Εισήγηση Ιάσονα Γραβάνη: Η εργατική τάξη γράφει την ιστορία
Αποσπάσματα από τον ιστορικό περίπατο
Πραγματοποιήθηκαν το διάστημα 5-10 Μάη οι σημαντικές πολύμορφες εκδηλώσεις της ΚΟΘ του ΚΚΕ(μ-λ) για τον ηρωικό Μάη του ’36. Η καμπάνια που βγήκε από τη μεριά της Οργάνωσης στην πόλη έδωσε το πολιτικό της στίγμα. Το γεγονός ότι ήταν η πρώτη πολιτική δύναμη που βγήκε συγκροτημένα για το γεγονός έγινε αισθητό από τον προοδευτικό κόσμο της πόλης.
Η κίνηση αυτή δεν αφορά κυρίως τη μελέτη της ιστορίας του κομμουνιστικού εργατικού κινήματος. Έχει άμεση σχέση με τη σημερινή φάση ανασυγκρότησης της εργατικής τάξης ως τάξης για τον εαυτό της, όπως αναφερόταν και στα υλικά της Οργάνωσης. Έχει να κάνει με τα πολύτιμα συμπεράσματα που πρέπει να βγουν για την εργατική-λαϊκή πάλη του σήμερα, για τους μισθούς, το ωράριο, τις συλλογικές συμβάσεις, τα συνδικαλιστικά δικαιώματα και ελευθερίες. Η δουλειά που έκαναν οι σύντροφοι τόσο στο επίπεδο των πολιτικών εισηγήσεων και του ιστορικού περιπάτου όσο και στο πολιτιστικό επίπεδο πρέπει να γίνει κτήμα του νέου δυναμικού και ειδικά των εργαζόμενων και να αξιοποιηθεί στη σημερινή πάλη ενάντια στον εργασιακό μεσαίωνα.
Οι εκδηλώσεις άρχισαν με την έκθεση ιστορικού υλικού στη Σφεντόνα και την προβολή της ταινίας «Ματωμένος Μάης του ‘36» του Τάσου Ψαρρά. Έτσι, ένα νεότερο δυναμικό ήρθε για πρώτη φορά σε επαφή με τα συγκλονιστικά γεγονότα μιας από τις σημαντικότερες στιγμής της εργατικής-λαϊκής πάλης στην πόλη της Θεσσαλονίκης.
Το Σάββατο 9/10 πραγματοποιήθηκε η κεντρική πολιτική εκδήλωση στον χώρο πίσω από το Μπέη Χαμάμ, σε κεντρικό σημείο της πόλης. Οι εισηγήσεις των σ. Ιάσονα Γραβάνη και Κώστα Καμαρέτσου αποτελούν μια προσπάθεια να αναλυθούν σε βάθος τα πολιτικά δεδομένα της δεκαετίας του ’30, όταν συγκροτείται η εργατική τάξη και το επαναστατικό ΚΚΕ στην Ελλάδα, λίγο πριν από τη Μεγάλη Δεκαετία ’41-49. Όπως τονίζεται σε αυτές, «ο Μάης του ’36 αποτέλεσε εργατική-λαϊκή εξέγερση σε συνθήκες προεπαναστατικής περιόδου».
Την εκδήλωση ακολούθησε το πολιτιστικό δρώμενο «Μέρες Μαγιού» των Μαρίας Λάμπρου, Δημήτρη Χατζηκωνσταντίνου, Μαριάννας Βογιατζή, Βασίλη Ζήση, αφιερωμένο στους νεκρούς της εργατικής τάξης στη Θεσσαλονίκη και στην Καισαριανή και ειδικά στους 8 συνδικαλιστές κομμουνιστές που συνελήφθησαν λόγω των γεγονότων του Μάη.
Σημαντική προσέλευση συναγωνιστών αλλά και πλατιού κόσμου υπήρξε στον ιστορικό περίπατο που επιμελήθηκε ο σ. Στέφανος Σκοδράνης και πέρασε από τα σημαντικότερα σημεία της εξέγερσης, αναλύοντας το ιστορικό πλαίσιο και φωτίζοντας ιδιαίτερες πλευρές του ζητήματος. Οι εκδηλώσεις έκλεισαν στην πλατεία Ελευθερίας, εκεί όπου πριν από 90 χρόνια πραγματοποιήθηκε ιστορική συγκέντρωση 150.000 εργαζομένων.
Εισήγηση Ιάσονα Γραβάνη

Ιστορικό πλαίσιο
90 χρόνια συμπληρώνονται αυτές τις μέρες από τη ματωμένη εξέγερση της Θεσσαλονίκης. Σχεδόν μια δεκαετία αργότερα, τέτοια ημέρα, οι Σοβιετικοί τσάκιζαν το τέρας του ναζισμού με την είσοδό τους στο Βερολίνο και θα απελευθέρωναν την Ευρώπη από τον φασισμό-ναζισμό. Η εργατική-λαϊκή εξέγερση της Θεσσαλονίκης αποτελεί κορυφαία εκδήλωση της ταξικής πάλης σε συνθήκες προεπαναστατικής περιόδου. Για τη σωστή ερμηνεία των γεγονότων της περιόδου αυτής από κομμουνιστική σκοπιά, είναι απαραίτητο να γίνει μια αναφορά στις διεθνείς και εσωτερικές συνθήκες που επηρέασαν σε σημαντικό βαθμό τους αγώνες στη χώρα.
Οι καταστάσεις στα μέσα της δεκαετίας του 1930 έχουν τις ρίζες τους στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Ο Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος όχι μόνο δεν έλυσε τα προβλήματα των ιμπεριαλιστικών συνασπισμών που συγκρούστηκαν, αλλά δημιούργησε και νέα. Ο Μεγάλος Πόλεμος, όπως λεγόταν τότε, έληξε με νίκη τού ενός στρατοπέδου των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων της Αντάντ (Γαλλία, Βρετανία κ.ά.), ενώ επιβλήθηκαν μεγάλες και δυσβάστακτες αποζημιώσεις στους ηττημένους ιμπεριαλιστές. Ταυτόχρονα, μέσα από τη φωτιά του πολέμου, το 1917 στη Ρωσία έχουμε τη νικηφόρα Οκτωβριανή Επανάσταση και τη δημιουργία του πρώτου σοσιαλιστικού κράτους στον κόσμο. Παρά τις προσπάθειες των αντιδραστικών δυνάμεων να χτυπήσουν την επανάσταση με εκστρατεία ενάντια στη χώρα το 1919, ο ρώσικος λαός αποκρούει τις επιθέσεις.
Τα χρόνια που ακολουθούν μέχρι το 1923 έχουμε ένα σημαντικό επαναστατικό κύμα στην Ευρώπη (Επανάσταση του Σπάρτακου στη Γερμανία, επανάσταση στην Ουγγαρία, κόκκινη διετία στην Ιταλία), που όμως συντρίβεται από τις άρχουσες τάξεις. Στα επόμενα χρόνια έχουμε μια σχετική σταθεροποίηση του παγκόσμιου καπιταλισμού μέχρι το 1927-28, που τελειώνει οριστικά με το ξέσπασμα της παγκόσμιας κρίσης του 1929. Ο φασισμός κάνει τα πρώτα του βήματα στην κυβερνητική εξουσία (Ιταλία), ενώ η νεοδημιουργημένη Σοβιετική Ένωση παλεύει για να χτίσει τον σοσιαλισμό κάτω από καπιταλιστική-ιμπεριαλιστική περικύκλωση.
Η παγκόσμια κρίση του 1929, αντανάκλαση των οξυμένων αντιφάσεων-αντιθέσεων του συστήματος, διογκώνει την ανεργία και την εξαθλίωση των εργατών και των λαών παγκόσμια. Στο ίδιο πλαίσιο έχουμε άνοδο του φασισμού στην Ευρώπη, που εκφράζει την ανάγκη του καπιταλιστικού συστήματος για συντριβή της κομμουνιστικής απειλής. Επιπλέον, ο φασισμός στη Γερμανία και την Ιταλία εκφράζει τη δυσαρέσκεια των αστικών τους τάξεων: στην πρώτη περίπτωση λόγω των συνεπειών της ήττας, στη δεύτερη επειδή νιώθουν ριγμένες στη μοιρασιά.
Στη Γερμανία αλλά και γενικά ο φασισμός εκμεταλλεύεται τις συνέπειες της παγκόσμιας κρίσης για να αποκτήσει επιρροή στις εξαθλιωμένες εργατικές μάζες και τα μικροαστικά στρώματα. Έτσι, σε όλη την Ευρώπη εκδηλώνονται με τον ένα ή τον άλλο τρόπο σφοδρές συγκρούσεις που εξελίσσονται μέχρι και σε ανοιχτή σύγκρουση για την εξουσία, όπως ο Ισπανικός Εμφύλιος.
Η πορεία των γεγονότων δείχνει ότι η ανθρωπότητα θα οδηγηθεί σύντομα σε νέο παγκόσμιο πόλεμο για το ξαναμοίρασμα των αγορών και των σφαιρών επιρροής ανάμεσα στους ιμπεριαλιστές βάσει ισχύος. Στο πλαίσιο αυτό, η πολιτική της Κομμουνιστικής Διεθνούς που ακολούθησαν όλα τα κόμματα-μέλη της είναι αυτή της συγκρότησης «Λαϊκών Μετώπων». Μια πολιτική σωστή και αναγκαία, όπως φάνηκε από τις κατοπινές εξελίξεις, αλλά που η εφαρμογή της δεν έγινε χωρίς λάθη και αδυναμίες.
Στην Ελλάδα, η περίοδος του μεσοπολέμου σημαδεύεται από τα εξής σημαντικά γεγονότα: την ήττα του μεγαλοϊδεατισμού της άρχουσας τάξης στη Μικρασιατική εκστρατεία, που συνοδεύεται από εισροή τεράστιας μάζας προσφύγων στη χώρα (περίπου 1.500.000), και τη μακρόχρονη ενδοαστική αντιπαράθεση μεταξύ των βενιζελικών και των βασιλικών, που απηχεί και την εξάρτηση της χώρας από τη μία ή την άλλη ιμπεριαλιστική δύναμη (Αγλλογάλλοι ή Γερμανοί).
Η δεκαετία του 1920 χαρακτηρίζεται από την υπερεκμετάλλευση των προσφυγικών μαζών, τη μεγάλη διείσδυση του ξένου κεφαλαίου, τις αλλεπάλληλες πολιτικές και κυβερνητικές κρίσεις. Μετά το 1929, η αντανάκλαση της παγκόσμιας κρίσης στον βαθιά εξαρτημένο και ασθενικό ελληνικό καπιταλισμό οδηγεί τη χώρα στη χρεοκοπία του 1932.
