης της πάλης μας απέναντι σε όλο τον άξονα της επίθεσης που αφορά αξιολόγηση - νέο πειθαρχικό - χτύπημα στη μονιμότητα. Κατανοώντας ότι αξιολόγηση σημαίνει απολύσεις και επιδείνωση των όρων δουλειάς από την εργοδοσία. Σημαίνει περαιτέρω διάσπαση των εργαζομένων και ιδεολογική αποσυγκρότηση. Σημαίνει διαμόρφωση εργασιακού πλαισίου προετοιμασίας «σταθμαρχών» για να χρεώνει το σύστημα τις συνέπειες της πολιτικής του. Για την πάλη απέναντι σε όλα αυτά χρειάζεται οργάνωση, μαζικός αγώνας και κεντρική πολιτική μάχη. Στην προσπάθεια οικοδόμησης αυτών των όρων, από την εστία αντίστασης, το δυνάμωμα και τον αγωνιστικό προσανατολισμό του σωματείου, μέχρι τους κλαδικούς και γενικούς απεργιακούς αγώνες, οι εργαζόμενοι θα πρέπει να κουβαλήσουν στη φαρέτρα τους την εμπειρία της προηγούμενης περιόδου.
Είναι σημαντικά τα συμπεράσματα λοιπόν που πρέπει να συζητηθούν πλατιά στους χώρους δουλειάς. Πρώτο, ότι οι εργαζόμενοι και η οργάνωση της πάλης τους είναι οι μόνοι που μπορούν να υπερασπίσουν τα δικαιώματά τους κόντρα σε οποιαδήποτε ανάθεση. Δεύτερο, ότι η απεργία και οι μαζικές κινητοποιήσεις δεν υποκαθίστανται από το τέχνασμα της απεργίας-αποχής και του κατ’ επίφαση συλλογικού χαρακτήρα της. Τρίτο, ότι η ΠΟΕΔΗΝ λειτούργησε ανοιχτά σαν παράρτημα του υπουργείου, ουσιαστικά φέρνοντας την τρομοκρατία του νέου πειθαρχικού μέσα στους χώρους δουλειάς. Τέταρτο, ότι οι αγώνες των εργαζομένων για τα δικαιώματά τους πρέπει να απεμπλακούν από τις αυταπάτες περί δικαστικών μαχών. Πέμπτο, ότι το δίκαιο των εργαζομένων και οι αγώνες τους δεν οριοθετούνται από την αστική νομιμότητα, που υπάρχει για να θωρακίζει την επίθεση. Έκτο, ότι οι συνδικαλιστικές ηγεσίες, αστικές και ρεφορμιστικές, θα συνεχίζουν να κινούνται αυστηρά μέσα στα όρια της αστικής νομιμότητας για να αναπαράγουν τον ρόλο τους και θα υπηρετούν την πολιτική του συστήματος κόντρα στις ανάγκες των εργαζομένων. Ως εκ τούτου η αναμέτρηση μαζί τους θα αποτελεί αναγκαίο όρο για το ξεδίπλωμα κάθε αγωνιστικής προσπάθειας.
Το μόνο σίγουρο είναι ότι οι εργαζόμενοι μπορούν και πρέπει να οργανώσουν την πάλη τους. Άλλωστε χρειάστηκαν δεκαετίες, διαφορετικές κυβερνήσεις και μπαράζ αντεργατικών νόμων για να κάμψουν τις αντιδράσεις των εργαζομένων και να εφαρμόσουν την αξιολόγηση. Η κλιμακούμενη αγανάκτηση θα γεννά νέους όρους αντίστασης και, με το βλέμμα στις ανάγκες του σήμερα, πρέπει να συμβάλλουμε στο πολιτικό δυνάμωμα κάθε εστίας αντίστασης.