«Η αβεβαιότητα είναι η νέα κανονικότητα» επαναλαμβάνουν όλες οι «ψύχραιμες» συστημικές οικονομικές αναλύσεις σχετικά με όλα τα βασικά και αξεπέραστα προβλήματα της ντόπιας οικονομίας. Ουσιαστικά έχουν αποκλείσει το ενδεχόμενο αναπλήρωσης του 26,5% του ΑΕΠ που χάθηκε στην προηγούμενη δεκαετία ελέω κρίσης και δανειστών και είναι περιδεείς για τις νέες ταραχές που φέρνει η νέα κρίση. Οπότε επαναλαμβάνουν τα γνωστά αντιλαϊκά και αντεργατικά τροπάρια για την «ανάγκη διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων στη δημόσια διοίκηση, τη Δικαιοσύνη, το ρυθμιστικό περιβάλλον, τις χρήσεις γης, την Παιδεία, και ένα περιβάλλον εργασίας φιλοαναπτυξιακό και αξιοκρατικό». (Ο.Τ. 3/5/26). Αυτή είναι η βάση -ταξική και αντιδραστική- της «ψυχραιμίας» με την οποία οι οικονομικοί αναλυτές αφήνουν ανοιχτά τα ενδεχόμενα για το πώς θα δρομολογηθούν οι πολιτικές εξελίξεις στη χώρα.
Από την άλλη, τα πολιτικά κέντρα και η κυβέρνηση αντιλαμβάνονται και γνωρίζουν ότι έρχονται τα χειρότερα. Ο πληθωρισμός του Απρίλη έφτασε στο 4,6% και όλες οι εκτιμήσεις από την ΕΕ και ξεχωριστά από τα ευρωπαϊκά κέντρα επιμένουν ότι ακολουθούν νέα πληθωριστικά κύματα, στασιμότητα ακόμα και μπλοκάρισμα των παραγωγικών αλυσίδων, εξαιτίας της πολεμικής επιδρομής των ΗΠΑ στο Ιράν και των συνεπειών της στις τιμές και στη διαθεσιμότητα της ενέργειας.
Με βάση αυτά τα δεδομένα, το κυβερνητικό επιτελείο δεν θεωρεί αρκετά ισχυρό χαρτί τις «παροχές» που προγραμμάτιζε να ανακοινώσει στη ΔΕΘ για το 2027 που σχεδιαζόταν να είναι η χρονιά των εκλογών. Πόσο μάλλον που η κυβερνητική φθορά συσσωρεύεται κάθε εβδομάδα, στριμώχνοντας τους κυβερνητικούς-εκλογικούς σχεδιασμούς. Αλλά εκτός από να νοιαστεί για το κόμμα του και το «δικό του» κέντρο εξουσίας, ο Μητσοτάκης οφείλει -πάνω από όλα- να νοιαστεί για το σύστημα που υπηρετεί. Το δεδομένο, λοιπόν, της απαξίωσης και του κατακερματισμού του πολιτικού συστήματος, ακριβώς γιατί καμιά αστική πολιτική δύναμη δεν έχει και δεν μπορεί να έχει εναλλακτική πολιτική πρόταση που θα ελαφρύνει έστω την κατάσταση για τον λαό, παράγει μια σχετικά πρωτότυπη ανορθογραφία: Μήπως είναι καλύτερα να γίνουν οι εκλογές πριν την άνοιξη του 2027, γιατί μέχρι τότε και προϊούσης της κρίσης και των αδιεξόδων θα έχει αποκαλυφθεί ακόμα περισσότερο στον λαό η στοίχιση όλων πίσω από την ίδια πολιτική και θα έχει μεγαλώσει συνολικά η απαξίωσή τους;
Η ανορθογραφία αυτή εκδηλώνεται ήδη, καθώς μια σειρά στελέχη που συμμετείχαν ή και πρωταγωνιστούσαν σε αυτό που η αστική πολιτική φιλολογία ονόμαζε τα χρόνια 2015-19 «αντι ΣΥΡΙΖΑ» και «αντι-Τσίπρα» μέτωπο και διαμόρφωναν τους όρους της κυβερνητικής εναλλαγής του 2019, τώρα συμμετέχουν και συνδράμουν στην αντίθετη κατεύθυνση. Στη συγγραφή του «μανιφέστου Τσίπρα» και στην προβολή και προπαγάνδιση της επιστροφής Τσίπρα στο πολιτικό προσκήνιο. Και μπορεί κανείς να παρατηρήσει ότι ακόμη και σε φιλοκυβερνητικά ΜΜΕ υπάρχει μια ανοχή, αν όχι και προσμονή, για την επιστροφή Τσίπρα.