Στην περίοδο αυτή ήδη έχουν αρχίσει να εμφανίζονται οι πρώτοι αγώνες της νεαρής εργατικής τάξης της χώρας. Θα μπορούσε να ειπωθεί ότι τα χρόνια εκείνα συντελείται ενός βαθμού πρωταρχική συσσώρευση με τη δημιουργία των πρώτων εργοστασίων κυρίως μεταποίησης και την αστικοποίηση πληθυσμών, που αποχωρίζονται το χωράφι και την αγροτική εργασία. Αυτή η τάση ενισχύεται με τον ερχομό των προσφύγων στη χώρα, που μπαίνουν μαζικά στην παραγωγή.
Οι εξελίξεις δίνουν ώθηση στην άρχουσα τάξη της χώρας για περισσότερη εκμετάλλευση και ξεζούμισμα της εργασίας. Στο πλαίσιο αυτό, οι εργάτες αντιδρούν με πολλές αφορμές και εκδηλώνονται απεργιακοί αγώνες, συχνά με αιματηρές συγκρούσεις και νεκρούς απεργούς, που κατακτούν δικαιώματα. Σημαντικό σημείο στους εργατικούς αγώνες των αρχών του 20ού αιώνα αποτελεί η απεργία των καπνεργατών το 1914, κυρίως στην Καβάλα, που κατέκτησε την πρώτη συλλογική σύμβαση εργασίας στη χώρα. Καθοριστικό ρόλο στη νικηφόρα έκβαση του αγώνα, έπαιξε η Φεντερασιόν, εργατική οργάνωση στη Θεσσαλονίκη με σοσιαλιστικό χαρακτήρα, που είχε ιδρυθεί πριν από μερικά χρόνια, προπομπός του ΣΕΚΕ, μετέπειτα ΚΚΕ. Τότε μπόρεσε να συνενώσει τα καπνεργατικά σωματεία και τους εργάτες ανεξαρτήτως εθνικής καταγωγής και να καθοδηγήσει τον αγώνα στη νίκη.
Κλείνοντας αυτή την αναφορά στο ιστορικό πλαίσιο, πρέπει να γίνει σύντομη αναφορά στο ΚΚΕ. Το ΣΕΚΕ μετονομάζεται σε ΚΚΕ με την ένταξή του στην Κομμουνιστική Διεθνή το 1924 και την υιοθέτηση των θέσεων αυτής στο σύνολο τους. Παρόλα αυτά, εκδηλώνονται στο κόμμα απανωτές εσωτερικές διαμάχες και κρίσεις, με τελευταία το 1929-1931, τη «φραξιονιστική πάλη χωρίς αρχές», που δημιουργεί εσωστρέφεια στο κόμμα, το αποκόπτει από τις μάζες και το βάζει μπροστά στον κίνδυνο της διάλυσης. Η κρίση λήγει με παρέμβαση της Κομμουνιστικής Διεθνούς και τον διορισμό του Ν. Ζαχαριάδη στη θέση του γραμματέα. Η παρέμβαση αυτή κρίνεται σωστή και απαραίτητη, καθώς έδωσε τέλος στη διαλυτική κατάσταση που επικρατούσε στο εσωτερικό του κόμματος. Άμεσο αποτέλεσμα αυτής ήταν η ενίσχυση του κόμματος με εγγραφές νέων μελών και άπλωμα των οργανώσεών του στους χώρους δουλειάς και τα σωματεία.
Πολιτικά, αφήνει πίσω του τον δογματισμό, αναλύει σωστά τα χαρακτηριστικά του ελληνικού καπιταλισμού και έτσι καταλήγει στον λαϊκοδημοκρατικό χαρακτήρα της επανάστασης στην Ελλάδα. Η ιδεολογική και πολιτική συγκρότηση του τότε νεαρού ΚΚΕ και τα προβλήματα στην ενοποίηση της καθοδήγησής του θα συνοδεύουν με διάφορους τρόπους τη μετέπειτα πορεία του, ακόμα και τη μεγάλη δεκαετία του 1940-49.
Αναφορά στο υποκείμενο
Οι καπνεργάτες τη δεκαετία του 1930 αποτελούν σημαντικό τμήμα της εργατικής τάξης της χώρας. Τα κύρια χαρακτηριστικά του κλάδου είναι τα εξής: πληρώνονται με βάση το παραγόμενο προϊόν, δουλεύουν εποχικά και κομμάτια αυτών αναλαμβάνουν ρόλο μεσολαβητή ανάμεσα στον καπνέμπορο και τους εργάτες. Αυτή η συνθήκη χτυπιέται από ένα σημείο και μετά με τη μηχανοποίηση της παραγωγής και τη χειροτέρευση των όρων δουλειάς της ενδιάμεσης αυτής κατηγορίας.
Από την άλλη, οι καπνέμποροι απασχολούν ως επί το πλείστον γυναίκες, που αμείβονται σαφώς χαμηλότερα από τους άντρες συναδέλφους τους, μέχρι και 50% κάτω, ενώ στην παραγωγή συμμετέχουν και τα ανήλικα παιδιά τους πολλές φορές. Η μάζα των καπνεργατών προς το 1930 αποτελεί έναν από τους πιο οργανωμένους κλάδους της εργατικής τάξης, με συμμετοχή πολλών εργατών στα σωματεία τους, ενώ είναι πολυεθνική η σύστασή τους, με Έλληνες, ντόπιους και πρόσφυγες, Εβραίους, Αρμένιους και άλλους. Η μεγαλύτερη μάζα αυτών εργάζεται στις καπνουπόλεις της Θεσσαλονίκης, της Καβάλας, της Δράμας.
Η πορεία προς τα γεγονότα
Στη χώρα από τις αρχές του 1930 εκδηλώνεται η διαπάλη μεταξύ των εκπροσώπων της αστικής τάξης, ενώ εκδηλώνεται σειρά πραξικοπημάτων με συμμετοχή στελεχών του στρατού. Το 1929, ενώ οι κομμουνιστικές ιδέες βρίσκουν έδαφος σε πλατιές λαϊκές μάζες, ο Βενιζέλος ψηφίζει και εφαρμόζει το Ιδιώνυμο, με το οποίο ποινικοποιεί την κομμουνιστική δράση και τον συνδικαλισμό.
Τον Γενάρη του 1936 γίνονται εκλογές όπου τα δύο κύρια κόμματα (κόμμα Φιλελευθέρων και Λαϊκό κόμμα) ισομοιράζονται τις έδρες στο κοινοβούλιο (τότε έγιναν με το σύστημα της απλής αναλογικής). Το επαναστατικό ΚΚΕ, δείγμα της απήχησης που αρχίζει και κατακτά στην ελληνική κοινωνία, κερδίζει μέσω του «Παλλαϊκού Μετώπου» στο οποίο συμμετέχει 15 βουλευτές. Έτσι προχωρά στη σύναψη συμφωνίας με το κόμμα των Φιλελεύθερων, στις 19/2, και δεσμεύεται να δώσει ψήφο ανοχής για το σχηματισμό κυβέρνησης με κάποιες προϋποθέσεις. Η συμφωνία, που έμεινε γνωστή ως σύμφωνο Σοφούλη-Σκλάβαινα, περιλαμβάνει τα εξής:
Η πολιτική που διαπνέει εκείνη την περίοδο το ΚΚΕ είναι αυτή της δημιουργίας του λαϊκού μετώπου για την αποτροπή εγκαθίδρυσης φασιστικής δικτατορίας στη χώρα. Δείγματα αυτής της πολιτικής είναι το κοινό εκλογικό κατέβασμα με το αγροτικό κόμμα και η πρόταση-σύμφωνο που θα εξασφάλιζε, με την αποποινικοποίηση της πολιτικής δράσης των κομμουνιστών, ζωτικό χώρο στο επαναστατικό ΚΚΕ για την περαιτέρω ανάπτυξή του. Η θέση αυτή, όπως αναφέρθηκε προηγουμένως, απορρέει από την αντίληψη της Κομμουνιστικής Διεθνούς και τους στόχους που βάζει στα Κομμουνιστικά Κόμματα των χωρών της Ευρώπης και πατάει πάνω σε υπαρκτά δεδομένα της εποχής.
Ήδη από το 1925 ο Στάλιν θέτει ως κατεύθυνση την εκβιομηχάνιση της Σοβιετικής Ένωσης και τα πεντάχρονα πλάνα ως απαραίτητο όρο προετοιμασίας για τον επικείμενο πόλεμο που ετοιμάζουν οι ιμπεριαλιστές. Ταυτόχρονα, στην 6η Ολομέλεια της ΚΕ του ΚΚΕ, η Ελλάδα προσδιορίζεται ως χώρα με μέσο επίπεδο καπιταλιστικής ανάπτυξης, με ισχυρή εξάρτηση από τα ξένα συμφέροντα (Αγγλογάλλοι) και ο χαρακτήρας της επανάστασης καθορίζεται ως λαϊκοδημοκρατική επανάσταση με γρήγορο πέρασμα στον σοσιαλισμό. Με βάση αυτή την αντίληψη, φαίνεται πως όλες οι επιλογές της ηγεσίας του επαναστατικού ΚΚΕ γίνονται για την αποτροπή του φασιστικού κινδύνου.
Όμως, η παράταξη Σοφούλη αθετεί τη συμφωνία, γεγονός που καταγγέλλεται δημοσίως από το ΚΚΕ. Στις 13 Απρίλη διορίζεται πρωθυπουργός ο Ι. Μεταξάς (που δεν ήταν καν εκλεγμένος βουλευτής) με την ανοχή όλων των αστικών κομμάτων. Την ίδια περίοδο ξεσπούν συνεχείς κινητοποιήσεις. Φοιτητές και μαθητές βρίσκονται στους δρόμους. Οι καπνεργάτες οργανώνονται και γίνεται το μεγάλο καπνεργατικό συνέδριο με συμμετοχή 24 σωματείων και 60 αντιπροσώπων, όπου ενώνονται σε κοινή ομοσπονδία, την Πανελλαδική Καπνεργατική Ομοσπονδία. Η Ομοσπονδία ξεκινάει να οργανώνει την επικείμενη μάχη. Προωθεί τη συγκρότηση απεργιακών επιτροπών και προετοιμάζει την απεργία. Τα βασικά αιτήματα της απεργίας συνίστανται στα εξής: αύξηση του μεροκάματου στις 120-125 δραχμές – εφαρμογή της σύμβασης του 1924 δηλαδή, πληρωμή υπερωριών και αργιών, κατάργηση της εργασίας σε ανθυγιεινούς χώρους, τροποποίηση του νόμου περί Τόγκας.
