Με έντονη προεκλογική οσμή, αλλά και ιδιαίτερα πυκνή σε εξελίξεις, εξελίσσεται η πολιτική καθημερινότητα στη χώρα. Οι συζητήσεις για τον χρόνο διεξαγωγής των εκλογών δεν έχουν τελειωμό. Δίνουν και παίρνουν οι αναλύσεις για τα ποσοστά, τις κινήσεις και την «δυναμική» των πολιτικών κομμάτων. Στριμώχνονται στα τηλεπαράθυρα αστοί πολιτικοί και πολιτικολόγοι. Και μέσα σε όλη αυτή τη φασαρία (η οποία σε συντριπτικό βαθμό αφήνει αδιάφορες τις λαϊκές μάζες) αυτό που εύκολα μπορεί να διακρίνει κανείς είναι ότι... δεν μπορεί να διακρίνει διαφορές. Ότι στη βάση τους, όλοι –μα όλοι– συμφωνούν στην υπεράσπιση του συστήματος της εξάρτησης και του αστικού μοντέλου διαχείρισης, με ελαφρές (και ασήμαντες) διαφοροποιήσεις.
Είναι πολύ χαρακτηριστική η τοποθέτηση της ΕΛΑΣ του Τσίπρα για τα ιδιωτικά πανεπιστήμια τα οποία «δεν θα τα είχαμε ιδρύσει, αλλά δεν θα τα καταργήσουμε», έχοντας εμπεδώσει για τα καλά το μάθημα που πήρε από τα μνημόνια –που ΔΕΝ κατάργησε «με ένα νόμο και ένα άρθρο»).
Παρ’ όλ’ αυτά, η αναστάτωση στο αστικό πολιτικό σκηνικό είναι μεγάλη και προέρχεται κυρίως από την αβεβαιότητα για το τι θα προκύψει από τις επόμενες κάλπες, πού θα βρεθεί ο καθένας και, κυρίως, πώς θα μπορέσει ο επόμενος πολιτικός διαχειριστής να λειτουργήσει αποτελεσματικά για τα συμφέροντα της άρχουσας τάξης και των ιμπεριαλιστών.
Δεν γνωρίζουμε αν αυτό εννοούσε ο Κακλαμάνης της ΝΔ ως «θεραπεία της πολιτικής τοξικότητας», επιχειρηματολογώντας περί εκλογών το φθινόπωρο. Ωστόσο, αυτό που γνωρίζουμε με βεβαιότητα είναι ότι τα ζητήματα για την ντόπια άρχουσα τάξη και το πολιτικό της προσωπικό είναι πολύ σοβαρά για να λυθούν μέσα από την επόμενη κάλπη (όποτε κι αν γίνει). Και φυσικά, ακόμη πιο σοβαρά είναι τα πράγματα για τον λαό και την εργατική τάξη.