Αυτή η ας την πούμε ευρύτερη στράτευση δεν γίνεται για να αποκτήσει συστημικά εχέγγυα ο Τσίπρας. Αυτά τα έχει κερδίσει από τα κέντρα εξουσίας στις ΗΠΑ, στην ΕΕ, αλλά και στους ντόπιους κύκλους από τη θητεία του ως αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης και βέβαια ως πρωθυπουργός. Βεβαίως είναι ενδεικτική της επιδίωξης απαλλαγής του Τσίπρα από όποιο παλιότερο «αριστερό» επίχρισμα είχε. Κυρίως, όμως, αυτό το «νέο» και πολύ παλιό αστικό επιτελείο που ετοιμάζει να μας παρουσιάσει ο Τσίπρας είναι μια ευθεία ομολογία της χρεοκοπίας, των αδιεξόδων του αστικού πολιτικού κόσμου, που αναζητά με ανακυκλώσεις να στήσει κάτι που θα μοιάζει με «νέο πολιτικό σύστημα». Προφανώς αυτή η γραμμή βάζει φρένο και παράγει τριγμούς στην πολυθρύλητη αλλά μη συντελούμενη ανασύνταξη του ΠΑΣΟΚ και έχει διαλυτικές συνέπειες για τον ΣΥΡΙΖΑ. Και αφού λοιπόν οι (τρομάρα τους) πολιτικές ηγεσίες καταφεύγουν σε τέτοια φτηνά εγχειρήματα ανακύκλωσης, είναι εύλογο και αναμενόμενο ότι το «παρακάτω» πολιτικό προσωπικό των βουλευτών, των επίδοξων βουλευτών κ.ο.κ., που ξέρει να ζει μόνο τρώγοντας το παντεσπάνι της έδρας του και της όποιας θέσης του, θα φτάσει στις κραυγές τύπου «έναν θάνατο πριν την έδρα» και σε σαλτοπηδήματα τύπου Φαραντούρη. Αυτή η εξαχρείωση θα ενταθεί και θα αποκαλυφθεί περισσότερο στις συνθήκες που έχουν διαμορφωθεί, αλλά η αλήθεια είναι ότι αυτό είναι το dna των «πατέρων και των μητέρων» του έθνους που υπηρετούν την αστική δημοκρατία.
Εξάλλου μόνο ελληνική ιδιαιτερότητα δεν είναι η κατάσταση αστάθειας και απαξίωσης του «παλιού και ισχυρού» πολιτικού συστήματος. Η παγκόσμια κρίση και οι πολεμικές συνθήκες που διαμορφώνονται στον πλανήτη αλληλοτροφοδοτούνται και βγάζουν όλο και σε πιο υψηλό επίπεδο τους ιμπεριαλιστικούς ανταγωνισμούς. Αυτή η άγρια ρευστότητα έχει θέσει σε δοκιμασία και κρίση τα πολιτικά συστήματα των ιμπεριαλιστικών κρατών και (πόσο μάλλον) των εξαρτημένων και έχει θέσει ακόμα και ερωτήματα ανατροπής σε βασικές σταθερές του μεταπολεμικού κόσμου. Για παράδειγμα, μέχρι και η σχέση ΗΠΑ-Αγγλίας έχει μπει σε δοκιμασία, με τη δεύτερη να έχει αλλάξει 5 πρωθυπουργούς τα τελευταία 10 χρόνια, ενώ υποτίθεται πως έχουν 5ετή θητεία!