Εδώ πρέπει να εξηγήσουμε συνοπτικά για τον νόμο περί Τόγκας. Οι γυναίκες στο κίνημα της Θεσσαλονίκης αποτέλεσαν βασικό συστατικό στοιχείο. Στελέχωσαν βασικούς κλάδους της παραγωγής, όπως στα καπνεργοστάσια και στην υφαντουργία. Αμείβονταν σαφώς κατώτερα από τους άντρες συναδέλφους τους, ενώ ο χαρακτήρας της εργασίας τους κατά την περίοδο του Μεσοπολέμου είχε περιστασιακά χαρακτηριστικά. Έπιαναν δουλειά για ορισμένο χρόνο και συχνά άλλαζαν δουλειά. Αυτά τα στοιχεία τις καθιστούσε εύκολη λεία για τους εργοδότες που τις εκμεταλλεύονταν για λίγες δραχμές, ενώ καταστρατηγούσαν τα δικαιώματά τους. Τον διαχωρισμό αντρών-γυναικών συγκεκριμένα στον καπνό τον κληρονόμησε ο καπιταλισμός από προγενέστερες μορφές οργάνωσης της εργασίας. Αυτό βόλεψε τους εργοδότες ώστε να ρίξουν το κόστος παραγωγής του προϊόντος.
Στον αντίποδα κινήθηκε όλο το διάστημα το επαναστατικό ΚΚΕ. Ενίσχυσε την εγγραφή και ισότιμη συμμετοχή των γυναικών στα σωματεία και πάλεψε για την έκφραση των ενιαίων συμφερόντων όλης της εργατικής τάξης. Οι καπνέμποροι ωστόσο δεν εφάρμοζαν τον νόμο, εκμεταλλευόμενοι ασάφειες αυτού, και ως αποτέλεσμα είχε το μεγαλύτερο ποσοστό που δούλευε στα καπνεργοστάσια να είναι γυναίκες με πολύ χαμηλότερη αμοιβή. Έτσι το εργατικό κίνημα διεκδικούσε την πρόσληψη ίσου αριθμού ανδρών και γυναικών στη διαλογή του καπνού ως τρόπο για να σταματήσει η υπερεκμετάλλευση της γυναικείας εργασίας.
Γεγονότα
Η απεργία των καπνεργατών ξεκινάει στις 29 Απρίλη με απόφαση της Πανελλαδικής Καπνεργατικής Ομοσπονδίας και συμμετοχή τουλάχιστον 12.000 απεργών, ο μεγαλύτερος αριθμός των οποίων είναι γυναίκες. Τις επόμενες ημέρες η απεργία εξαπλώνεται σε άλλες πόλεις της χώρας, όπως Καβάλα, Δράμα, Σάμο κ.ά., ενώ την αλληλεγγύη τους δείχνουν και άλλοι κλάδοι, όπως οι σιδηροδρομικοί και οι κλωστοϋφαντουργοί. Στις 6 Μάη, στη Θεσσαλονίκη η απεργία έχει μεγάλη συμμετοχή κόσμου. Αναφέρεται από διάφορες πηγές ότι ο Μεταξάς, κατά την επιστροφή του από το Βελιγράδι τις προηγούμενες ημέρες, κάνει στάση στη Θεσσαλονίκη και δίνεται η εντολή να κατασταλούν οι απεργοί με κάθε μέσο.
Χωροφυλακή και χαφιέδες οπλίζονται και καραδοκούν στους δρόμους και ανεβασμένοι σε μπαλκόνια ξενοδοχείων. Χτυπούν άγρια και πυροβολούν τους απεργούς, με αποτέλεσμα πολλούς τραυματίες. Στο όργιο καταστολής συμμετέχουν και οι χαλυβδόκρανοι της οργάνωσης 3Ε, φασιστικής οργάνωσης που έδρασε στην πόλη τη δεκαετία του 1930, η οποία οργανώνεται στα πρότυπα οργανώσεων της φασιστικής Ιταλίας. Πυρήνας των απόψεών της είναι ο αντικομμουνισμός και ο αντισημιτισμός (άλλωστε στην πόλη είχε προηγηθεί το 1931 ο εμπρησμός του προσφυγικού καταυλισμού Κάμπελ). Βλέπουμε για ακόμη μια φορά την αγαστή συνεργασία των φασιστών με την άρχουσα τάξη ενάντια στον εχθρό λαό.
Οι εργάτες παρόλα αυτά δεν τρομοκρατούνται. Οι κινητοποιήσεις καταγγελίας γιγαντώνονται. Οι εργάτες χτυπούν τις καμπάνες των εκκλησιών, ένα παλιό μέσο που χρησιμοποιούσαν ώστε να μεταδώσουν το μήνυμα ότι χτυπιούνται, και ο λαός κατεβαίνει άμεσα από τις συνοικίες, δείχνοντας την αλληλεγγύη του.
Εδώ πρέπει να αναφερθούμε σε ένα σημαντικό γεγονός κατά τη γνώμη μας. Αφενός, στην πόλη τότε υπάρχουν 3 εργατικά κέντρα που απηχούν διαφορετικές πολιτικές τάσεις στο εργατικό κίνημα (συντηρητικοί, ρεφορμιστές και κομμουνιστές). Όπως λέγεται στην απόφαση της 6ης Ολομέλειας, το ΚΚΕ βάζει την κατεύθυνση του ενιαίου μετώπου της εργατικής τάξης. Στόχος, η συνένωση της πάλης των εργατών, ανεξάρτητα αν ανήκουν σε «κόκκινο» ή ρεφορμιστικό συνδικάτο. Το επαναστατικό ΚΚΕ καταφέρνει με την πάλη του στους χώρους δουλειάς να συσπειρώνει το μεγαλύτερο μέρος των συνδικαλισμένων εργατών στα «κόκκινα» συνδικάτα. Καρπός της προσπάθειας αυτής είναι η κοινή ανακοίνωση στήριξης της απεργίας από τα Εργατικά Κέντρα και η ενιαία 24ωρη απεργία στη Θεσσαλονίκη.
Στις 9 Μάη, στην απεργία συμμετέχουν και άλλοι κλάδοι και οι απεργοί αρχίζουν να συγκεντρώνονται. Στη συμβολή των οδών Συγγρού και Πτολεμαίων, από τα πυρά της χωροφυλακής πέφτει ο πρώτος νεκρός της εξέγερσης. Πρόκειται για τον αυτοκινητιστή Τάσο Τούση από το Ασβεστοχώρι. Οι εργάτες αποκρούουν την επίθεση και οργανώνουν πορεία προς το Διοικητήριο για να επιδώσουν τα αιτήματά τους. Ξηλώνουν την πόρτα από παρακείμενο ξενοδοχείο που είναι υπό κατασκευή και τοποθετούν τον νεκρό πάνω, στην κεφαλή της πορείας.
Η μάνα του Τούση βρίσκει τον νεκρό γιο της και θρηνεί. Η φωτογραφία της μάνας πάνω από το σώμα του γιου της θα δημοσιευτεί τις επόμενες μέρες στον «Ριζοσπάστη» και θα εμπνεύσει τον Γ. Ρίτσο να γράψει τον «Επιτάφιο». Λίγη ώρα αργότερα, υφαντουργίνες οργανώνονται στην πλατεία Βαρδαρίου και διαδηλώνουν προς το Διοικητήριο. Σε νέο χτύπημα των χαφιέδων από ξενοδοχείο, σκοτώνεται από πυροβολισμούς στο κεφάλι η Αναστασία Καρανικόλα, εργάτρια υφαντουργίας και στέλεχος του ΚΚΕ.
Ο αριθμός των νεκρών παραμένει ακόμα ασαφής, υπολογίζεται περίπου στους 12 εργάτες και εργάτριες. Οι διαδηλώσεις μαζικοποιούνται παρά τα χτυπήματα. Πολλές φορές, φαντάροι αρνούνται να χτυπήσουν τους απεργούς και στρέφουν τις κάννες των όπλων προς τον ουρανό. Ο διοικητής της αστυνομίας οπισθοχωρεί και την επόμενη μέρα δίνει την εντολή στη χωροφυλακή να κλειστεί στα τμήματα. Ο λαός κυριαρχεί στην πόλη. Την επόμενη ημέρα οργανώνεται μεγάλο συλλαλητήριο στην πόλη. Μετατρέπει την κηδεία των θυμάτων σε παλλαϊκό συλλαλητήριο, με αριθμό που υπολογίζεται περί τις 150.000. Για μιάμιση ημέρα η εξουσία περνάει στην εργατική τάξη και τον λαό. Τα σύνθηματα που επικρατούν είναι τα: «κάτω η κυβέρνηση Μεταξά», «καταδίκη του δολοφόνου Ντάκου» (αρχηγού της αστυνομίας) κ.ά.
Ο «Ριζοσπάστης» στο φύλλο της 10ης Μάη θέτει ως κατεύθυνση την παραίτηση της κυβέρνησης Μεταξά και τη σύγκληση της Βουλής. Ακόμα, πιέζει ώστε να καλέσουν άμεσα οι δύο συνομοσπονδίες απεργία.
Η λαϊκή κινητοποίηση ταράζει τα θεμέλια της αστικής εξουσίας. Με απόφαση Μεταξά στην πόλη στέλνονται αντιτορπιλικά καθώς και στρατιωτική δύναμη από τη Λάρισα για να ανακτήσει τον έλεγχο της πόλης.
Τις επόμενες ημέρες συνεδριάζουν οι ηγεσίες της ΓΣΕΕ και της Ενωτικής ΓΣΕΕ. Οι πανεργατικές συνομοσπονδίες, παρ’ ότι είναι χωρισμένες, καλούν από κοινού σε πανελλαδική απεργία στις 13 Μάη. Η κοινή απόφαση είναι αποτέλεσμα της πολιτικής πίεσης που ασκεί το επαναστατικό ΚΚΕ, που συσπειρώνει τη μεγαλύτερη εργατική μάζα στην Ενωτική ΓΣΕΕ, παρά τα κωλύματα που βάζουν οι συντηρητικοί της ΓΣΕΕ. Ζητείται η άμεση ικανοποίηση των αιτημάτων των καπνεργατών, η χορήγηση συντάξεων στις οικογένειες των δολοφονημένων και η αντικατάσταση του αστυνομικού διευθυντή της Θεσσαλονίκης. Μεγάλη συζήτηση γίνεται για το ότι εξαιρέθηκε, παρά τις πιέσεις της Ενωτικής ΓΣΕΕ, το αίτημα «κάτω η κυβέρνηση Μεταξά». Ακόμα, θεωρούμε αρνητική εξέλιξη ότι η απεργία δεν συνεχίστηκε στις 11 και 12 του Μάη, παρά τις εκκλήσεις της Ενωτικής ΓΣΕΕ, και έτσι η κυβέρνηση Μεταξά βρήκε τον χρόνο να εξοπλιστεί κατάλληλα ενάντια στον λαό.
