Τα τελευταία χρόνια, μια νέα «μόδα» τριγυρνάει στην Ευρώπη και, με φιλολαϊκό προσωπείο, ξεγελάει ακόμα και τους πιο «προοδευτικούς» σε ό,τι αφορά τις προθέσεις της. Μιλάμε για την τετραήμερη εργασία. Από το Ρέικιαβικ ως τη Λισαβόνα, κυβερνήσεις, εργοδότες και ΜΜΕ παρουσιάζουν πιλοτικά προγράμματα, έρευνες και νομοσχέδια που υπόσχονται καλύτερη ισορροπία επαγγελματικής και προσωπικής ζωής. Η «ευελιξία», η «παραγωγικότητα», η «ευεξία του εργαζόμενου» έχουν γίνει οι λέξεις-κλειδιά μιας συζήτησης που εμφανίζεται σαν φιλεργατική. Αρκεί, όμως, να σκάψει κανείς λίγο πιο κάτω από την επιφάνεια για να δει ότι, όπως και με την τηλεργασία παλαιότερα, πρόκειται για ένα ωραίο περιτύλιγμα σε μια κατά τ’ άλλα γνωστή πολιτική εντατικοποίησης.
Ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή. Στο τετραήμερο συνυπάρχουν δύο διαφορετικά μοντέλα, τα οποία οι υποστηρικτές του συνδέουν με άνεση. Το πρώτο είναι η πραγματική μείωση ωραρίου, δηλαδή λιγότερες συνολικές ώρες, ίδιος μισθός. Αυτό είναι και γνωστό ως μοντέλο «100-80-100», δηλαδή το 100% του μισθού, με το 80% των ωρών μεν, αλλά την υπόσχεση της παραγωγικότητας στο 100% δε. Ένα τέτοιο μοντέλο οραματίζονται πολλοί που μιλάνε για 4ήμερη εργασία. Το δεύτερο, όμως, είναι το συμπιεσμένο ωράριο: ο εργαζόμενος δουλεύει τις ίδιες συνολικές ώρες ανά εβδομάδα σε τέσσερις ημέρες αντί για πέντε, με δεκάωρες βάρδιες αντί για οχτάωρες. Αυτό δεν αποτελεί μείωση, αποτελεί αναδιανομή της εξάντλησης. Κι αυτό ακριβώς το μοντέλο επέλεξε το μεγαλύτερο μέρος της Ευρώπης. Στο Βέλγιο, πρώτη χώρα που νομοθέτησε το τετραήμερο, λιγότερο από το 1% των εργαζομένων το επέλεξε τελικά, ένα αποτέλεσμα που από μόνο του λέει πολλά για το πόσο ελκυστικά είναι τα 10ωρα. Αντίθετα, στην Ισλανδία, το παράδειγμα που κάποιοι επικαλούνται πιο συχνά, η πραγματική μείωση από 40 σε 36 ώρες/εβδομάδα δεν έγινε μέσω νομοθεσίας, αλλά μέσω συλλογικών διαπραγματεύσεων, με περίπου το 90% του εργατικού δυναμικού της να καλύπτεται από συλλογικές συμβάσεις, ποσοστό που στον ευρωπαϊκό νότο παραμένει κατά πολύ χαμηλότερο. Στη Βρετανία, τα πιλοτικά προγράμματα (από 40 σε 32 ώρες) παρουσιάστηκαν ως «100% επιτυχία», αφορούσαν όμως κυρίως δουλειές γραφείου και εργαζόμενους σε τεχνολογία, μάρκετινγκ, συμβουλευτικές υπηρεσίες, και όχι τους εργαζόμενους σε βιομηχανία, λιανικό εμπόριο ή περίθαλψη.
Ακόμα και στα πιλοτικά προγράμματα που εφαρμόζουν τη «μείωση», ο αρχικός στόχος είναι η διατήρηση της παραγωγικότητας ή -εννοείται- και η ενδεχόμενη αύξησή της, μέσα σε λιγότερες ώρες. Το ερώτημα που δεν τίθεται ποτέ ανοιχτά είναι: πώς επιτυγχάνεται αυτό; Μέσω εντατικότερης εργασίας, ψηφιακής πανταχού παρουσίας, κατάργησης οποιωνδήποτε παύσεων. Το κέρδος δεν πηγαίνει στον εργαζόμενο, πηγαίνει στον εργοδότη που αποσπά την ίδια αξία σε λιγότερο χρόνο. Η «ευεξία» γίνεται εδώ εργαλείο παραγωγικότητας και πλεονεκτικής προβολής, όχι αυτοσκοπός.
Και μέσα σε αυτή τη συζήτηση υπάρχει η Ελλάδα. Εδώ, το «ευρωπαϊκό μέλλον» της εργασίας έφτασε με πολύ συγκεκριμένα χαρακτηριστικά. Αν ορισμένες χώρες «πειραματίζονται» με τη μείωση, η Ελλάδα εφάρμοσε το αντίθετο. Το 2024, η κυβέρνηση νομοθέτησε τη δυνατότητα εργοδοτικής επιβολής 6ήμερης εβδομάδας, σε βιομηχανίες, μονάδες 24ωρης λειτουργίας και μεταποίηση. Τον Οκτώβριο του 2025, ο νέος νόμος Κεραμέως επέτρεψε βάρδιες έως 13 ωρών, ενώ επέκτεινε και τη δυνατότητα «ατομικής διευθέτησης ωραρίου» του νόμου Χατζηδάκη του 2021, επιτρέποντας απεριόριστα 10ωρα χωρίς προσαυξήσεις. Παράλληλα, συμβάσεις μηδενικών ωρών, προσλήψεις και απολύσεις μέσω μηνύματος, αναγνώριση της εξαρτημένης εργασίας σαν «ελεύθερης επαγγελματικής δραστηριότητας», δεν είναι ελληνικές ιδιαιτερότητες. Είναι πρακτικές που έχουν προταθεί από ευρωπαϊκές οδηγίες και έχουν δοκιμαστεί σε άλλες χώρες, και η Ελλάδα, στην κατώτατη βαθμίδα της ευρωπαϊκής ιεραρχίας, τις εφαρμόζει με τη γνωστή προθυμία του χρεωμένου που εκτελεί εντολές.