Έτοιμο το πρόγραμμα της επόμενης κυβέρνησης
Με όλα τα παραπάνω δεν προεξοφλούμε βέβαια τον χρόνο των εκλογών, ούτε πολύ περισσότερο το αποτέλεσμά τους. Εκτιμούμε μόνο τις κύριες τάσεις και επιδιώξεις που μέχρι σήμερα εμφανίζονται σε συνθήκες ιδιαίτερα φορτωμένες από όσα εξελίσσονται στην ευρύτερη περιοχή, που εκτός των άλλων τροφοδοτούν ξανά με νέες εντάσεις τον αντιδραστικό ελληνοτουρκικό ανταγωνισμό, που αποτελεί βασική παράμετρο και για τις πολιτικές εξελίξεις στη χώρα. Ας συνοψίσουμε, λοιπόν, σε δύο βασικά σημεία τις εκτιμήσεις αυτές.
Πρώτον, το πολιτικό σύστημα ομόθυμα και ομόφωνα θέλει ο λαός και η νεολαία να μείνουν θεατές των εξελίξεων, μακριά από την ταξική και πολιτική πάλη που χρειάζονται και μπορούν να αναπτύξουν για τα δικά τους συμφέροντα. Τους θέλουν θεατές και αποδέκτες ψεύτικων και αντιδραστικών διλημμάτων, με βάση τα οποία να διαμορφώσουν (και) την εκλογική τους στάση, όποτε και αν γίνουν οι εκλογές. Η κυβέρνηση, που έχει την ευθύνη ελέγχου του λαού, κλιμακώνει την πολιτική της φασιστικοποίησης, με εισβολές των ΜΑΤ με πλήρη εξάρτυση στα φοιτητικά αμφιθέατρα παραμονή των φοιτητικών εκλογών, με ένταση των διώξεων εργαζομένων και εκπαιδευτικών και με ιδιαίτερη επιδίωξη την «πάταξη» των εστιών αντίστασης που έχουν διαμορφωθεί. Η αντιπολίτευση (αστική και ρεφορμιστική) συναινεί ουσιαστικά στην πολιτική αυτή, όχι μόνο δια της σιωπής της, αλλά και ενεργητικά, βάζοντας κάθε δυνατό εμπόδιο στην ανάπτυξη αντιστάσεων στην πολιτική αυτή.
Δεύτερον έχει διαμορφωθεί ήδη και είναι δεδομένο το πρόγραμμα της νέας κυβέρνησης, όποια και αν είναι αυτή και όποτε και αν εκλεγεί. Το πρόγραμμα αυτό συνοψίζεται σε δύο ζητήματα που αλληλοτροφοδοτούνται. Αφενός, νέα μέτρα τσαλαπατήματος των εργασιακών, κοινωνικών δικαιωμάτων και ελευθεριών του εργαζόμενου λαού και της νεολαίας ή αλλιώς οι «μεταρρυθμίσεις» που λένε οι οικονομικοί αναλυτές για να αντιμετωπιστεί η κρίση. Αφετέρου, βλέποντας και κάνοντας ανάλογα με τις γεωπολιτικές και πολεμικές εξελίξεις σχετικά με τις απαιτήσεις των πολλών «προστατών» της χώρας. Ήδη μετά τον Μακρόν και τις απαιτήσεις του γαλλικού ιμπεριαλισμού ακολουθεί ο Μερτς, με τη Γερμανία να έχει βάλει στόχο να φτιάξει τον «ισχυρότερο στρατό της Ευρώπης». Βέβαια, στην… κορυφή των αρπακτικών που έχουν πάντα περισσότερα να απαιτήσουν βρίσκονται οι ΗΠΑ, που έχουν και (μακράν των άλλων) τον πρώτο ρόλο στην περιοχή.
Αυτά τα δύο ζητήματα που συγκροτούν το νέο κυβερνητικό πρόγραμμα είναι τα «κλειστά ζητήματα» της άρχουσας τάξης, που δεν μπαίνουν και δεν θα μπουν στους σκυλοκαυγάδες των κομμάτων του συστήματος.
Η κατάσταση είναι και δύσκολη και απαιτητική. Λαός και νεολαία δεν έχουν κανένα λόγο να είναι θεατές σε έναν αντιδραστικό καυγά, που στην όποια εκδοχή του στρέφεται ενάντια στα συμφέροντά τους και στα δικαιώματά τους. Έχουν κάθε λόγο να οργανωθούν, να αντισταθούν, να παλέψουν για τα δίκια τους και τη ζωή τους.