Η απεργία της 13ης Μάη στέφεται με επιτυχία, παρά το κλίμα τρομοκρατίας που επιβάλλει η κυβέρνηση Μεταξά. Μισό εκατομμύριο απεργοί διαδηλώνουν σε κάθε γωνιά της χώρας.
Η απεργία λήγει με υπογραφή από τις 2 συνομοσπονδίες, μετά από συνάντηση με την κυβέρνηση και εκπροσώπους των καπνεμπόρων και δέσμευση των τελευταίων για ικανοποίηση των οικονομικών αιτημάτων.
Την αμέσως επόμενη ημέρα, η Θεσσαλονίκη γνωρίζει νέο γύρο τρομοκρατίας. Εκατοντάδες δραστήρια συνδικαλιστικά και πολιτικά στελέχη του επαναστατικού ΚΚΕ συλλαμβάνονται και δικάζονται με βάση το Ιδιώνυμο. Στέλνονται με συνοπτικές διαδικασίες στις φυλακές και την εξορία. Η αντίδραση οργανώνεται και προετοιμάζει μεθοδικά τη φασιστική δικτατορία. 8 αγωνιστές που πρωτοστάτησαν στον ηρωικό Μάη στάλθηκαν στην Ακροναυπλία και στη συνέχεια παραδόθηκαν στους ναζί κατακτητές. Ήταν ανάμεσα στους 200 της Καισαριανής που εκτελέστηκαν την Πρωτομαγιά του 1944.
Η εργατική-λαϊκή εξέγερση και η δράση του επαναστατικού ΚΚΕ δεν στάθηκαν ικανά να ανακόψουν την πορεία προς τη δικτατορία, που εκδηλώθηκε με το πραξικόπημα της 4ης Αυγούστου του 1936.
Συμπεράσματα
Η μελέτη και προσπάθεια αποτίμησης ενός μεγαλειώδους αγώνα, όπως του Μάη του ’36 στη Θεσσαλονίκη, είναι απαραίτητη ώστε το κίνημα να εξαγάγει τα συμπεράσματά του. Αναδείχθηκαν μία σειρά αδυναμίες που μπορούν να λειτουργήσουν διδακτικά για τις επόμενες μάχες που έρχονται.
Στα φύλλα του «Ριζοσπάστη» όπου δημοσιεύονται οι αποφάσεις της ΚΕ του ΚΚΕ τονίζεται το σύνθημα: «κάτω η κυβέρνηση». Το αίτημα αυτό στη δεδομένη περίοδο κινείται στη σωστή κατεύθυνση υπεράσπισης των δημοκρατικών δικαιωμάτων της εργατικής τάξης και του λαού, λειτουργεί προωθητικά στον αγώνα για την αποτροπή της φασιστικής δικτατορίας. Άλλωστε μιλάμε για μία κυβέρνηση η οποία ορίστηκε τελείως αντιδημοκρατικά και την οποία ανέλαβε ένα στέλεχος του στρατού, με την ανοχή όλων των αστικών κομμάτων. Μάλιστα η Βουλή είχε κλείσει για τη θερινή περίοδο από τα τέλη Απρίλη, αφήνοντας όλες τις εξουσίες στον Μεταξά! Αυτή η περίοδος σωστά ονομάστηκε από το ΚΚΕ «καθεστώς της 3,5 Αυγούστου».
Στο φύλλο της 14ης Μάη δημοσιεύεται η απόφαση της ΚΕ του ΚΚΕ όπου γίνεται εκτίμηση και ασκείται κριτική στον Κ. Θέο, βουλευτή του ΚΚΕ και γραμματέα στην Ενωτική ΓΣΕΕ. Στη συνεδρίαση αυτή είχαν κατέβει δύο εισηγήσεις, μία του Ν. Ζαχαριάδη και μία του Α. Γεωργίου, γραμματέα της ΚΟ Θεσσαλονίκης, Γράφεται ότι: «η φράξια της Ενωτικής ΓΣΕΕ και προσωπικά ο σ. Θέος, στην άμεση διαχείριση των διαπραγματεύσεων με την κυβέρνηση όσο και των συνεννοήσεων με την ΓΣ, πήρε προσωπικά πρωτοβουλίες που έβλαψαν τα ζητήματα που διαχειρίστηκε. Χωρίς την έγκριση των οργανισμών (…), χωρίς τις εγγυήσεις για την κατοχύρωση των καπνεργατικών συμφερόντων και των συμφερόντων όλου του εργαζόμενου λαού, υπόγραψε τη λύση της απεργίας».
Η κριτική στον Θέο κινείται σε σωστή κατεύθυνση. Αυτό θα φανεί τις επόμενες ημέρες, που θα εφαρμοστεί η πιο σκληρή τρομοκρατία και διώξεις στα πρωτοπόρα στοιχεία. Αξίζει να αναφερθεί επίσης ότι η παραπάνω ανακοίνωση ψηφίστηκε ομόφωνα από τα μέλη της ΚΕ. Όμως στις 20 Μάη δημοσιεύεται στον «Ριζοσπάστη» η εισήγηση του Ν. Ζαχαριάδη στη συνεδρίαση της ΚΕ, όπου διαβάζουμε: «στη Θεσσαλονίκη στις 10 Μάη ο Λαός συναδελφωμένος με το στρατό έπρεπε να πάρει την εξουσία στα χέρια του, να δημιουργήσει επιτροπή λαϊκής σωτηρίας και λαϊκή φρουρά,(…), να ζητήσει την ενίσχυση όλων των εργαζομένων της χώρας και μαζί τους να επιβάλει το διώξιμο του Μεταξά. (…). Η καθοδήγηση μας της Θεσσαλονίκης έχασε την κατάλληλη στιγμή».
Από τα παραπάνω νομίζουμε ότι φανερώνονται οι διαφορετικές εκτιμήσεις εντός της ηγεσίας του επαναστατικού ΚΚΕ για τις δυνατότητες και την πολιτική τακτική της εργατικής τάξης και της πάλης της την περίοδο αυτή. Δημιουργεί όμως ερωτηματικά η επικέντρωση της κριτικής σε προσωπικές επιλογές ενός στελέχους του ΚΚΕ. Ότι υπήρχαν εμφανώς διαφορετικές εκτιμήσεις νομίζουμε ότι επιβεβαιώνει το παρακάτω απόσπασμα από την εισήγηση του Ν. Ζαχαριάδη: «Μιας και ο Μεταξάς χρησιμοποίησε σφαίρες και δολοφονίες, είναι ολοφάνερο ότι ο Λαός έπρεπε να χρησιμοποιήσεις όλα τα μέσα, δίχως καμιά εξαίρεση, γιατί το γεγονός ότι τα μέσα αυτά προέρχονται και εφαρμόζονται απ’ το λαό, τα κάνει απόλυτα και αναμφισβήτητα νόμιμα».
Γίνεται πολύς λόγος τα τελευταία χρόνια για τις επιλογές του τότε επαναστατικού ΚΚΕ με μία τάση αμφισβήτησης των επιλογών. Τόσο από τους τροτσκιστές, τους αναρχικούς όσο και από το σημερινό ρεφορμιστικό ΚΚΕ. Από τη μεριά μας νομίζουμε ότι:
Κλείνοντας, αν κάτι χαρακτηρίζει για εμάς αυτή την εργατική-λαϊκή εξέγερση σε προεπαναστατική περίοδο είναι, όπως γράφεται στην ανακοίνωση της Κεντρικής Επιτροπής του ΚΚΕ, ότι: «τα γεγονότα της Θεσσαλονίκης (...) αποτέλεσαν μία ανώτερη μορφή της επαναστατικής πάλης του Λαού». Εμπνεόμαστε από την ηρωική πάλη του λαού, τιμάμε τους αγωνιστές του Μάη μέσα από τους αγώνες μας και παλεύουμε ώστε να φτάσουμε στις ανώτερες μορφές επαναστατικής πάλης.
Εισήγηση Κώστα Καμαρέτσου

Ο Μάης του ‘36 αποτέλεσε κορύφωση της ταξικής πάλης και μια εργατική–λαϊκή εξέγερση σε συνθήκες προεπαναστατικής περιόδου. Ήταν προπομπός της ιστορικής δεκαετίας του κομμουνιστικού κινήματος στη χώρα μας (‘41–49), της εποποιίας των ΕΑΜ–ΕΛΑΣ–ΕΠΟΝ–ΔΣΕ. Ήταν καρπός της δράσης τού τότε επαναστατικού ΚΚΕ, της επίδρασης που άσκησε η οικοδόμηση του σοσιαλισμού στη Σοβιετική Ένωση και της ραγδαίας ανόδου του εργατικού κινήματος στην Ελλάδα. Σήμερα, αποτελεί πολύτιμη πηγή συμπερασμάτων για την ανασυγκρότηση της εργατικής τάξης ως τάξης για τον εαυτό της, αλλά και για την αναδιοργάνωση του κομμουνιστικού κινήματος και κόμματος της εποχής μας.
Ο Λένιν έχει ορίσει το κομμουνιστικό κόμμα ως «το οργανωμένο σε πολιτικό κόμμα πρωτοπόρο τμήμα της εργατικής τάξης». Η πορεία αυτής της συγκρότησης διέπεται από τη διαλεκτική σχέση δύο παράλληλων και αλληλοεπηρεαζόμενων πεδίων: του πεδίου της ταξικής–συνδικαλιστικής συγκρότησης, του κινήματος, και του πεδίου της πολιτικής–ιδεολογικής συγκρότησης, του κόμματος. Απόψεις που προσπαθούν να «κόψουν δρόμο» σε αυτή τη διαδικασία, που επιχειρούν να δουν τα πεδία αυτά ξεκομμένα το ένα από το άλλο είναι καταδικασμένες σε αποτυχία.
Το σημερινό επίπεδο συγκρότησης της εργατικής τάξης φέρει πάνω του τα σημάδια της ήττας του κομμουνιστικού κινήματος και των συνεπειών της. Κάνοντας έναν παραλληλισμό με τη δεκαετία του ‘30, μπορούμε να δούμε με ευκολία ότι αυτή η διαδικασία βρίσκεται σε άλλη φάση. Η εργατική τάξη σήμερα δεν βρίσκεται ούτε σε φάση εφόδου ούτε σε φάση προεπαναστατικής ετοιμασίας.