Γιατί η Ελλάδα δεν «δοκιμάζει» τετραήμερο, αλλά εφαρμόζει εξαήμερο; Προφανώς, όχι επειδή περιμένει κάποιον καλύτερο διαχειριστή να θέσει «σωστούς νόμους». Όταν μια οικονομία είναι εξαρτημένη, με χαμηλή παραγωγικότητα κατά τα ευρωπαϊκά κριτήρια, με ακριβό χρέος και φθηνή εργασία ως μοναδικό ανταγωνιστικό πλεονέκτημα, όπως αυτή της χώρας μας, δεν διαπραγματεύεται από θέση ισχύος. Η εργασία εδώ είναι εμπόρευμα χαμηλής τιμής σε ένα σύστημα που αυτή ακριβώς τη θέση τής έχει βολικά προβλέψει.
Αυτό καθόλου δεν σημαίνει ότι η άλλη πλευρά της Ευρώπης είναι παράδεισος. Δεν υπάρχει άλλωστε καλός καπιταλισμός. Στη Γαλλία, παρά τον νόμο των 35 ωρών από το 2000, ένας στους εφτά εργαζόμενους δουλεύει πάνω από 45 ώρες την εβδομάδα και ο μέσος όρος μιας τυπικής εβδομάδας στην κύρια δουλειά, συμπεριλαμβανομένης της μερικής απασχόλησης, είναι 36,4 ώρες (ο αντίστοιχος στην Ελλάδα είναι 39,1). Στη Γερμανία, η IG Metall «διεκδίκησε» 28ωρο, αλλά με ανάλογη μείωση μισθού, κόστος δηλαδή που το σηκώνει ο εργαζόμενος. Στην Πορτογαλία, το πιλοτικό πρόγραμμα τελείωσε και οι εταιρείες επανήλθαν σταδιακά στις πέντε μέρες εργασίας. Στην Ισπανία, ένα νομοσχέδιο για μείωση από 40 σε 37,5 ώρες, υποστηριζόμενο από τα μεγαλύτερα συνδικάτα, καταψηφίστηκε τον Σεπτέμβριο του 2025 στη Βουλή με 178 έναντι 170 ψήφων. Στην Ολλανδία, το μέσο εβδομαδιαίο ωράριο φτάνει τις 32 ώρες, αλλά μέσω μαζικής μερικής απασχόλησης με αντίστοιχα μειωμένο μισθό. Δηλαδή ουσιαστικά το κόστος το επωμίζεται ξανά ο εργαζόμενος, και μάλιστα δυσανάλογα οι γυναίκες. Στην Πολωνία, κρατικά χρηματοδοτούμενο πιλοτικό πρόγραμμα ξεκίνησε τον Ιανουάριο του 2026 με σχεδόν 2.000 αιτήσεις εταιρειών, πολλαπλάσιες από τον αρχικό στόχο. Τα αποτελέσματα αναμένονται το 2027, αλλά ήδη εκφράζονται ανησυχίες ότι εργαζόμενοι θα χρησιμοποιήσουν την ελεύθερη μέρα για δεύτερη δουλειά, ακυρώνοντας το ίδιο το νόημα της μεταρρύθμισης.
Κι εδώ βρίσκεται ο πυρήνας της υπόθεσης. Το πενθήμερο-οχτάωρο δεν ήταν δώρο ή ελεημοσύνη κανενός. Δεν ήταν ούτε αντικειμενική οριοθέτηση με την τότε δεδομένη κατάσταση της τεχνολογίας. Ήταν κατάκτηση δεκαετιών αγώνα, απεργιών, συγκρούσεων με κράτος και εργοδοσία, που κερδήθηκαν με αίμα. Το σύστημα τώρα βρήκε την ευκαιρία να πάρει την εκδίκησή του. Τώρα που το εργατικό κίνημα είναι αδύναμο, επιχειρείται η σταδιακή αποδόμηση κάθε δικαιώματος που κατακτήθηκε στον 20ό αιώνα.
Εργατικές κατακτήσεις δεν προέκυψαν ποτέ επειδή κάποιος «έπεισε» τους εργοδότες να γίνουν πιο ανθρώπινοι. Προέκυψαν επειδή οι εργαζόμενοι οργανώθηκαν, συγκρούστηκαν και επέβαλαν. Η απάντηση στην επίθεση που δεχόμαστε δεν βρίσκεται σε τραπέζια «κοινωνικού διαλόγου», βρίσκεται στους δρόμους, στα σωματεία, στη συλλογική οργάνωση. Γιατί, όσο κι αν το σύστημα παρουσιάζει την εκμετάλλευση ως πρόοδο και την αποξένωσή μας ως «επιλογή», εμείς ξέρουμε πού βρίσκεται η διέξοδος.