Ποια είναι τα απαιτούμενα στοιχεία που διακρίνουν μια τέτοια φάση;
Πρώτον, η συνείδηση των αντιπαραθετικών, ανειρήνευτων ταξικών συμφερόντων απέναντι στην αστική τάξη. Η εμπέδωση του ότι η ζωή και το μέλλον των εργαζομένων βρίσκεται σε σύγκρουση με τους εκμεταλλευτές.
Δεύτερον, η συνείδηση της θέσης της εργατικής τάξης στην κοινωνία. Η συνειδητοποίηση ότι σε αυτή την κοινωνία η εργατική τάξη δεν κατέχει τίποτα πέρα από τη δυνατότητα να θέτει προς πώληση και εκμετάλλευση την εργατική της δύναμη. Και σε αυτή τη βάση, η κατάκτηση της αλήθειας ότι το αστικό κράτος, η αστυνομία, η θρησκεία, ο στρατός, η δικαιοσύνη, τα ΜΜΕ και η Βουλή αποτελούν όργανα καταπίεσης.
Τρίτον, το αυξημένο επίπεδο συνδικαλιστικής οργάνωσης, που προϋποθέτει το μαζικό μπάσιμο των εργαζομένων στα σωματεία.
Τέταρτον, η συνείδηση της ιστορικής αποστολής της και του πρωτοπόρου ρόλου της στο λαϊκό κίνημα. Η εμπέδωση της ιστορικής νομοτέλειας ότι η εργατική τάξη είναι προορισμένη να ηγηθεί του αγώνα για την ανατροπή του καπιταλισμού και την οικοδόμηση μιας άλλης, σοσιαλιστικής κοινωνίας.
Πέμπτον, το κέρδισμα του πρωτοπόρου τμήματος της εργατικής τάξης με την κομμουνιστική ιδεολογία και τη μαρξιστική–λενινιστική κοσμοαντίληψη και η συγκρότηση του κόμματος της εργατικής τάξης. Έτσι «ολοκληρώνεται σε μια πρώτη φάση» η διαδικασία της συγκρότησής της ως τάξης για τον εαυτό της.
Γίνεται εμφανής με γυμνό μάτι η τρανταχτή διαφορά της περιόδου που εξετάζουμε σε σχέση με τη σημερινή.
Τότε, το εργατικό κίνημα βρισκόταν σε ραγδαία άνοδο. Από τις αρχές της δεκαετίας του ’30 υπήρχε ένα κύμα όλο και συχνότερων, σκληρών, παράνομων αλλά και νικηφόρων απεργιών, που εμπεριείχαν ένοπλη καταστολή και δολοφονημένους εργάτες. Σύμφωνα με στοιχεία της Ενωτικής ΓΣΕΕ, το 1932 έγιναν 200 απεργίες με συμμετοχή 80.000 εργατών. Το 1933 έγιναν 360 απεργίες με συμμετοχή 120.000 εργατών. Το 1934 έγιναν 480 απεργίες με συμμετοχή 180.000 εργατών. Μόνο το πρώτο τρίμηνο του 1936, οι απεργοί καταμετρούνταν σε 200.000 πανελλαδικά, όσοι ήταν μέσα στους δέκα πρώτους μήνες του 1935.
Χαρακτηριστικές περιπτώσεις του περάσματος της ταξικής πάλης σε ανώτερο επίπεδο αποτελούν η γενική απεργία και ένοπλη εξέγερση στο Ηράκλειο το 1935, αλλά και η ένοπλη εξέγερση των σταφιδοπαραγωγών της νότιας Πελοποννήσου την ίδια χρονιά.
Ειδική αναφορά πρέπει να γίνει στο καπνεργατικό κίνημα. Η πρώτη προσπάθεια οργάνωσης γίνεται από τη σοσιαλιστική οργάνωση της Φεντερασιόν στη Θεσσαλονίκη, πριν από την ίδρυση του ΚΚΕ, γεγονός που αποτελεί απόδειξη της διπλής σχέσης κινήματος–κόμματος που εντοπίζουμε παραπάνω. H ίδρυση του ΚΚΕ το 1918 δεν προέκυψε στο κενό. Ήδη το 1914 ξεσπά καπνεργατική απεργία που κατακτά την πρώτη συλλογική σύμβαση στην Ελλάδα!
Για να γίνει κατανοητό το μέγεθος της ωρίμανσης του εργατικού–λαϊκού κινήματος στην Ελλάδα εκείνη την περίοδο αναφέρουμε μερικά μόνο από τα στοιχεία που έχουν καταγραφεί.
«Παναυτοκινητιστική απεργία τον Φλεβάρη στην Αθήνα με 10.000 συνοδεύεται από απεργία τροχιοδρομικών και επεκτείνεται στη Θεσσαλονίκη. Τον ίδιο μήνα, παλλαϊκή απεργία με οδοφράγματα στην Καβάλα. Το ίδιο και στις Σέρρες με την κάθοδο στην πόλη των καπνοπαραγωγών και στη Δράμα που γίνεται συλλαλητήριο 30.000 εργατών, αγροτών, επαγγελματιών. Τον Μάρτη, παμφοιτητική απεργία που κρατά 25 μέρες και συμμετέχουν στην πορεία τα σχολεία Αθήνας, Πειραιά, Θεσσαλονίκης. Πανεργατική απεργία στη Χίο. Παλλαϊκό συλλαλητήριο στις Σέρρες και στον Βόλο τον Απρίλη, και εικοσιτετράωρη απεργία στην Καλαμάτα. Η Πρωτομαγιά γιορτάζεται με απεργίες δεκάδων χιλιάδων στις κυριότερες πόλεις. Μέσα στον Απρίλη φυλακίστηκαν ή εξορίστηκαν 198 αγωνιστές, τον Μάη 1.490 αγωνιστές και πάνω από δέκα δολοφονήθηκαν».
Το πρώτο ενωτικό καπνεργατικό συνέδριο λαμβάνει χώρα τον Απρίλιο του 1936 στη Θεσσαλονίκη, όπου ιδρύεται η Πανελλαδική Καπνεργατική Ομοσπονδία. Στις 29 Απρίλη κατεβαίνουν σε απεργία οι καπνεργάτες της Θεσσαλονίκης, του Βόλου, της Ξάνθης, της Δράμας και της Καβάλας. Βλέπουμε ότι η εξέγερση του Μάη όχι μόνο κεραυνός εν αιθρία δεν ήταν, αλλά φυσική εξέλιξη της όξυνσης της ταξικής πάλης και του υψηλού επιπέδου οργάνωσης του εργατικού κινήματος.
Σε άμεση συσχέτιση με αυτά τα δεδομένα, τον Νοέμβρη του 1934, το επαναστατικό ΚΚΕ βάζει το σύνθημα το κόμμα να φτάσει τα 10.000 μέλη μέσα στο 1935. Τον Ιούνη του 1935 αναδιατυπώνει τον οργανωτικό στόχο ως εξής: «να ξεπεραστεί κατά πολύ το σύνθημα για 10.000 μέλη» και «να γίνει πρωταρχική συσσώρευση δυνάμεων σε Αθήνα, Πειραιά, Λάρισα, Βόλο, Θεσσαλονίκη, Καβάλα», όπου βρισκόταν το μεγαλύτερο μέρος της εργατικής τάξης. Στις καπνουπόλεις της Θεσσαλονίκης και της Καβάλας, το ΚΚΕ κατέγραφε παραδοσιακά μερικά από τα καλύτερα εκλογικά του ποσοστά. Αυτοί οι αριθμοί αποκαλύπτουν τη «διαλεκτική σύνδεση κινήματος–κόμματος».
Στο κομματικό επίπεδο, η εσωκομματική πάλη στο ΚΚΕ έχει λήξει μετά την επέμβαση της Κομμουνιστικής Διεθνούς το 1931 και το ΚΚΕ έχει προχωρήσει στην έκδοση προγραμματικών θέσεων το 1934, προσδιορίζοντας σωστά το χαρακτήρα της επικείμενης επανάστασης στην Ελλάδα. Το ΚΚΕ προσπάθησε να βάλει τις βάσεις για να αντεπεξέλθει πολιτικά και οργανωτικά στις οξυμένες συνθήκες πάλης.
Καταφανής αντίθεση υπάρχει με τη σημερινή πραγματικότητα.
Η κυβέρνηση της ΝΔ ψηφίζει σημαντικά αντεργατικά μέτρα, όπως η έμμεση κατάργηση του οκταώρου, η θέσπιση δεκατριάωρου και απλήρωτων υπερωριών. Εφαρμόζει τον νόμο Χατζηδάκη βάζοντας χέρι μέσα στα σωματεία, συλλαμβάνοντας μέχρι και μέλη ΔΣ, διώκοντας εργαζόμενους του δημοσίου τομέα. Το πραγματικό εισόδημα των εργαζομένων μειώνεται συνεχώς.
Η συμμετοχή στις απεργίες είναι, στην καλύτερη περίπτωση, η συνηθισμένη, με κάποιες χιλιάδες στις μεγάλες πόλεις. Οι απεργίες έχουν περιορισμένη διάρκεια και στις περισσότερες περιπτώσεις δεν καταφέρνουν να ικανοποιηθούν τα αιτήματά τους. Ελάχιστοι κλάδοι υπογράφουν πραγματικές συλλογικές συμβάσεις και είναι ζήτημα το αν μπορούν να τις επιβάλουν στην πράξη.
Το ποσοστό οργάνωσης των εργαζομένων είναι μικρό, με την πλειονότητά τους να βρίσκεται έξω από τα σωματεία και να μην έχει εμπιστοσύνη σε αυτά. Υπάρχει αστικορεφορμιστική κυριαρχία στα σωματεία, με το σύνολο σχεδόν των οργάνων του συνδικαλιστικού κινήματος να βρίσκεται στα χέρια είτε των δυνάμεων του αστικού–εργοδοτικού συνδικαλισμού είτε του ρεφορμιστικού συνδικαλισμού των ΚΚΕ–ΠΑΜΕ.
Όλη η παραπάνω σύγκριση δεν γίνεται με σκοπό να καμφθεί το ηθικό των αγωνιστών∙ γίνεται για να εξοπλιστεί το σημερινό αγωνιστικό δυναμικό με τα πραγματικά δεδομένα και να κάνει σωστή αναγνώριση των καθηκόντων που έχει μπροστά του. Δηλαδή:
Ποια διδάγματα βγαίνουν από τον Μάη του ‘36 για την πάλη του σήμερα;
Ο Μάης του ‘36 είχε ως κύριο ζήτημα τη συλλογική σύμβαση εργασίας μεταξύ των καπνεργατικών σωματείων και των καπνεμπόρων, που είχε υπογραφεί από το 1924 αλλά δεν εφαρμοζόταν. Τα κύρια αιτήματα ήταν: (1) ο διπλασιασμός του μισθού που στην πράξη είχε πέσει στο μισό, (2) η ποσόστωση των προσλήψεων ανειδίκευτου προσωπικού (η λεγόμενη «τόγκα»), (3) η ενίσχυση του καπνεργατικού ταμείου (ΤΑΚ) και η πρόνοια για τις εργατικές ασθένειες (κυρίως τη φυματίωση), και (4) η εφαρμογή του οκταώρου που είχε ψηφιστεί στη Βουλή αλλά δεν εφαρμοζόταν. Στην εξέλιξή της, η απεργία γενικεύτηκε και έθεσε και πολιτικούς στόχους, όπως η παραίτηση του πρωθυπουργού Μεταξά.
Η πιο βασική παρατήρηση είναι ότι τα αιτήματα αυτά είναι γειωμένα στην καθημερινότητα της εργατικής τάξης, είναι κατανοητά σε κάθε εργάτη και πατάνε σε προηγούμενους αγώνες. Από τα πρώτα βήματα συγκρότησης της εργατικής τάξης, οι συλλογικές συμβάσεις αποτύπωναν τη δυνατότητά της να επιβάλει στην εργοδοσία συμφωνίες που περιείχαν μέσα τους κατακτήσεις. Ο τρόπος, όμως, που μπαίνει σήμερα το ζήτημα των συλλογικών συμβάσεων δεν έχει καμία σχέση με εκείνη την περίοδο.
Τότε, το υψηλό επίπεδο τοπικής, κλαδικής και πανελλαδικής οργάνωσης των εργατών, η ύπαρξη μαζικών μαχητικών σωματείων, έκαναν εφικτή την επιβολή σημαντικών εργατικών κατακτήσεων τόσο με πανελλαδικές συμβάσεις όσο και με συμβάσεις εργασίας ανά εταιρία ή ανά πόλη. Για να υπογραφούν αυτές οι συμβάσεις, όμως, προηγήθηκαν σκληρές, παράνομες απεργίες, που είχαν μέχρι και νεκρούς.
Σήμερα, οι αστικές και ρεφορμιστικές δυνάμεις προσπαθούν να προσπεράσουν το ζήτημα της από τα κάτω οργάνωσης και μαζικοποίησης του κινήματος. Από τη μία, οι αστικές–εργοδοτικές δυνάμεις λένε ότι οι συλλογικές συμβάσεις μπορούν να πέσουν ως μάννα εξ ουρανού. Σκορπούν αυταπάτες για την οδηγία της ΕΕ για τις συλλογικές συμβάσεις και διεκδικούν την εφαρμογή της, λες και οι ιμπεριαλιστές της ΕΕ που πετσόκοψαν τα εργατικά δικαιώματα στην Ελλάδα με τα μνημόνια τώρα νοιάζονται γι’ αυτά!
Η υπογραφή της «κοινωνικής συμφωνίας» για τις συλλογικές συμβάσεις μεταξύ κυβέρνησης, ΣΕΒ και ΓΣΕΕ είναι χαρακτηριστική για το πώς φαντάζεται η ηγεσία της ΓΣΕΕ τις συλλογικές συμβάσεις. Συμφωνίες κορυφής χωρίς διαδικασίες πάλης, με τους εργαζόμενους να μαθαίνουν ότι η σύμβαση υπογράφηκε μέσω μιας πενιχρής αύξησης μισθού, με βάση τον κωδικό ΚΑΔ του επαγγέλματός τους κι αυτό όταν είναι δηλωμένο! Αυτές δεν είναι πραγματικές συλλογικές συμβάσεις που αποτυπώνουν δικαιώματα, αλλά κανονισμοί εργασίας που εμπεριέχουν όλους τους αντεργατικούς νόμους.
Όμως, και στις δυνάμεις της Αριστεράς, στα λεγόμενα ταξικά σωματεία, δεν είναι λίγες οι αυταπάτες. Τα σχέδια συλλογικών συμβάσεων είναι ατελείωτες χαρτούρες που συχνά έχουν περισσότερες σελίδες από τα μέλη που κινητοποιούν. Είναι αποκομμένες από το πραγματικό επίπεδο συγκρότησης των σωματείων και έχουν αιτήματα όπως το 7ωρο, τη στιγμή που καταργείται το 8ωρο. Η κήρυξη κλαδικών απεργιών γίνεται με λειψή προετοιμασία, οργάνωση και συμμετοχή των εργαζομένων, ίσα ίσα για να φανεί ότι γίνονται κινητοποιήσεις∙ κινητοποιήσεις που καταλήγουν συνήθως σε «συναντήσεις με την εργοδοσία» και «απολογισμό νίκης» χωρίς την υλοποίηση κανενός αιτήματος.
Η επιχειρηματολογία πάνω στην οποία στηρίζουν τα σωματεία τη διεκδίκηση των συλλογικών συμβάσεων σκορπά αυταπάτες στους εργαζόμενους. Δικαιολογούν το δίκαιο των αιτημάτων στηριγμένοι είτε στην κερδοφορία των εργοδοτών είτε στην τεχνολογική ανάπτυξη και την τεχνητή νοημοσύνη. Συνδέουν το επίπεδο ζωής των εργαζομένων με τα επίσημα ποσοστά του πληθωρισμού. Συνολικά, αποτυγχάνουν να εξοπλίσουν τους εργαζόμενους με τη λογική ότι είναι αντίπαλοι και όχι εταίροι με την εργοδοσία. Ακόμα περισσότερο, ο ρόλος των σωματείων είναι να παλεύουν στον δρόμο και όχι να καταθέτουν προτάσεις νόμου στη Βουλή!
Οι εργαζόμενοι και η αστική τάξη δεν είναι εταίροι! Είναι ταξικοί εχθροί. Τα δικαιώματα των εργατών και η κερδοφορία των εργοδοτών βρίσκονται σε ανειρήνευτη αντιπαράθεση μεταξύ τους. Για να κερδίσει η μία πλευρά, πρέπει να χάσει η άλλη. Οι συλλογικές συμβάσεις και οι συνθήκες εργασίας δεν ρυθμίζονται βάσει του διαλόγου ούτε με την επίκληση των τεχνολογικών εξελίξεων, αλλά στη βάση του συσχετισμού δύναμης και του βαθμού οργάνωσης των εργαζομένων. Ύστερα, αποτυπώνονται στη μία ή στην άλλη συμφωνία. Αυτή ήταν και θα είναι η βάση κάθε εργατικού αγώνα.
Καθοριστικό ζήτημα για την επιτυχία της απεργίας του ‘36 ήταν η δυνατότητα του εργατικού κινήματος να κινητοποιήσει στην πρώτη γραμμή το γυναικείο εργατικό δυναμικό. Οι εργάτριες χρησιμοποιούνταν από τους καπνέμπορους για να αποτελούν το πιο καταπιεσμένο κομμάτι της εργατικής τάξης. Τις δεκαετίες του ‘20 και του ‘30, οι καπνέμποροι αύξησαν συστηματικά την εργασία των γυναικών, φτάνοντας την αναλογία γυναικών–αντρών από το δύο προς ένα στο επτά προς ένα. Η πολιτική αυτή στόχευε στο να χρησιμοποιήσει τις γυναίκες ως ανειδίκευτο και κακοπληρωμένο εργατικό δυναμικό, προκειμένου να πέσουν τα μεροκάματα, όπως κάνουν σήμερα με τους μετανάστες εργάτες ή με τις γυναίκες εργάτριες.
Δεν είναι λίγοι οι κλάδοι σήμερα όπου οι εργοδότες προσλαμβάνουν στοχευμένα εργάτριες –και πολλές φορές μητέρες– προκειμένου να εκμεταλλευτούν τη δυσμενή θέση που τους επιφυλάσσει η καπιταλιστική κοινωνία. Ειδικά στον κλάδο των τροφίμων, συναντούμε εργατικές βάρδιες να αποτελούνται πλήρως από εργάτριες. Τα αποτελέσματα αυτής της πολιτικής των εργοδοτών αναδείχθηκαν με τον πιο φρικτό τρόπο στο εργοδοτικό έγκλημα στη «Βιολάντα», όπου πέντε εργάτριες μητέρες θυσιάστηκαν για τα κέρδη της εργοδοσίας.
Πρέπει να γίνει συνείδηση στο εργατικό κίνημα ότι χωρίς να εντάξει στις γραμμές του τα πιο σκληρά εκμεταλλευόμενα κομμάτια του, δηλαδή τις γυναίκες εργάτριες, τους μετανάστες και τις μετανάστριες εργάτριες, θα έχει έλλειμμα στη συγκρότησή του.
Ο ρόλος των γυναικών στον Μάη του ‘36 ήταν ρόλος πρωτοπόρος. Το 70% των απεργών που ξεκίνησαν την πανελλαδική καπνεργατική απεργία του ‘36 ήταν γυναίκες. Οι εργάτριες της περιφρούρησης του σωματείου των γυναικών υφαντουργών ταπείνωσαν τη στρατοχωροφυλακή στη μεγάλη οδομαχία προς το Διοικητήριο Θεσσαλονίκης. Πάλεψαν με γυμνά χέρια απέναντι στα ρόπαλα, έριξαν τους χωροφύλακες από τα άλογά τους και ενώθηκαν με τους άλλους απεργούς μπροστά στο Διοικητήριο, δίνοντας θάρρος σε όλο το κίνημα.
Σήμερα, το γυναικείο ζήτημα συχνά αντιμετωπίζεται ξεκομμένα από την ταξική του βάση, με μονομέρεια στα ζητήματα έμφυλης καταπίεσης, χωρίς να προσδιορίζεται η αστική τάξη ως κύριος εχθρός. Είναι ζήτημα κυρίως των ίδιων των ταξικά συνειδητοποιημένων γυναικών να βάλουν με μεγαλύτερη απαίτηση στα σωματεία το ζήτημα της ανάκτησης της γυναικείας μαχητικής εργατικής ταυτότητας. Και αυτό θα είναι ένα προχώρημα για το εργατικό κίνημα συνολικά.
Όπως τότε, έτσι και σήμερα. Στην περίοδο της οικονομικής κρίσης μετά το κραχ του ‘29, στη φάση της τότε πολεμικής προετοιμασίας για το ξαναμοίρασμα του κόσμου, πόλεμος και φασιστικοποίηση βρίσκονταν σε άμεση σύνδεση μεταξύ τους. Ο πόλεμος έχει ιστορικά υπάρξει χαρακτηριστικό του ιμπεριαλισμού στο στάδιο της κρίσης. Προφανείς είναι οι παραλληλισμοί με τη σημερινή φάση προετοιμασίας όρων για έναν Τρίτο Παγκόσμιο Πόλεμο.
Βασικό στοιχείο της συγκρότησης των εργατικών αγώνων ήταν η άρνηση να πληρώσουν την κρίση, η απαίτηση για αυξήσεις στους μισθούς και η άρνηση να γίνουν κρέας στα κανόνια. Η αντιπολεμική επιχειρηματολογία ήταν βασικό στοιχείο των εργατικών σωματείων τόσο προς τον λαό όσο και προς τους φαντάρους που κλήθηκαν να καταστείλουν την εξέγερση.
Ο φόβος που προκάλεσε η εξέγερση του Μάη στην αστική τάξη επιτάχυνε τις διεργασίες για τη δικτατορία της 4ης Αυγούστου. Συνεπώς, αναδείχθηκε για ακόμα μια φορά η στενή σχέση αντιπολεμικής–αντιιμπεριαλιστικής, αντιφασιστικής και εργατικής πάλης.
Το επαναστατικό ΚΚΕ και τα τότε εργατικά συνδικάτα, κάτω από την επίδραση των θέσεων της Κομμουνιστικής Διεθνούς και με την απειλή του φασισμού να απλώνεται σε όλη την Ευρώπη, υιοθέτησαν την πιο πλατιά κοινή δράση στη βάση των εργαζομένων. Η επίδραση των θέσεων της Διεθνούς ήταν καθοριστική σε δύο πεδία.
Πρώτον, στη δυνατότητα του ΚΚΕ να ασκεί μετωπική πολιτική, συσπειρώνοντας γύρω του ευρύτερα λαϊκά στρώματα, που αντιλαμβάνονταν την ανάγκη αντιπαράθεσης στον φασισμό, ακόμα και αν πολιτικά διαφωνούσαν με το ΚΚΕ.
Δεύτερον, στη δυνατότητα ενοποίησης όλων των φορέων του εργατικού κινήματος σε ενιαίο μέτωπο ενάντια στην κυβέρνηση. Τον Μάη του ‘36 ήταν η πρώτη φορά που όλες οι εργατικές συνομοσπονδίες στην Ελλάδα κατόρθωσαν να βγάλουν κοινή ανακοίνωση και κατέληξαν σε κοινή πανεργατική απεργία (13/5/36).
Παρ’ όλα αυτά, η κοινή δράση έχει και αυξημένες απαιτήσεις. Η σύμπηξη κοινού μετώπου στο συνδικαλιστικό κίνημα με τις αστικές και σοσιαλιστικές παρατάξεις απαιτούσε ένα ανώτερο επίπεδο εγρήγορσης από τη μεριά των στελεχών του ΚΚΕ. Σε αυτές τις περιπτώσεις, υπάρχει πάντα ο κίνδυνος των απαράδεκτων υποχωρήσεων στο όνομα της ενότητας.
Οι κριτικές που ασκούνται στον Θέο, συνδικαλιστικό στέλεχος του ΚΚΕ, ότι καθυστέρησε την κήρυξη της γενικής απεργίας στην προσπάθεια να βρει ενωτικό βηματισμό με τις άλλες συνομοσπονδίες και ότι δεν κατέβασε σε απεργία μια σειρά ομοσπονδίες της Βόρειας Ελλάδας είναι βάσιμες. Επίσης, η κριτική από την ΚΕ του ΚΚΕ για την πρόωρη λήξη της απεργίας, χωρίς να έχουν εξασφαλιστεί όλα τα αιτήματά της, με αποτέλεσμα η κυβέρνηση Μεταξά να αθετήσει κάποιες υποσχέσεις, συλλαμβάνοντας συνδικαλιστές, είναι χαρακτηριστική των ζητημάτων που προέκυψαν. Παρ’ όλα αυτά, οι βασικές οικονομικές διεκδικήσεις ικανοποιήθηκαν, καθώς ο Μεταξάς ανάγκασε τους καπνέμπορους να υποχωρήσουν, λαμβάνοντας υπόψιν τα συνολικά συμφέροντα της αστικής τάξης.
Σήμερα, η κοινή δράση αναδεικνύεται ως σημαντικό στοιχείο που πρέπει να διακρίνει το εργατικό–λαϊκό κίνημα. Κανένα κίνημα δεν έχει δυνατότητα νίκης χωρίς να πετύχει τη μέγιστη δυνατή κοινή συσπείρωση της βάσης των εργαζομένων. Όμως, η ενότητα δεν σημαίνει υποστολή των πολιτικών θέσεων και της πολιτικής αντιπαράθεσης. Η κοινή δράση απαιτεί την ακόμα καλύτερη συγκρότηση των κομμουνιστικών δυνάμεων στο πλαίσιο του ενιαίου μετώπου και ακόμα πιο αναβαθμισμένες δυνατότητες καθοδήγησης.
Ειδικά σε περιπτώσεις που κηρύσσεται «νίκη» ενός κινήματος η λήξη μιας απεργίας, πρέπει να λαμβάνεται σοβαρά υπόψιν ο χαρακτήρας του αστικού κράτους. Οι εργάτες πρέπει να αναπτύξουν τη συνείδηση ότι τα δικαιώματά τους κερδίζονται σε εχθρικό έδαφος και έχουν προσωρινό χαρακτήρα. Όταν πέφτει το επίπεδο της ταξικής οργάνωσης, η αστική τάξη βρίσκει τον τρόπο να αναιρεί τα δικαιώματα.
Χαρακτηριστική περίπτωση αποτελεί το καπνεργατικό ταμείο ΤΑΚ, το οποίο πράγματι ενισχύθηκε ως αποτέλεσμα του Μάη του ‘36. Ύστερα, όμως, επί καθεστώτος Μεταξά, αφομοιώθηκε στο ΙΚΑ με δυσμενείς όρους και εν τέλει τα αποθεματικά του λεηλατήθηκαν λόγω του πληθωριστικού νομίσματος στην Κατοχή.
Πρέπει, επίσης, οι εργαζόμενοι να εκπαιδευτούν να ελέγχουν την ηγεσία, να κάνουν απολογισμό της δράσης τους, να γνωρίζουν καλά ποια είναι τα αιτήματά τους και να διατηρούν μεγάλο βαθμό εγρήγορσης για την εφαρμογή τους. Σε κάθε περίπτωση, ο βαθμός τήρησης των συμφωνιών εξαρτάται και από τον γενικό συσχετισμό δύναμης.
Ο Μάης του ‘36 διεξήχθη από την αρχή ώς το τέλος σε συνθήκες παρανομίας και άγριας καταστολής, που έφτασε στο ανώτερο επίπεδο, αυτό της επιστράτευσης μονάδων από τη Λάρισα για την ανάκτηση του ελέγχου της Θεσσαλονίκης από τον στρατό.
Από την αρχή υπήρξαν συγκρούσεις, καθώς τα καπνεργατικά σωματεία οργάνωσαν απεργιακές φρουρές και απέκλεισαν τα καπνομάγαζα, εμποδίζοντας την πώληση καπνού. Αυτή η μορφή πάλης βγήκε από την πρώτη στιγμή στην παρανομία.
Όταν κορυφώθηκαν τα γεγονότα του Μάη, αυτόπτες μάρτυρες κατέθεσαν ότι η αστυνομία όχι μόνο δεν έκανε διαπραγματεύσεις για να επιτρέψει τις συγκεντρώσεις, αλλά οργάνωσε σχέδια αιφνιδιαστικής επίθεσης και διάλυσής τους. Καταγγέλλεται ότι η αστυνομία έβαλε ενόπλους γύρω από μεγάλες πλατείες και άφησε επίτηδες τους εργάτες να μπουν σε αυτές για τους πυροβολήσει μαζικά και να προκαλέσει πολλά θύματα.
Αυτές οι μαρτυρίες είναι μια υπενθύμιση ότι η νομιμότητα μιας απεργίας κρίνεται μόνο στη βάση της συγκρότησης και της μαχητικότητας των εργατών και σε καμία άλλη. Και αυτή η μαχητικότητα ήταν ζήτημα μακροχρόνιας εμπειρίας στις συγκρούσεις και στις θυσίες, που έφτανε στο επίπεδο οι απεργοί να φωνάζουν το σύνθημα «ΝΙΚΗ Ή ΘΑΝΑΤΟΣ»∙ σύνθημα που απέδειξαν ότι είχαν τα πνευμόνια να το σηκώσουν.
Στο 5ο Συνέδριο του ΚΚΕ το 1934 μπαίνει η κατεύθυνση:
«Τα συνδικάτα πρέπει να μετατραπούν σε γερά και μαχητικά αντιφασιστικά φρούρια, τα καλύτερα όπλα στα χέρια του προλεταριάτου. Να τα κάνουμε ικανά να αναπτύσσονται κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες, ακόμα και κάτω από τις συνθήκες ολοκληρωτικού θέσιμού τους εκτός νόμου».
Τα σωματεία της Θεσσαλονίκης απέδειξαν ότι ήταν αλύγιστα αντιφασιστικά φρούρια. Κατόρθωσαν να συσπειρώσουν μαζί τους όλο τον λαό της πόλης. Όλα τα μαγαζιά έκλεισαν και στήριξαν την απεργία. Οι φαντάροι, μέχρι και κάποιοι αξιωματικοί των συνταγμάτων της Θεσσαλονίκης, αρνήθηκαν να χτυπήσουν τους απεργούς. Όταν κηρύχθηκε 24ωρη απεργία στην πόλη, ήταν τέτοια η οργή για τις δολοφονίες εργατών, που ο αστυνομικός διοικητής διέταξε την αστυνομία να κλειστεί μέσα στα Τμήματα.
Τι σχέση έχει αυτού του είδους η επαναστατική προετοιμασία με τη σημερινή αξιοθρήνητη κατάσταση του συνδικαλιστικού κινήματος, που κυριολεκτικά τρέμει στο άκουσμα της λέξης «παρανομία»; Συνδικαλιστικές ηγεσίες που προδίδουν ανοιχτά τους εργαζόμενους και τους καταγγέλλουν, όπως έκανε η ΠΝΟ με την απεργία των ναυτεργατών της Αδριατικής. Ηγεσίες όπως της ΓΣΕΕ, που αντί να απαιτούν την κατάργηση του ηλεκτρονικού φακελώματος του ΓΕΜΗΣΟΕ, θέλουν να γίνουν διαχειριστές του!
Σωματεία του ΠΑΜΕ που, ενώ είχαν στα λόγια «αφήσει τον νόμο Χατζηδάκη στα χαρτιά», εφαρμόζουν τις ηλεκτρονικές διαδικασίες βαφτίζοντάς τες «ελιγμό αντεπίθεσης»! Απεργοσπαστική απόφαση της ΑΔΕΔΥ που αφήνει ακάλυπτους τους εργαζόμενους στο δημόσιο, μη προκηρύσσοντας απεργία για την αξιολόγηση. Αποπροσανατολιστικές δηλώσεις ηγεσιών των ΕΛΜΕ από μεριάς ΠΑΜΕ αλλά και εξωκοινοβουλευτικής Αριστεράς «να μη διατυμπανίζουμε το θέμα της δυνητικής αργίας της Χρύσας Χοτζόγλου γιατί τρομάζει ο κόσμος». Και μπορούμε να συνεχίσουμε με πολλά ακόμα παραδείγματα.
Προφανώς, το εργατικό κίνημα διεκδικεί να είναι νόμιμες οι μορφές πάλης του. Απαιτεί την κατάργηση των αντεργατικών νόμων και όχι «να μείνουν στα χαρτιά», όπως λένε οι ρεφορμιστές που μετά πάνε και τους εφαρμόζουν. Όμως, δεν συγκροτείται πάνω στη βάση της νομιμότητας. Δεν πρέπει να έχουμε αυταπάτες για τη φύση του εκμεταλλευτικού συστήματος. Δεν ζούμε στη δημοκρατία, αλλά στη δικτατορία του κεφαλαίου, που είναι διατεθειμένη να αιματοκυλίσει την ανθρωπότητα. Οι εργατικές κατακτήσεις δεν κερδήθηκαν με επερωτήσεις στη Βουλή και σχέδια νόμου, αλλά με το αίμα της εργατικής τάξης.
Πρωταρχικό στοιχείο για την εκπαίδευση των εργαζομένων να αντιμετωπίσουν την πραγματικότητα είναι η αναγνώριση της φύσης του συστήματος όπως πραγματικά είναι. Αυτή η διαδικασία θα γεννήσει τους νέους λαϊκούς αγωνιστές, που θα είναι έτοιμοι να κάνουν θυσίες για τα συμφέροντα της τάξης τους.
Ως κλείσιμο αυτής της παρέμβασης, είναι υποχρέωσή μας να αναφερθούμε στο ζήτημα της σοσιαλιστικής κοινωνίας για την οποία πάλεψαν οι αγωνιστές του λαού.
Η προοπτική της επαναστατικής ανατροπής του εκμεταλλευτικού συστήματος και η οικοδόμηση μιας άλλης, σοσιαλιστικής κοινωνίας ήταν διάχυτη στην πορεία της ταξικής πάλης, στον Μάη του ‘36, στη μεγάλη δεκαετία της Εθνικής Αντίστασης και του Εμφυλίου το ‘41–49. Η παγκόσμια ακτινοβολία της οικοδόμησης του σοσιαλισμού στην ΕΣΣΔ ασκούσε τιτάνια προωθητική δύναμη σε όλα τα λαϊκά κινήματα. Δεν ήταν υπεράνθρωποι αυτοί που έπεσαν στον Μάη της Θεσσαλονίκης, οι 200 που στήθηκαν στον τοίχο της Καισαριανής, εκείνοι που στάθηκαν μπροστά στα τανκς στο Πολυτεχνείο. Ήταν αγωνιστές βγαλμένοι μέσα από τον λαό μας, που στρατεύτηκαν με το όραμα μιας κοινωνίας χωρίς εκμετάλλευση.
Η σύγκριση με τις ηρωικές στιγμές χάνει το νόημά της όταν δεν αποτελεί έμπνευση για δράση στο σήμερα. Οι θυσίες των αγωνιστών δεν είναι ούτε μνημόσυνο ούτε αφορμή για λιβάνισμα. Είναι οδηγός για τις σημερινές θυσίες στο μπόι των σημερινών συνθηκών.
Η κρίση του καπιταλιστικού–ιμπεριαλιστικού συστήματος δεν μπορεί να επιλυθεί και παράγει φαινόμενα κοινωνικής σήψης. Ο Τραμπ κραυγάζει ότι «θα ισοπεδώσει σε μία μέρα τον πολιτισμό του Ιράν». Η λιμοκτονία χρησιμοποιείται ως μέσο γενοκτονίας στη Γάζα. Χιλιάδες πρόσφυγες και μετανάστες πνίγονται στη Μεσόγειο. Νέα πείνα εξαπλώνεται στην Ευρώπη και τις ΗΠΑ. Κοινός παρονομαστής είναι η διαδικασία ξαναμοιράσματος του κόσμου ανάμεσα στους ιμπεριαλιστές.
Η προβολή του οράματος της επαναστατικής ανατροπής και της σοσιαλιστικής κοινωνίας δεν είναι μια «μελλοντολογική» συζήτηση που αφορά τη «Δευτέρα Παρουσία», όπως συνηθίζεται να λέγεται. Είναι ένα κρίσιμο πολιτικό και ιδεολογικό μέτωπο το οποίο αφορά την υπόθεση με την οποία καλούνται να στρατευτούν οι νέοι αγωνιστές.
Όσον αφορά εμάς, έτσι αντιλαμβανόμαστε την τιμή στους αγωνιστές που έδωσαν τη ζωή τους για τα δικαιώματα του λαού και της εργατικής τάξης. Συνεχίζουμε να υπερασπιζόμαστε την ιστορία του εργατικού, λαϊκού, κομμουνιστικού κινήματος και τις κατακτήσεις της σοσιαλιστικής οικοδόμησης.
Συνεχίζουμε να αναζητούμε τις απαντήσεις για τα αίτια της ήττας του επαναστατικού εργατικού κομμουνιστικού κινήματος και της παλινόρθωσης του καπιταλισμού στις σοσιαλιστικές χώρες. Τόσο θεωρητικά όσο και στο πεδίο της ταξικής πάλης και με γνώμονα τη συμμετοχή των μαζών σε αυτή.
Συνεχίζουμε να αρνούμαστε τον μονόδρομο της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης και της ιμπεριαλιστικής βαρβαρότητας.
Συνεχίζουμε να αναζητούμε τον δικό μας δρόμο με την εργατική τάξη και τους λαούς, για την επανάσταση, την ανεξαρτησία και τον σοσιαλισμό.
Συνεχίζουμε να πιστεύουμε ότι είναι η εργατική τάξη που γράφει την Ιστορία.

Στις 8 Μάη κηρύσσεται πανεργατική απεργία. [...] Η αστυνομία επιτίθεται σε όλες τις συγκεντρώσεις. Στην Εγνατία είχαν παραταχτεί μεγάλες δυνάμεις χωροφυλακής, πεζής και έφιππης, στρατός και αντλίες. Οι έφιπποι με σπαθιά και οι πεζοί με υποκοπάνους χτυπούσαν με λύσσα άντρες, γυναίκες, ακόμα και 12χρονα κορίτσια, όποιον βρίσκανε μπροστά τους. Έπεσαν και πυροβολισμοί για εκφοβισμό. Οι απεργοί αμύνθηκαν με ό,τι έβρισκαν και κατάφεραν να φτάσουν στο Διοικητήριο, σπάζοντας τα μπλόκα και στήνοντας οδοφράγματα. Σημαντικό γεγονός ότι οι στρατιώτες που βρίσκονταν στο Διοικητήριο αρνήθηκαν να πυροβολήσουν. [...]
Στις 9 Μάη πολλοί κλάδοι συμμετείχαν καθολικά στην απεργία παρά την επιστράτευση που αποφασίστηκε από την κυβέρνηση και μάλιστα με απειλή ότι όσοι απεργήσουν θα περάσουν από στρατοδικείο. Οι απεργοί έφτασαν τις 30 χιλιάδες. Δεν είχε ξανασυμβεί στην πόλη τέτοια μεγάλη απεργία. Σε όλο το μήκος της Εγνατίας είχαν μαζευτεί ομάδες εργατών και στις γωνίες κεντρικών οδών και γίνονταν ομιλίες. [...]
Σε λίγο όλη η Εγνατία έγινε πεδίο μάχης. Συμπλοκές σε Κολόμβου, Αντιγονιδών, Διοικητηρίου, Δραγούμη, Συγγρού. Οι χωροφύλακες και οι φασίστες άρχισαν να πυροβολούν από τα μέγαρα και πέφτουν οι πρώτοι νεκροί. Ο Τάσος Τούσης, αυτοκινητιστής από το Ασβεστοχώρι, ήταν ο πρώτος που δολοφονήθηκε στη Συγγρού με Πτολεμαίων, μπροστά στο ξενοδοχείο «Μετρόπολις», όπου είχαν συγκεντρωθεί οι αυτοκινητιστές. Οι συνάδελφοί του ξήλωσαν μια πόρτα, τον έβαλαν επάνω και τον μετέφεραν στο Διοικητήριο μέσω Βενιζέλου. [...]
Τα πιο σοβαρά επεισόδια γίνονται στη διασταύρωση Βενιζέλου και Εγνατίας με τους περισσότερους νεκρούς. Κατέβηκαν εργαζόμενοι από πολλές συνοικίες της πόλης. Όλοι οι δρόμοι, ακόμα και τα στενά, είχαν γεμίσει κόσμο και από τα ψηλά κτήρια έπεφταν συνεχώς σφαίρες. Περίπου για 4 ώρες γινόταν σφαγή. Οι απεργοί είχαν εγκλωβιστεί σε όλο το μήκος της Εγνατίας από Χαλκαίων μέχρι Βαρδάρη και οι χωροφύλακες τους πυροβολούσαν από παντού. Όταν ο κόσμος άρχισε να μπαίνει στα στενά για να προφυλαχτεί, οι χωροφύλακες συνέχιζαν να τους κυνηγούν. […]
Στις 10 Μάη ήταν η μέρα που κήδευαν τους νεκρούς. Από όλη την πόλη κατέβηκε κόσμος στο νεκροταφείο της Ευαγγελίστριας και το εβραϊκό νεκροταφείο (100-200 χιλιάδες). Μετά την κηδεία πήγαν όλοι μαζί με πορεία στην πλατεία Ελευθερίας σε μια τεράστια συγκέντρωση όπου έγιναν ομιλίες. Εκεί τους ανακοινώθηκε ότι θα ικανοποιηθούν τα αιτήματα με τον τερματισμό των κινητοποιήσεων. Ταυτόχρονα όμως τη νύχτα η κυβέρνηση Μεταξά, για να καταστείλει την εξέγερση, αποφασίζει να στείλει ένα σύνταγμα στρατού από τη Λάρισα καθώς και πολεμικά πλοία στο λιμάνι με τα κανόνια στραμμένα προς την πόλη. […]
Η εξέγερση θα λήξει με μια μεγάλη πανελλαδική απεργία στις 13 Μάη.